Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

AD (728x90)

  • 2793 Pine St

  • 1100 Broderick St

  • 868 Turk St

  • 420 Fell St

Πώς να τους αλλάξετε γνώμη: Η τέχνη της πειθούς




Ο φιλόσοφος του 17ου αιώνα, ο Μπλεζ Πασκάλ, ενδεχομένως είναι περισσότερο γνωστός από το περίφημο στοίχημα που φέρει το όνομα του: είχε διατυπώσει τη θεωρία ότι αν υπάρχει Θεός, αυτό δεν είναι ένα ερώτημα με λογική απάντηση, οπότε μόνο ως στοίχημα μπορεί να αντιμετωπιστεί αυτό το ερώτημα. Συνεκδοχικά, η πίστη στον Θεό -ή καλύτερα η απόφαση του να πιστεύει κάποιος ή όχι- είναι η πιο ρεαλιστική απόφαση.
Φαίνεται, όμως, ότι ο Γάλλος διανοητής είχε ένα κάποιο ταλέντο και σε θέματα ψυχολογίας. Σύμφωνα με δημοσίευμα του “Brain Pickings”, ο Πασκάλ είχε ανακαλύψει τον πιο αποτελεσματικό τρόπο για να κάνει κάποιον να αλλάξει γνώμη, αιώνες πριν τα εκτεταμένα ψυχολογικά πειράματα όσων εμβάθυναν στη μελέτη -και την τέχνη- της πειθούς. Και να η χαρακτηριστική διατύπωση του επί του θέματος:





“Όταν επιθυμούμε να διορθώσουμε κάποιον, διατηρώντας το πλεονέκτημα, και να του δείξουμε ότι σφάλλει, πρέπει να προσέξουμε από ποια πλευρά εξετάζει το εκάστοτε ζήτημα, γιατί αυτή η πλευρά συνήθως είναι σωστή -και ας του το αναγνωρίσουμεαυτό-, αλλά ας του αποκαλύψουμε και την πλευρά στην οποία σφάλλει. Θα είναι ικανοποιημένος με αυτό, γιατί θα διαπιστώσει ότι δεν έκανε λάθος, κι ότι απλώς δεν μπόρεσε να δει όλες τις πτυχές ενός θέματος. Κανείς δεν θίγεται, επειδή δεν μπόρεσε να δει τα πάντα”.
Κατά τον Πασκάλ, σε κανέναν δεν αρέσει να κάνει λάθος. Ξεκινώντας από το ότι ένας άνθρωπος, εκ φύσεως δεν μπορεί να έχει γνώση των πάντων, αλλά λαμβάνοντας υπ’ όψιν και το ότι δεν γίνεται να κάνει λάθος από την πλευρά που εξετάζει ένα ζήτημα, ακριβώς επειδή τα όσα αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις μας είναι πάντα αλήθεια, δημιουργεί ένα νέο επιχείρημα.
“Οι άνθρωποι πείθονται καλύτερα από τους λόγους που οι ίδιοι ανακαλύπτουν, παρά από εκείνους που προέρχονται ως επιχειρήματα που σκέφτηκε κάποιος άλλος”, προσθέτει με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια ο Πασκάλ. Για να το θέσουμε ακόμη πιο απλά: ο Πασκάλ προτείνει ότι πριν μπούμε στη διαδικασία να διαφωνήσουμε με κάποιον, ας δοκιμάσουμε να του υπογραμμίσουμε όλα τα σωστά σημεία που τυχόν αναφέρει. Για να πείσουμε κάποιον – και μάλιστα αποτελεσματικά- να αλλάξει γνώμη για κάτι, μπορούμε να τον οδηγήσουμε να ανακαλύψει την αντίθετη άποψη, ακριβώς μέσω της δικής του επιχειρηματολογίας. Σύμφωνα με τον Arthur Markman, καθηγητή ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Τέξας, αυτή η διατύπωση του Πασκάλ είναι απολύτως σωστή.



“Ένα από τα πρώτα πράγματα που μπορεί να κάνει κανείς για να αλλάξει τη γνώμη κάποιου είναι να χαμηλώσει την άμυνα και να τον εμποδίσει να βαλτώσει στο αρχικό του επιχείρημα. Αν, καταιγιστικά αρχίσω να σου λέω όλους τους λόγους για τους οποίους κάνεις λάθος, δεν υπάρχει καμία περίπτωση ούτε να καταλάβεις ούτε να συνεργαστείς. Αλλά αν αρχίσω να σου λέω ότι έχεις μερικές σωστές απόψεις, πριν σου πω οτιδήποτε άλλο, σε βάζω στη διαδικασία να συνεργαστείς μαζί μου, στο πλαίσιο ενός διαλόγου, μία ανταλλαγής απόψεων. Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο σημείο μπορώ να επιχειρηματολογήσω γι’ αυτό που ενδιαφέρει εμένα, αυτή τη φορά”, λέει ο Markman.
Ο ίδιος υποστηρίζει και τη δεύτερη -περί πειθούς- διατύπωση του Πασκάλ. “Αν έχω μια δική μου ιδέα, της οποίας την πατρότητα μπορώ να διεκδικήσω, αρνούμενος να υιοθετήσω την άποψη ενός άλλου, δεν θα το πω απλώς ρητά, αλλά θα διαφωνήσω με την εξουσία που μου δίνει η πατρότητα της ιδέας. Να κάτι που δεν είναι όλοι πρόθυμοι να κάνουν”.





Ο Pascal στο έργο του παραθέτει και 8 κανόνες που περιέχουν τις βασικές αρχές για αποδείξεις στέρεες και ακλόνητες.

Κανόνες για τους ορισμούς

1. Μην επιχειρείτε να ορίσετε πράγματα τόσο γνωστά από μόνα τους, που δεν υπάρχει κανένας σαφέστερος όρος για να τα εξηγήσει.

2. Μη δέχεστε κανένα όρο κάπως ασαφή ή αμφίσημο, δίχως ορισμό.

3. Να χρησιμοποιείται στον ορισμό των όρων λέξεις απολύτως γνωστές ή που έχουν ήδη εξηγηθεί.


Κανόνες για τα αξιώματα


1. Mη δέχεστε καμία από τις αναγκαίες αρχές δίχως να συμφωνήσετε ότι είναι αποδεκτή από όλους, όσο σαφής ή προφανής κι αν είναι.

2. Να δέχεστε υπό μορφή αξιώματος μόνο όσα είναι προφανή και αυταπόδεικτα

Κανόνες για τα θεωρήματα

1. Μην επιχειρείτε να αποδείξετε πράγματα τόσο προφανή από μόνα τους, που δεν υπάρχει τίποτα σαφέστερο για να τα αποδείξει.

2. Να αποδεικνύετε όλες τις κάπως ασαφείς προτάσεις και να μη χρησιμοποιείτε για την απόδειξή τους παρά μόνο πολύ προφανή αξιώματα ή προτάσεις ήδη αποδεδειγμένες

3. Να αντικαθιστάτε διαρκώς νοερά τα οριζόμενα με τους πλήρεις ορισμούς, για να μην παρασυρθείτε από την ενδεχόμενη αμφισημία κάποιων όρων λόγω της συνοπτικής διατύπωσης τους.
Με απλά λόγια, ο Πασκάλ δεν υπήρξε απλώς μαθηματικός, φυσικός και φιλόσοφος, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται και ένας πρώιμος εισηγητής της ψυχολογίας.
    via

Πώς θα έμοιαζε η ζωή μας αν δεν λέγαμε ψέματα;




Συχνά κρύβουμε την αλήθεια. Μερικές φορές το κάνουμε καλοπροαίρετα, άλλες για να μην προσβάλλουμε κάποιον ή τον φέρουμε σε δύσκολη θέση. 





Μερικές φορές πάλι, κοροϊδεύουμε τους άλλους ασύστολα. Υπάρχουν όμως και οι φορές που λέμε την αλήθεια αλλά κανείς δεν μας πιστεύει. Ας φανταστούμε λοιπόν έναν κόσμο στον οποίο δεν χωράει τίποτα άλλο παρά μόνο η απλή αγνή αλήθεια!
_______________________
    via

Ο μοναδικός δρόμος για την ευτυχία




Πολλοί από μας παραπονιούνται: «Αχ, αν είχα καλύτερο σπίτι… αν είχα καλύτερη εμφάνιση… αν είχα καλύτερη δουλειά» — και παραιτούμαστε από την απόλαυση και τη βελτίωση όσων έχουμε ήδη. Πολλοί ανησυχούμε — «τρωγόμαστε» — για πράγματα που δεν μπορούμε να αλλάξουμε. Για παράδειγμα, δεν μπορούμε να αλλάξουμε το ότι είμαστε θνητοί ή το ότι τα αγαπημένα μας πρόσωπα έχουν ελαττώματα —  κι ότι είναι επίσης ευάλωτα.
Υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν εξουσιάζουμε, που βρίσκονται έξω από τον έλεγχο μας. Οι άνθρωποι που θέλουν να ελέγχουν τα πάντα — οι λεγόμενοι, στα αγγλικά, control freaks (η έκφραση είναι πολύ πετυχημένη) — υποφέρουν πολύ από το απλό γεγονός ότι δεν μπορούν να ελέγχουν τα πάντα.  Έτσι, ματαιοπονούν, αγχώνονται, απογοητεύονται, επιρρίπτουν ευθύνες στους άλλους και, την ίδια στιγμή, βασανίζονται από ενοχές.

Ο μοναδικός δρόμος για την ευτυχία είναι 
να μην ανησυχούμε για πράγματα που ξεπερνούν 
τα όρια των δυνατοτήτων μας.

Αν θέλεις, λένε οι Στωικοί, να μη σου τύχουν αρρώστιες, θάνατος ή φτώχεια, θα δυστυχήσεις. Αν επιθυμείς κάτι που ξεπερνά τις δυνάμεις σου, θα αποτύχεις. Καθετί που αγαπάς πρέπει να ξέρεις τι είναι, ποια είναι η φύση του και τα όριά του. Παραδείγματος χάρη, ένα ποτήρι είναι κάτι εύθραυστο, αν σπάσει λοιπόν δεν πρέπει να ταραχτείς· το παιδί σου είναι άνθρωπος, άρα εξ ορισμού θνητό.
Ο ποιητής Τ. Σ.Έλιοτ προσθέτει: «Οι άνθρωποι στους οποίους δεν έχουν τύχει σοβαρά πράγματα δεν αντιλαμβάνονται την ασημαντότητα των γεγονότων».
Μερικοί άνθρωποι πιστεύουν ότι δικαιούνται μια ζωή χωρίς διακυμάνσεις, χωρίς κρίσεις, χωρίς αποτυχίες και άσχημες εκπλήξεις — τέτοια ζωή δεν υπάρχει ούτε για τα άτομα ούτε για τις κοινωνίες.
Ο Στωικός φιλόσοφος Επίκτητος μας παροτρύνει να περιμένουμε συμφορές τις οποίες ωστόσο πρέπει να αντιμετωπίζουμε με θάρρος, χιούμορ και υπομονή.
Η δυστυχία οφείλεται τις περισσότερες φορές στην απεγνωσμένη προσπάθεια να ελέγξουμε όσα είναι ανεξέλεγκτα ή στην αμέλεια που δείχνουμε για όσα μπορούμε να ελέγξουμε. Πλούσιος δεν είναι αυτός που έχει πολλά υπάρχοντα αλλά εκείνος που έχει λίγες επιθυμίες. Την ιδέα αυτή συναντάμε επίσης στον βουδισμό, ο οποίος, αντίθετα από τις άλλες θρησκείες, δεν επικεντρώνεται στη λατρεία της θεότητας αλλά στον τερματισμό της ανθρώπινης οδύνης.
    ~ από το βιβλίο του Μαξ Εξελμαν: 61 Μαθήματα καθημερινής ζωής από τους στωικούς (εκδ. Πατάκη)

  via

Το δίλημμα της μαριονέτας: η ελεύθερη βούληση και τα δεινά της




χχ
Πόσο ελεύθερες και συνειδητές είναι οι καθημερινές επιλογές μας; Από τη φιλοσοφία μέχρι την κβαντική φυσική και από τη βιοκυβερνητική μέχρι τη νευροψυχολογία, η σύγχρονη επιστημονική έρευνα απεργάζεται μια ιδιαίτερα περίεργη και ανοίκεια εικόνα του ανθρώπου: όχι ως ενός ενσυνείδητου δράστη ικανού να επιλέγει ελεύθερα αυτό που επιθυμεί, αλλά ως μιας θλιβερής βιολογικής μαριονέτας η οποία κινείται από τα αόρατα νήματα των γονιδίων και των ασυνείδητων εγκεφαλικών επιταγών.
Για να καταλήξω στον τίτλο και στην οριστική δομή του σημερινού άρθρου έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα σε πολλές εναλλακτικές «λύσεις» οι οποίες, ενώ αναδείκνυαν ορισμένες πληροφορίες, απέκρυπταν κάποιες άλλες. Έπρεπε δηλαδή να κάνω μια σειρά από επιλογές.
Ορισμένες από αυτές τις επιλογές ήταν συνειδητές αφού, κατά τη γνώμη του γράφοντος, εξυπηρετούσαν καλύτερα τις νοηματικές και τις αισθητικές ανάγκες του κειμένου. Πολλές όμως από τις λεκτικές, συντακτικές ή σημασιολογικές επιλογές ήταν ημιαυτόματες και, εν πολλοίς, μη συνειδητές. Και ευτυχώς! Διότι αν έπρεπε να δικαιολογηθεί πλήρως κάθε μία από αυτές τις επιλογές, τότε το κείμενο δεν θα τελείωνε ποτέ.
Μέχρι πρόσφατα διαθέταμε μόνο υπερφυσικές και μεταφυσικές απαντήσεις στο πανάρχαιο αλλά θεμελιώδες ερώτημα: από τι εξαρτάται η τυπικά ανθρώπινη ικανότητά μας να επιλέγουμε συνειδητά και να δρούμε ελεύθερα; Κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, ωστόσο, άρχισαν να εμφανίζονται δειλά δειλά ορισμένες πιο ρεαλιστικές και κυρίως εμπειρικά ελέγξιμες επιστημονικές εξηγήσεις σχετικά με το πώς αναδύεται η «ελεύθερη βούληση».
Ανατέμνοντας τη βουλητική μηχανή
Πιο πρόσφατα, μάλιστα, η εντυπωσιακή ανάπτυξη των τεχνικών απεικόνισης των δομών και των λειτουργιών του εγκεφάλου φαίνεται να ανοίγει τον δρόμο για μια αμιγώς φυσιοκρατική προσέγγιση: οι εκδηλώσεις της ανθρώπινης ελευθερίας βουλήσεως εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό και ίσως καθορίζονται από τη λειτουργία του εγκεφάλου μας!
Πράγματι, ολοένα και συχνότερα οι έρευνες των νευροεπιστημόνων και των γνωσιακών ψυχολόγων αποκαλύπτουν ότι πίσω και κάτω από τις συνειδητές και φαινομενικά προσωπικές επιλογές μας κρύβονται κάποιες αδιαφανείς -και άρα μη συνειδητές- εγκεφαλικές διεργασίες οι οποίες προκαθορίζουν αυτό που εμείς, εκ των υστέρων, θεωρούμε ότι έχουμε επιλέξει.
Αν όμως ορισμένες εγκεφαλικές δομές επιλέγουν πράγματι για μας και πριν από εμάς, τότε η ανθρώπινη ελευθερία βουλήσεως δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια ψευδαίσθηση που δημιουργεί ο νους μας: ένα καθησυχαστικό κατασκεύασμα που διασφαλίζει και επιβεβαιώνει την ενότητα του «εαυτού» μας.
Οι πρώτες σαφείς νευροψυχολογικές ενδείξεις υπέρ αυτής της μάλλον δυσάρεστης υποψίας προέκυψαν από τα περίφημα πειράματα του Benjamin Libet στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στις αρχές της δεκαετίας του 1980.
Με σειρά πειραμάτων, που θεωρούνται πλέον κλασικά, ο B. Libet παρακολούθησε μέσω ενός ηλεκτροεγκεφαλογράφου την ηλεκτρική δραστηριότητα του εγκεφάλου πολλών εθελοντών, το κρανίο των οποίων είχε συνδέσει μέσω ηλεκτροδίων στον ηλεκτροεγκεφαλογράφο (EEG). Ζήτησε λοιπόν από τους εθελοντές να κουνήσουν, όποτε αυτοί το αποφάσιζαν, τα δάκτυλα ενός χεριού, τους μυς των οποίων παρακολουθούσε ταυτόχρονα μέσω ενός ηλεκτρομυογράφου (EMG).
Ετσι κατάφερε να δείξει ότι η εγκεφαλική δραστηριότητα, που καταγραφόταν από τον EEG, προηγείτο σαφώς από την εσκεμμένη κίνηση του χεριού, που καταγραφόταν από τον EMG. Για την ακρίβεια, τα εγκεφαλικά κέντρα που αποφασίζουν την κίνηση του χεριού ενεργοποιούνται μισό δευτερόλεπτο (550 χιλιοστά του δευτερολέπτου) προτού ο εθελοντής αποφασίσει «συνειδητά» αυτήν την κίνηση. Με άλλα λόγια, οι δομές του εγκεφάλου μας που είναι υπεύθυνες για την οποιαδήποτε σωματική κίνηση ενεργοποιούνται προτού εμείς το «αποφασίσουμε» συνειδητά και δώσουμε εντολή γι’ αυτήν την εκούσια κίνηση!
Μετέπειτα εντοπιστικές μελέτες, τόσο σε φυσιολογικά άτομα όσο και σε άτομα που έπασχαν από κάποια νευρολογική κινητική διαταραχή, έδειξαν ότι το εγκεφαλικό υπόστρωμα των διεργασιών της ελεύθερης βούλησης, μολονότι είναι αρκετά ευρύ, εντοπίζεται κυρίως στον κατώτερο βρεγματικό φλοιό των εγκεφαλικών ημισφαιρίων, ενώ περιλαμβάνει και βαθύτερες προκινητικές δομές. Αυτές οι εγκεφαλικές δομές προάγουν τις μη συνειδητές διεργασίες που καθορίζουν, κατόπιν εορτής, τις συνειδητές «επιλογές» ή τις κινητικές «αποφάσεις» μας.
Βέβαια, αυτά τα νέα πειραματικά δεδομένα δεν είναι άμοιρα κριτικής. Πολλοί ειδικοί είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικοί στο να αποδεχτούν ως απλή «ψευδαίσθηση» όλες τις εκδηλώσεις της ελεύθερης βούλησης. Ακόμη και ο πρωτοπόρος νευροψυχολόγος B. Libet, σε ένα δοκίμιο που δημοσίευσε το 1999, κάνει λόγο για μια «ημι-ελεύθερη βούληση», όπου οι μη συνειδητές εγκεφαλικές δομές προτείνουν ενώ ο ανθρώπινος νους, στο σύνολό του, καθιστά επιλογές μας ορισμένες αποφάσεις του.
Πανανθρώπινη νοητική ικανότητα ή ψευδαίσθηση;
Πάντως οι περισσότερες από τις πιο πρόσφατες μελέτες σχετικά με το εγκεφαλικό υπόστρωμα και τους βιοψυχολογικούς μηχανισμούς της ανθρώπινης «ελεύθερης βούλησης» βασίστηκαν κυρίως στις απεικονιστικές τεχνικές της λειτουργικής Μαγνητικής Τομογραφίας (fMRI). Στο πεδίο αυτό πρωτοποριακές είναι οι μελέτες του Jon-Dylan Haynes και των συνεργατών του, στο Κέντρο Μπερνστάιν για την υπολογιστική νευροεπιστήμη στο Βερολίνο.
Σε μια έρευνα του 2014, ο Haynes ζήτησε από αρκετούς εθελοντές να επιλέξουν συνειδητά είτε να προσθέσουν είτε να αφαιρέσουν δύο αριθμούς, ενώ όλες οι εγκεφαλικές διεργασίες της επιλογής τους καταγράφονταν από έναν ισχυρό λειτουργικό τομογράφο. Ετσι, διαπίστωσε ότι στον εγκέφαλο των εθελοντών εμφανίζονταν πρότυπα ενεργοποίησης νευρωνικών κυκλωμάτων, τα οποία του επέτρεπαν να προβλέπει επακριβώς αν οι εθελοντές θα επέλεγαν να κάνουν πρόσθεση ή αφαίρεση. Αυτά τα πρότυπα νευρωνικής ενεργοποίησης εμφανίζονταν απαρέγκλιτα 4 δευτερόλεπτα πριν οι εθελοντές επιλέξουν συνειδητά τη μαθηματική πράξη που θα εκτελούσαν!
Σχολιάζοντας αυτά τα εντυπωσιακά δεδομένα, ο Haynes γράφει σε σχετικό άρθρο του στο επιστημονικό περιοδικό «New Scientist»: «Οι αποφάσεις μας καθορίζονται σε ένα υποσυνείδητο επίπεδο πολύ πριν μπει στο παιχνίδι η συνείδηση». Και καταλήγει: «Απ’ ό,τι φαίνεται, τις αποφάσεις τις παίρνει ο εγκέφαλος πριν από το πρόσωπο».
Ωστόσο, ορισμένοι επιστήμονες, βασιζόμενοι σε αυτές τις μελέτες, οδηγήθηκαν σε ακόμη πιο ακραίες θέσεις. Για παράδειγμα, ο εξελικτικός βιολόγος Jerry Coyne υποστήριξε ότι «το ίδιο ισχύει για όλες τις επιλογές μας· ούτε μία από αυτές δεν προκύπτει από μια ελεύθερη και συνειδητή επιλογή από μέρους μας». Ενώ ένας άλλος επιφανής νευροεπιστήμονας, ο Sam Harris, θεωρεί πως αυτές οι ανακαλύψεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν είμαστε τίποτε περισσότερο από «βιοχημικές μαριονέτες».
Στις πιο ακραίες περιπτώσεις, οι οπαδοί του βιολογικού ντετερμινισμού θεωρούν ότι η οποιαδήποτε δυνατότητα για ελευθερία βουλήσεως είναι όχι απλώς απίθανη, αλλά κυριολεκτικά αδιανόητη μέσα σε ένα νομοκρατούμενο και αιτιοκρατικό Σύμπαν. Ετσι, όμως, οι πιο φανατικοί ντετερμινιστές αποδεικνύονται εξίσου απλοϊκοί και δογματικοί με τους δυϊστές και τους οπαδούς της δημιουργίας, οι οποίοι, προκειμένου να δικαιολογήσουν την παρουσία της ανθρώπινης ελεύθερης βούλησης, καταφεύγουν στο «θαύμα» της θεϊκής δημιουργίας μιας άυλης και ασώματης ψυχής, η οποία είναι εκ φύσεως ελεύθερη.
Αραγε, οι έρευνες που αναφέραμε αποδεικνύουν ότι όλες ανεξαιρέτως οι συνειδητές επιλογές ή οι αποφάσεις μας είναι απλώς τα «υποπροϊόντα» μιας μη συνειδητής και εντελώς ανόητης εγκεφαλικής διεργασίας;
Ασφαλώς όχι. Αυτό που συχνά παραβλέπεται είναι οι εγγενείς γνωσιακοί περιορισμοί τόσο των πειραματικών δεδομένων όσο και των επιστημονικών τους εξηγήσεων: τα νοητικά φαινόμενα είναι εξαιρετικά πολύπλοκα για να μπορεί να ελπίζει κανείς ότι θα μπορούσαν να εξηγηθούν από ένα απλοϊκό -δηλαδή γραμμικό και αιτιοκρατικό- εξηγητικό σχήμα.
Επιπλέον, υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να ισχυρίζεται κανείς ότι υπάρχουν κάποια εγγενή νευροβιολογικά ή και κοινωνικά όρια στις εκάστοτε επιλογές μας και στο να πιστεύει ακράδαντα στην ανυπαρξία της ανθρώπινης βούλησης.
Σε ό,τι αφορά την ύπαρξη ή όχι της ελευθερίας βουλήσεως, η σύγχρονη επιστημονική έρευνα, εστιάζοντας στις νευροβιολογικές και άρα τις φυσικές προϋποθέσεις της, φαίνεται να επιβεβαιώνει τον ορισμό της ελευθερίας που έδωσε (ήδη από το 1677!) ο Σπινόζα στην περίφημη «Ηθική» του: «Ελεύθερο λέγεται το πράγμα που υπάρχει από μόνη την αναγκαιότητα της φύσης του και καθορίζεται να ενεργεί από μόνο τον εαυτό του» (μετάφραση Ε. Βανταράκης, εκδ. «Εκκρεμές»).
Τρεις παρανοήσεις σχετικά με το πανανθρώπινο δικαίωμα στην ψευδαίσθηση
Η ελεύθερη βούληση είναι άραγε συμβατή -και σε ποιο βαθμό- με τα όσα γνωρίζουμε μέχρι σήμερα για τη Φύση; Όλες οι μέχρι στιγμής παρατηρήσιμες φυσικές διεργασίες είναι είτε αιτιοκρατικές είτε τυχαίες. Και σε ό,τι αφορά τα πιο πολύπλοκα φυσικά συστήματα, όπως π.χ. ο ανθρώπινος εγκέφαλος, αυτά προκύπτουν και συντηρούνται από έναν «ευτυχή» συνδυασμό τύχης και αναγκαιότητας, από ένα δημιουργικό μείγμα αιτιοκρατίας και τυχαιότητας.
Και η ελεύθερη βούληση, αν όντως υπάρχει, θα πρέπει αναμφίβολα να είναι μια πολύπλοκη λειτουργία του εγκεφάλου μας. Από αυτές τις βασικές επιστημονικές παραδοχές προκύπτουν μια σειρά από παρανοήσεις σχετικά με την ελευθερία βουλήσεως:
1. Ελεύθερη βούληση δεν μπορεί να υπάρχει σε ένα νομοκρατούμενο και αιτιοκρατικό Σύμπαν. Κάθε άλλο παρά απαραίτητο (και νόμιμο!) είναι αυτό το συμπέρασμα. Μπορεί κάλλιστα να σκεφτεί κανείς απολύτως φυσικούς νόμους που όχι μόνον επιτρέπουν αλλά και επιβάλλουν στα επαρκώς πολύπλοκα συστήματα την ανάδυση και την ύπαρξη μη γραμμικών αιτιοκρατικών διεργασιών και πολλαπλών «επιλογών» όσον αφορά τις μελλοντικές τους καταστάσεις.
2. Αν δεν διαθέτουμε ελεύθερη βούληση, τότε οι πράξεις μας είναι πάντοτε προβλέψιμες. Δυστυχώς ή ευτυχώς, ακόμη κι αν οι περισσότερες εγκεφαλικές διεργασίες ήταν θεωρητικά προβλέψιμες (κάτι που θα πρέπει να αποδειχθεί) είναι εξαιρετικά απίθανο να καταφέρναμε κάποτε να τις προβλέπουμε εξαρχής.
Επιπλέον, σε όλες ανεξαιρέτως τις εγκεφαλικές διεργασίες υπεισέρχεται μια σημαντική, μη ντετερμινιστική ή και τυχαία μεταβλητή, η οποία λειτουργεί απαγορευτικά σε κάθε προσπάθεια πρόβλεψης και προκαθορισμού των μελλοντικών καταστάσεων και επιλογών του συστήματος.
3. Αν δεν υπάρχει ελευθερία βουλήσεως, τότε δεν έχουμε καμία προσωπική ευθύνη για τις πράξεις μας. Πρόκειται για την αρχαιότερη και πιο ανησυχαστική κοινωνικά και ηθικά παρανόηση. Η άρρητη παραδοχή που υπάρχει σε αυτό το επιχείρημα είναι ότι αποδέχεται κανείς ως πρόδηλη τη δυϊστική διάκριση της ψυχής από το σώμα ή του νου από τον εγκέφαλο. Μόνο αν οι συνειδητές επιλογές ή οι πράξεις σου δεν λαμβάνουν χώρα εντός του εαυτού σου δεν έχεις την παραμικρή ευθύνη γι’ αυτές. Και το ίδιο ασφαλώς ισχύει και για τους άλλους ανθρώπους. Σε αυτή την περίπτωση, η κοινωνικότητα θα ήταν αδύνατη και στις πολιτείες μας θα επικρατούσε μόνο το δίκαιο του ισχυρότερου. Μήπως αυτό σας θυμίζει αυτό που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια στις σχέσεις της χώρας μας με τους «εταίρους» της;



***

 Σπύρος Μανουσέλης 
  via

Ας τους έπαιρνε κι ας τους σήκωνε όλους ο διάολος όμως αυτά, αυτά τα παιδιά!

Get behind me Satan


Ντοστογιέφσκι – Δε μιλάω για τα βάσανα των μεγάλων, αυτοί φάγανε το μήλο κι άστους να πάνε στο διάολο




Εμείς έχουμε τηv ιστορική, τηv άμεση απόλαυση vα τσακίζουμε τους αvθρώπους στο ξύλο. Ο Νεχράσοβ έγραψε κάτι στίχοuς για το πώς έvας μουζίκος χτυπούσε με το κνούτο τ’ άλογό του στα μάτια, «στα πράα του μάτια». Αυτό όλοι το ‘χoυv δει, αυτό είvαι ρωσισμός.



Περιγράφει πώς έvα αδύvαμο αλογάκι, που το ‘χαv παραφορτώσει, χώθηκε στη λάσπη με το κάρο και δεν τα κατάφερvε vα το τραβήξει. Ο μουζίκος το καμτσικίζει, το χτυπάει με λύσσα, το χτυπάει στο τέλος χωρίς vα καταλαβαίvει κι αυτός τι κάvει’ μέσα στη μέθη του χτυπάει απαvωτά τις καμτσικιές: «Μπορείς δεv μπορείς, θα το τραβήξεις το κάρο κι ας ψοφήσεις!» Τ’ άλογο σπαρταράει κι εκείvος αρχίζει vα το χτυπάει το αvυπεράσπιστο στα δακρυσμέvα, «πράα του μάτια».

Με μια απελπισμέvη προσπάθεια τ’ άλογο ξεκόλλησε τ’ αμάξι και προχώρησε τρέμοvτας ολάκερο, χωρίς vα παίρvει αvάσα, γέρvοvτας κάπως στο πλάι, κάπως αvαπηδώvτας, κάπως αφύσικα και vτροπιασμέvα, έτσι που τα λέει ο Νεκράσοβ είvαι κάτι φριχτό. Όμως εδώ oταν πρόκειται παρά για έvα άλογο μοvάχα, το άλογο κι ο ίδιος ο Θεός μάς το ‘δωσε για vα το δέρvουμε. Έτσι μας το εξηγήσαvε οι Τάταροι και μας άφησαv το κνoύτo για εvθύμιο.

Μα μπορεί vα δέρvει καvείς κι αvθρώπους. Και vα που έvας μορφωμένος κύριος και η κυρία του δέρνουν την κόρη τους, μια μικρούλα εφτά χρονώ, με βίτσες, αυτό το ‘χω σημειωμένο με λεπτομέρειες. Ο πατερούλης χαίρεται που οι βίτσες έχουν ρόζους, «θα πονάει περισσότερο», λέει, κι αρχίζει να τις «βρέχει» της κόρης του.

Ξέρω θετικά πως υπάρχουν μερικοί τέτοιοι, που νιώθουν ηδονή στο κάθε χτύπημα, κυριολεκτικά ηδονή, στο κάθε χτύπημα η ηδονή όλο και μεγαλώνει, με γεωμετρική πρόοδο. Δέρνουν ένα λεπτό, φτάνουν στα πέντε, στα δέκα, κι ακόμα περισσότερο, τα χτυπήματα γίνονται πιο συχνά, πονάνε περισσότερο. Το παιδί ξεφωνίζει, στο τέλος δεν μπορεί πια να φωνάξει: «Μπαμπά, μπαμπά, μπαμπακούλη, μπαμπακούλη!»

Ο διάολος σπάει το πόδι του και η υπόθεση φτάνει στο δικαστήριο. Βάζουν ένα δικηγόρο. Ο ρώσικος λαός από καιρό τώρα λέει για το δικηγόρο: «ο δικολάβος είναι νοικιασμένη συνείδηση» . Ο δικηγόρος φωνάζει το λοιπόν για να υπερασπίσει τον πελάτη του . «Η υπόθεση, λέει, είναι τόσο απλή, οικογενειακή και συνηθισμένη ο πατέρας έδειρε την κόρη του και είναι όνειδος για την εποχή μας που το πράμα έφτασε στο δικαστήριο!» Οι ένορκοι πείθονται, αποχωρούν για να συσκεφτούν και βγάζουν αθωωτική απόφαση. Το κοινό ουρλιάζει από χαρά που δικαιώσανε το βασανιστή.




Αχ, να μην είμαι εκεί πέρα! Θα φώναζα να καθιερώσουν μια υποτροφία προς τιμήν του βασανιστή! … Θαυμάσια εικόνα. Μα για τα παιδιά έχω ακόμα καλύτερα, έχω μαζέψει πολλά, πάρα πολλά για τα ρωσόπουλα, Αλιόσα. Ένα κοριτσάκι πέντε χρονώ δεν το χωνεύανε οι γονείς του, «άνθρωποι λίαν ευυπόληπτοι, μορφωμένοι και καλοαναθρεμμένοι, κατέχοντες σημαντικά αξιώματα εν τη κοινωνία».

Το υποστηρίζω για μιαν ακόμα φορά πως υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι που αγαπούν να βασανίζουν τα παιδιά, μονάχα τα παιδιά. Σ’ όλα τ’ άλλα πλάσματα, αυτά τα υποκείμενα, αυτοί οι ίδιοι οι βασανιστές, φέρονται με καλοσύνη και σεμνότητα σαν μορφωμένοι και πολιτισμένοι Ευρωπαίοι, μα αγαπάνε πoλύ να τυραννούν τα μικρά παιδιά, και μάλιστα γι’ αυτό ίσα ίσα αγαπάνε τα παιδιά. Τους δελεάζουν τα παιδιά γιατί ακριβώς είναι ανυπεράσπιστα, γιατί έχουν μιαν αγγελική εμπιστοσύνη, γιατί δεν μπορούν τίποτα να κάνουν και πουθενά να πάνε. Αυτό ίσα ίσα είναι που ανάβει το χυδαίο αίμα του βασανιστή.

Φυσικά μέσα σε κάθε άνθρωπο φωλιάζει ένα θηρίο, το θηρίο της οργής, το θηρίο της λάγνας ηδονής, Που το ερεθίζουν οι κραυγές του βασανιζόμενου θύματος, το θηρίο των αχαλί­νωτων παθών και των νόσων, που τα γέννησε η διαφθορά: ποδάγρα, χαλασμένο συκώτι κ.τ.λ. Αυτό το φτωχό κοριτσάκι οι μορφωμένοι γονείς το τυραννούσαν μ’ όλα τα βασανιστήρια που μπορείς να φανταστείς. Τη χτυπούσαν, τη μαστίγωναν, την κλότσαγαν, χωρίς να ξέρουν και οι ίδιοι για ποιο λόγο όλο της το κορμί γέμισε μελανιές.

Τέλος βρήκανε κάτι πιο εκλεπτυσμένο: με κρύο, με παγωνιά, την κλείδωναν όλη τη νύχτα στο «μέρος», γιατί αυτή δε ζητούσε τη νύχτα να πάει εκεί την ώρα που έπρεπε, λες κι ένα παιδάκι πέντε χρονών, που κοιμάται ακόμα βαθιά σαν αγγελούδι, μπορεί να ‘χει μάθει να ζητάει να «βγει»-, της τρίβανε το πρόσωπο με τα ίδια της τα περιττώματα και την ανάγκαζαν να τρώει αυτά τα περιττώματα και ήταν η μάνα, η μάνα που την ανάγκαζε!

Κι αυτή η μάνα μπορούσε και κοιμόταν ακούγοντας τη νύχτα τους στεναγμούς του παιδιού που το ‘χαν κλειδώσει στο αποχωρητήριο! Το καταλαβαί­νεις τάχα αυτό. Ένα μικρό πλάσμα, που δεν ξέρει ακόμα ούτε καν να διανοηθεί τι του συμβαίνει, χτυπιέται στο βρώμικο μέρος, στο σκοτάδι και στην παγωνιά, χτυπάει με τη μικρούλα γροθιά του το πονεμένο απ’ το κλάμα στήθος του και κλαίει με τα ματσωμένα, ά­κακα και δειλά του δάκρυα, παρακαλώντας το «Θεούλη» να το υπερασπιστεί.

Το καταλαβαίνεις άραγε αυτό, φίλε μου κι αδελφέ μου, δόκιμε του Θεού, το καταλαβαίνεις για ποιο λόγο είναι απαραίτητα όλα αυτά; Χωρίς αυτά, λένε, δε θα μπορούσε να ζήσει ο άνθρωπος σε τούτη τη γη, γιατί δε θα γνώριζε το καλό και το κακό. Μα γιατί να το γνωρίσει αυτό το διάολο καλό και το διάολο κακό αφού κοστί­ζει τόσο ακριβά; Όλη η σοφία του κόσμου δεν αξίζει τα δάκρυα αυτής της μικρούλας που παρακαλεί το «Θεούλη». Δε μιλάω για τα βάσανα των μεγάλων, αυτοί φάγανε το μήλο κι άστους να πάνε στο διάολο, ας τους έπαιρνε κι ας τους σήκωνε όλους ο διάολος όμως αυτά, αυτά τα παιδιά! Σε βασανίζω, Αλιόσα, μου φαίνεται πως δεν αισθάνεσαι καλά. Αν θέλεις, σταματάω.

– Δεν πειράζει, θέλω και γω να υποφέρω, τραύλισε ο Αλιόσα.

– Θα σου πω ένα, μονάχα ένα ακόμα περιστατικό, κι αυτό από περιέργεια, που είναι πολύ χαρακτηριστικό και, το σπουδαιότερο, γιατί μόλις πριν από λίγο το διάβασα σε μιαν απ’ τις ιστορικές μας συλλογές, στο αρχείο ή στους Παλαιούς Καιρούς, πρέπει να ψάξω να δω, ξέχασα κιόλας πού το ‘χω διαβάσει.

Έγινε στα πιο σκοτεινά χρόνια της εποχής της δουλοπαροικίας, στις αρχές ακόμα του αιώνα μας. Ζήτω λοιπόν ο Ελευθερωτής του λαού! Ζούσε τότε, στις αρχές του αιώνα μας, ένας στρατηγός, ένας στρατηγός με μεγάλες γνωριμίες και πολύ πλούσιος τσιφλικάς, μα ήταν κι από εκείνους που ακόμα και στον καιρό του ήταν λίγοι, καθώς φαίνεται όταν παίρνανε τη σύνταξη, νόμιζαν πως είχαν αποχτήσει δικαιώματα ζωής και θανάτου πάνω στους υποτελείς τους. Τότε υπήρχαν τέτοιοι.

Ζει λοι­πόν ο στρατηγός μας στην ιδιοκτησία του με τις δυο χιλιάδες ψυχές του γεμάτος υπεροψία μεταχειρίζεται τους παρακατιανούς γειτόνους του σαν να ‘ταν παράσιτα και γελωτοποιοί. Στο μαντρί του είχε ε­κατοντάδες σκυλιά και καμιά εκατοστή ιπποκόμους που τα περιποιό­νταν, όλους καβαλαρέους κι όλους με στολή. Και νά, μια μέρα, ένα αγοράκι μόλις οχτώ χρονών, γιος ενός υπηρέτη, πέταξε μια πέτρα εκεί που έπαιζε και χτύπησε στο πόδι τ’ αγαπημένο κυνηγόσκυλο του στρατηγού.

«Γιατί κουτσαίνει τ’ αγαπημένο μου σκυλί;» του λένε λοιπόν το και το. Τούτο δω το παιδί πέταξε μια πέτρα και το χτύπησε. «Α, εσύ ήσουν», είπε και καλοκοίταξε ο στρατηγός. «Πιά­στε τον!» Τον πιάσανε και τον πήρανε απ’ τη μάνα του, όλη τη νύ­χτα τον αφήσανε στο μπουντρούμι. Το πρωί, μόλις έφεξε, βγαίνει ο στρατηγός μ’ όλη την ακολουθία του για κυνήγι, καβαλίκεψε στ’ άλογο, γύρω του οι φιλοξενούμενοι -χαραμοφάηδες-, τα σκυλιά, οι υπηρέτες, οι σαλπιγκτές, όλοι στ’ άλογα. Μαζεύτηκαν και οι χω­ριάτες για να δουν, και μπροστά μπροστά η μητέρα του ένοχου παι­διού.

Βγάζουν απ’ το μπουντρούμι τον μικρό. Είναι μια σκυθρωπή, ψυχρή, φθινοπωριάτικη μέρα γεμάτη καταχνιά, περίφημος καιρός για κυνήγι. Ο στρατηγός διατάζει να γδύσουν τον μικρό τον γδύνουν και τον αφήνουν τσιτσίδι, αυτός τρέμει, αλάλιασε απ’ το φόβο του, δεν τολμάει να βγάλει κιχ … « Μαρς!» διατάζει ο στρατηγός, «τρέχα, τρέχα!» φωνάζουν στον μικρό οι ιπποκόμοι υπηρέτες, τ’ α­γόρι αρχίζει να τρέχει … «Απάνω του!» ξεφωνίζει ο στρατηγός κι αμολάει πίσω του όλο το κοπάδι τα σκυλιά. Αυτό έγινε μπροστά στη μητέρα, τα σκυλιά κάνανε κομμάτια το παιδάκι! …

***

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι “Αδελφοί Καραμάζοφ”

Πίνακας αρχής: Φύγε Μακριά Μου, Σατανά του Ίλια Ρέπιν
via

Μας πούλησες για λίγα γούστα







Κυκλοθυμικός κι ανισόρροπος άνθρωπος. Τι να σου λέω. Δημιουργώ το χάος από επιλογή κι επιθυμώ να το κοντρολάρω. Καμία λογική. 




Εσύ τί μου φταις! Εμφανίστηκα σαν ιδέα πολλών προδιαγραφών. Να βγάλεις τα γούστα σου, ν' αγκαλιάζεις ένα σώμα που του έδινες τη μορφή που επιθυμούσες να είχες πραγματικά, αλλά δεν μπόρεσες. Την επικοινωνία που σ' έκανε να ξεχνάς και να μην φανείς απεγνωσμένος σ' εκείνη την άλλη. Βόλευα και το πρόγραμμα σου. Δε βαριέσαι. Όσο πάει, είπαμε. Τελικά, πως πάει;


Όλα καλά, θα μου απαντήσεις με χαλαρό ύφος, αφού ορκίσαμε τους εαυτούς μας να μη νιώσουν. Το γιατί. Τώρα δεν έχω απάντηση να σου δώσω.

Όταν η ιδέα, πριν καλά καλά δημιουργηθεί και προλάβει να επεξεργαστεί σαν δεδομένο στο κεφάλι μου, γνωστοποιήθηκε, κατόπιν λίτρα αλκοόλ, οι αναστολές πήγαν περίπατο. Δεν μπορούσα, κι ίσως ακόμη να μην μπορώ, να πω με σιγουριά αν ήταν καλύτερα ή χειρότερα έτσι. 

Σύντομα, όμως, άρχισα ν' ανακαλύπτω τις διαδρομές του κορμιού σου. Κι όσο επικίνδυνες φάνταζαν μερικές, τόσο γούσταρα να πατάω το γκάζι. Άλλωστε το φρένο είναι για ανθρώπους ανασφαλείς. Πιστά σκυλιά της λογικής. Δεν είχα μάθει έτσι. Ούτε σκόπευα να χαλιναγωγήσω τα συναισθήματά μου. Η ιδέα και μόνο μου έμοιαζε ξένη και με τρόμαζε. 

Το ίδιο σύντομα, το σώμα μου συνήθιζε το καλούπι σου. Κι αυτό, γαμώτο μου, με τρόμαξε περισσότερο. Γιατί εγώ, τη συνήθεια, τη σιχαίνομαι. Την τρέμω. Αν φτάσεις να συνηθίσεις κάτι, λένε, σημαίνει πως έχει αναπτυχθεί και κάτι. Απο οικειότητα μέχρι και συναίσθημα. Κι όταν οι αγκαλιές σου, παραδόξως, με ηρεμούσαν, πως να μην πνιγώ από φρίκη;

Οι αδυναμίες σου άρχισαν να γίνονται τροφή για προσπάθεια απ' τη μεριά μου κι οι ιδιοτροπίες σου, το αγαπημένο μου κομμάτι. Κι έχεις και πολλές ανάθεμά σε. Σκεφτόμουν να προσπαθήσω για κάτι που δήλωσες πως δε θα βγάλει πουθενά. Για μια ιστορία που δε θες να νιώσεις. Πόσο διαταραγμένη ψυχή να έχω;

Το διάστημα που μετράμε είναι μικρό. Έτσι κι' αλλιώς το νωρίς θα είναι για εμάς αργά. Ίσως γι' αυτό κι οι στιγμές μας να είναι πολλές κι η κάθεμιά τους ξεχωριστές. Ξέρω ακόμη πως τις περισσότερες φορές τα νεύρα μου δεν υπομένονται. Μα κι εσύ, ξύπνα μία φορά με μουδιασμένο χέρι κι άσε με να κοιμηθώ πάνω του. Ξεβολέψου λίγο και χάλασε το πρόγραμμα σου κι ας μη σου το έχω ζητήσει. 

Μιλάω πολύ, αλλά πάντα, όταν το ανοίγω το ρημάδι, λέω αυτά που δεν πρέπει να πω. Γι΄ αυτό και τώρα δε θέλω λέξεις. Οι λέξεις απλά ενθαρρύνουν  τα πράγματα να συμβούν. Οι πράξεις όμως δίνουν σάρκα κι οστά στην κατάσταση. 

Κι εγώ πανικοβάλλομαι. Κι εγώ φρικάρω. Μα μη με βάζεις πάντα στη διαδικασία να σκεφτώ πώς να ενεργήσω, ούτε πώς πρέπει να λειτουργήσεις εσύ. Είναι ψυχοφθόρο να προσπαθώ διαρκώς να μην απολαύσω το καθετί που περνάμε, προκειμένου να μη χαθεί το παιχνίδι. 

Θέλει γερό στομάχι αυτό που επιλέξαμε. Τότε. Τώρα απλά συμφώνησα με τα δεδομένα σου. Αφου το στοίχημα με τον εγωισμό μου το κέρδισα. Τα γούστα όμως, γλυκάκι μου, πληρώνονται ακριβά και χαρίζονται για πλάκα. 

Εμένα, το τελευταίο δεν μου είναι άγνωστο. Απλά στην προκειμένη φάση, καθόλου επιθυμητό. Ωστόσο, ξέρω τον τρόπο να το αντιμετωπίσω. Δε φοβάμαι να πονέσω κι αυτό είναι μεγάλη υπόθεση. Αυτό που με τρομάζει είναι πως για λίγο σε συνήθισα. Αλλά να χαρείς, μη σηκώσεις αμανέδες και τουπέ, καθώς σαν τ' αντιληφθώ, θα υπάρχω στην λίστα σου απλά σαν ένας επιπλέον αριθμός, που θα σκαλώνεις λίγο όσο απαρρυθμείς τις εμπειριούλες σου. 

Κι αυτό, γιατί βλέπω παραπάνω απ' όσα φαίνονται. Γνωρίζω πως έχει η κατάσταση κι ακόμη δεν έχω φύγει. Δε συνηθίζω όμως να με χαλαλίζω. Επιλέγω. Κι αυτό είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της προσπάθειάς μου για την ιστορία. 

Να ρισκάρω να χάσω προκειμένου να κερδίσεις. 

Γιατί δε σε άξιζα;



Δώσε χρόνο στον εαυτό σου να γιατρευτεί και πέσε ξανά με τα μούτρα στον έρωτα



Κάποτε μου είχες πει πως κανείς δεν είχε καταφέρει να πλησιάσει την ψυχή σου.


Τότε, στις πρώτες μας μεγάλες εξομολογήσεις που είχαν παρέα μια αγκαλιά κι ένα τσιγάρο. Έτσι κι εγώ το έβαλα σκοπό να φτάσω εκεί και να μείνω για πάντα.


Και δεν ήταν μόνο ο έρωτας που με διέταζε να το κάνω. Συνένοχοι ήταν ο εγωισμός κι η περιέργεια.


Πώς είναι δυνατόν να μην την έχεις δώσει σε κανέναν προηγούμενο έρωτα; Τι μπορεί να κρύβει και την προστατεύεις τόσο καλά;


Ο έρωτάς μου έκαιγε δυνατός κάτω απ᾽ το δέρμα μου κι ήταν αποφασισμένος να μη σου αφήσει περιθώρια αντίστασης. Είχε πεισμώσει να την κατακτήσει με τον ίδιο τρόπο που κέρδισε το μυαλό και το κορμί σου.


Έπαιξα μ᾽ ανοιχτά φύλλα. Ολοκληρωτική παράδοση στα χέρια σου κι, όμως, εκείνη μίλια μακριά από το πεδίο οπτικής μου.


Μέχρι που έφτασα σ’ εκείνο το σημείο, που δεν μου απόμενε τίποτα για να δώσω πια.


Με γέμισε το κενό και τρύπησε τη μύτη μου η μυρωδιά της ήττας.


Γιατί αυτό σημαίνει νικημένος. Να είσαι ερωτευμένος και να μην καταφέρεις ποτέ να κερδίσεις κάτι από ᾽κεινον. Να μη σ᾽ αφήσει να πάρεις σπιθαμή από οτιδήποτε δικό του.


Κανένας μονόπλευρος έρωτας δεν μπόρεσε να γίνει επικός, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Κι όταν νιώθεις πως βυθίζεσαι σε τέτοιες καταστάσεις το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να κλείνεις μαλακά την πόρτα πίσω σου.


Χρόνια μετά κι ακόμα σκαλώνω με τον εαυτό μου. Γιατί δε σε άξιζα; Γιατί δεν κατάφερα πότε, ούτε για μια στιγμή, να πλησιάσω κοντά σου; Γιατί παρέμενες τόσο απόρθητος, κρυμμένος πίσω από τα τείχη σου μπροστά στη μαγεία;


Καμιά φορά σε φέρνω στο μυαλό μου και νιώθω πικρία για σένα. Οι άμυνές σου μαρτυρούν πόνο και μάλιστα καλά κρυμμένο. Πόνο που δεν τον μετριάζει ο χρόνος. Κατάρα που σέρνεις και δεν μπορείς να προχωρήσεις.


Θέλησες να μου δείξεις πως δεν είχες ποτέ ψυχή. Τα μάτια σου, όμως, ψιθύριζαν στα κρυφά τ᾽ αντίθετο.

Ήθελες ν᾽ αφεθείς και πάντα κάτι σε τραβούσε με δύναμη πίσω στ’ ασφαλή δεσμά σου.


Μπορεί και να διάλεξες κάποτε τον λάθος άνθρωπο να εμπιστευτείς. Και το μετάνιωσες.


Ίσως, να κατάλαβες πως δεν αξίζει να παραδίνεσαι στον πρώτο έρωτα που θα βρεθεί στον δρόμο σου. Γι’ αυτό και φυλάκισες τη ψυχή σου να ζει μόνη της.


Δεν υπάρχω πια στη ζωή σου, αλλά πάντα εύχομαι να βρεις εκείνα τα χέρια που θα ακουμπήσεις πάνω τους.

Ελπίζω να μπορέσεις να ελευθερωθείς απ᾽ τους κόμπους σου.


Ακόμα κι αν τα χέρια που εμπιστεύτηκες την πετάξουν με κρότο στο έδαφος, να ξέρεις εκεί θα βρεις το νόημα της ζωής. Στη δύναμη που θα βρεις ο ίδιος να μαζέψεις τα συντρίμμια σου.


Και μην φυλακιστείς πάλι. Δώσε χρόνο στον εαυτό σου να γιατρευτεί και πέσε ξανά με τα μούτρα στον έρωτα.


Να μη φοβηθείς την πτώση, να μην απογοητευτείς, να μην προδώσεις την αγάπη. Γιατί όσο κι αν δεν το παραδέχεσαι, πάντα, θα θέλεις κάπου ν᾽ ανήκεις.


Στο εύχομαι, κάποτε, να βρεις τα κατάλληλα, σταθερά κι ασφαλή χέρια. Κι εκεί, επιτέλους, να μπορέσεις να μείνεις.

Η ψυχή θέλει παρέα για να ταξιδέψει στην αιωνιότητα. Άφησε τη δική σου ελεύθερη και θα δεις πόσο όμορφο μπορεί να γίνει το ταξίδι.






Feature (Side)

Πρόσφατα

Random

*

Archives

© 2013 Point of view. All rights resevered. Designed by | point me