Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

AD (728x90)

  • 2793 Pine St

  • 1100 Broderick St

  • 868 Turk St

  • 420 Fell St

Το πάθος, το ήθος και ο λόγος της πειθούς - Αριστοτέλης




Το πάθος, το ήθος και ο λόγος: τα βασικά χαρακτηριστικά του ρητορικού λόγου




Ο ρητορικός λόγος λειτουργεί πειστικά με τρεις τρόπους: 

άλλοτε μέσω του χαρακτήρα του ρήτορα, άλλοτε μέσω της συγκεκριμένης διάθεσης που δημιουργεί στην ψυχή του ακροατή και άλλοτε με τα αποδεικτικά ή φαινομενικά αποδεικτικά επιχειρήματα που περιέχει ο ίδιος. 

Με τον χαρακτήρα του ο ρήτορας πείθει όταν μιλάει με τέτοιον τρόπο ώστε ο λόγος του να τον κάνει αξιόπιστο· 

γιατί στους έντιμους ανθρώπους χαρίζουμε σε μεγαλύτερο βαθμό και με περισσότερη προθυμία την εμπιστοσύνη μας για όλα, βέβαια, εν γένει, τα θέματα, κατά τρόπο όμως απόλυτο για τα θέματα στα οποία δεν υπάρχει βεβαιότητα και μας αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας. 

Και αυτό όμως πρέπει να προκύπτει από τον λόγο και όχι να είναι το αποτέλεσμα μιας καλής ιδέας που έχουμε από πριν για τον ρήτορα: 

εγώ δεν δέχομαι, όπως το δέχονται κάποιοι συγγραφείς εγχειριδίων ρητορικής, ότι η εντιμότητα του ρήτορα δεν αποτελεί στοιχείο της ρητορικής τέχνης, γιατί δήθεν δεν συντελεί καθόλου στο να πεισθεί ο ακροατής· ίσα ίσα θα έλεγα ότι ο χαρακτήρας του ρήτορα είναι σημαντικότατο μέσο πειθούς. 

Μέσω των ακροατών, πάλι, πείθει ο ρήτορας, όταν ο λόγος του τους κάνει να κυριευθούν από κάποιο πάθος· 

γιατί δεν παίρνουμε τις ίδιες αποφάσεις λυπημένοι ή χαρούμενοι, κυριευμένοι από αγάπη ή από μίσος, και αυτό, όπως είπαμε, είναι το μοναδικό σημείο στο οποίο επιχειρούν να συγκεντρώσουν την προσοχή τους οι σημερινοί συγγραφείς εγχειριδίων ρητορικής –σ' αυτά όμως θα αναφερθούμε λεπτομερειακά, όταν θα μιλήσουμε για τα πάθη. 

Τέλος οι ακροατές πείθονται από τον ίδιο τον λόγο, όταν τους δείξουμε καθαρά την αλήθεια ή την αληθοφάνεια χρησιμοποιώντας ό,τι είναι πειστικό στην κάθε επιμέρους περίπτωση.




Παρακολουθήστε,λοιπόν,σ'αυτό το καταπληκτικό animation,τον διάλογο μεταξύ του Joshua Bell,που εκφράζει το παράπονο του και του Αριστοτέλη,που τον καθησυχάζει, εξηγώντας παράλληλα τη Θεωρία του...


***Ενεργοποιήστε τους Ελληνικούς Υπότιτλους,κάνοντας "κλικ" στο τετραγωνάκι,κάτω δεξιά της οθόνης***




ΠΕΙΘΩ / ΤΡΟΠΟΙ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΠΕΙΘΟΥΣ


2.1  Τρόποι και μέσα πειθούς

Τρόποι πειθούς είναι οι συγκεκριμένες επιλογές του πομπού για να πείσει το δέκτη και να τον οδηγήσει στην αποδοχή της άποψης-θέσης που υποστηρίζει ή να τον παρακινήσει σε κάποια ενέργεια . Τέτοιοι τρόποι είναι:

Ø  Η επίκληση στη λογική: Είναι ο τρόπος σύμφωνα με τον οποίο ο πομπός προσπαθεί να πείσει το δέκτη περί της ορθότητας της θέσης του, επικαλούμενος τη λογική του σκέψη, επιστρατεύοντας δηλαδή λογικά επιχειρήματα και τεκμήρια.

Ø  Η επίκληση στο συναίσθημα: Είναι η προσπάθεια του πομπού να διεγείρει διάφορα συναισθήματα στο δέκτη, τα οποία θα τον παρακινήσουν στην προσδοκώμενη απόφαση ή ενέργεια.

Ø  Η επίκληση στο ήθος:

·      Επίκληση στο ήθος του πομπού: Είναι η προσπάθεια του πομπού να πείσει το δέκτη επικαλούμενος το ήθος του προσώπου του.
·      Επίκληση στο ήθος του δέκτη: Είναι η προσπάθεια του πομπού να πείσει το δέκτη επικαλούμενος το ήθος του δέκτη.
·      Η επίθεση στο ήθος του αντιπάλου: Είναι η προσπάθεια του πομπού να πείσει το δέκτη για την ορθότητα της δικής του άποψης έναντι της άποψης του «αντιπάλου», όχι μέσω επιχειρημάτων, αλλά μέσω φραστικής επίθεσης προς τον αντίπαλό του, θίγοντας κυρίως το ποιόν του και τις προγενέστερες επιλογές του.

Ø  Η επίκληση στην αυθεντία: Είναι η προσπάθεια του πομπού να πείσει το δέκτη για την ορθότητα της άποψης του επικαλούμενος την άποψη-θέση κάποιου ειδικού επί του θέματος ατόμου.

2.1.1  Επίκληση στη λογική

Είναι ο τρόπος σύμφωνα με τον οποίο ο πομπός προσπαθεί να πείσει το δέκτη περί της ορθότητας της θέσης του, επικαλούμενος τη λογική του σκέψη, χρησιμοποιώντας δηλαδή λογικά επιχειρήματα και τεκμήρια.

Μέσα επίκλησης στη λογική:

α. Επιχειρήματα: Είναι οι λογικές προτάσεις (νοητικές κατασκευές) που οργανώνονται συνήθως κλιμακωτά για τη στήριξη ή την ανατροπή μιας θέσης και που οδηγούν σε ένα αιτιολογημένο συμπέρασμα.

Η δομή ενός επιχειρήματος είναι:
·      Μία ή περισσότερες προκείμενες προτάσεις (η πρώτη πρόταση και πάντως αυτή που περιέχει το κατηγόρημα του συμπεράσματος είναι ημείζων προκείμενη και η δεύτερη και πάντως αυτή που περιέχει το υποκείμενο του συμπεράσματος είναι η ελάσσων προκείμενη[1]).
·      Συμπέρασμα.

Σε ερώτηση να εντοπιστεί-βρεθεί η δομή του επιχειρήματος απαντάμε ως εξής:
«Η δομή του επιχειρήματος είναι:
Δύο προκείμενες (π.χ.) προτάσεις:
·      Πρώτη προκείμενη: ...π.χ. «Όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί.» (μείζων προκείμενη).
·      Δεύτερη προκείμενη: ...π.χ. «Ο Σωκράτης είναι άνθρωπος.» (ελάσσων προκείμενη).
Συμπέρασμα: ...«Άρα, ο Σωκράτης είναι θνητός.»»

β. Τεκμήρια: Είναι τα συγκεκριμένα στοιχεία-αποδείξεις που παραθέτει ο πομπός προκειμένου να τεκμηριώσει/πιστοποιήσει τη θέση του.



2.1.2  Επίκληση στο συναίσθημα του δέκτη

Πρόκειται για την προσπάθεια του πομπού να διεγείρει διάφορα συναισθήματα στο δέκτη, τα οποία θα τον παρακινήσουν να προβεί σε κάποια απόφαση ή ενέργεια. Ο πομπός, δηλαδή, επιδιώκει να ασκήσει συγκινησιακή επίδραση στο δέκτη και να τον οδηγήσει σε μια συγκεκριμένη συναισθηματική κατάσταση, προκειμένου να τον ευαισθητοποιήσει αρχικά και κατόπιν να τον «πείσει» να κάνει αυτό που του υπαγορεύει ή να ασπαστεί την άποψή του.
Μέσα επίκλησης στο συναίσθημα

Ο πομπός προκειμένου να προκαλέσει διάφορα συναισθήματα στο δέκτη καταφεύγει ή επιστρατεύει τα εξής μέσα:

Ø  Την περιγραφή
Ø  Την αφήγηση
Ø  Το χιούμορ
Ø  Την ειρωνεία
Ø  Διάφορα ερωτήματα
Ø  Λέξεις ή φράσεις συγκινησιακά φορτισμένες
Ø  Σχήματα λόγου-ποιητική λειτουργία της γλώσσας
Ø  Διάφορα υφολογικά μέσα, π.χ. καταγγελτικός λόγος
Ø  

Παρατηρήσεις:

Ø  Όταν εντοπίζουμε σε ένα κείμενο το σημείο όπου γίνεται επίκληση στο συναίσθημα θα πρέπει να αναφέρουμε και το συγκεκριμένο συναίσθημα που διεγείρει.
Π.χ. επίκληση στο συναίσθημα (πρόκληση φόβου).
Ø  Όταν κάνουμε επίκληση στο συναίσθημα του δέκτη, πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη:
·         Τη συναισθηματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο δέκτης.
·         Το είδος της συναισθηματικής διέγερσης που θέλουμε να προκαλέσουμε.
·         Τον τρόπο πρόκλησης αυτής.
Ø  Πολλές φορές το είδος αυτό πειθούς γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από αδίστακτους δημαγωγούς, προκειμένου να παραπλανήσουν…, να φανατίσουν…, να προσηλυτίσουν… και εν τέλει να πετύχουν τους άνομους σκοπούς τους.



2.1.3  Επίκληση στο ήθος

Υπάρχουν τρεις μορφές επίκλησης στο ήθος:

1.        Επίκληση στο ήθος του πομπού
Ο πομπός προσπαθεί να ενισχύσει την αξιοπιστία του λόγου του προβάλλοντας το ήθος του και την αξιοπιστία του προσώπου του, προκειμένου να κερδίσει έτσι την εμπιστοσύνη του δέκτη. Προβάλλει, δηλαδή, το πρόσωπό του με τέτοιο τρόπο ώστε να προκύπτει και να αποδεικνύεται η αξιοπιστία του, προκειμένου να πείσει το δέκτη για την εγκυρότητα και ορθότητα των απόψεών του.

Η αξιοπιστία του πομπού πρέπει:
·           Να προκύπτει από το λόγο του και όχι από την εικόνα που είχε σχηματίσει ο δέκτης γι’ αυτόν.
·           Να απορρέει από το λόγο του και να μην προβάλλεται έντονα και επιτακτικά στο πλαίσιο αλαζονικής στάσης.
·           Να στηρίζεται στη βαθιά του πίστη σε ηθικές αρχές και αξίες, στην απόλυτη προσήλωσή του σε ιδανικά, όπως της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης κ.λπ., αλλά και να προκύπτει από προσωπικές αρετές, όπως είναι η ευσυνειδησία, η ανιδιοτέλεια, η εντιμότητα, η ειλικρίνεια, η μετριοπάθεια κ.λπ.
·           Να μην υποκρύπτει σκοπιμότητες και να μην εξυπηρετεί άνομα συμφέροντα, διότι τότε ανάγεται σε μέσο παραπλάνησης και προπαγάνδας.

Σημείωση: Ταυτόχρονα γίνεται και επίκληση στο συναίσθημα του δέκτη, καθώς δημιουργείται σ΄ αυτόν το συναίσθημα της ικανοποίησης και σιγουριάς για το γεγονός ότι ο πομπός «έχει δίκιο»





2.        Επίκληση στο ήθος του δέκτη
Στην περίπτωση αυτή ο πομπός επικαλείται το ήθος του δέκτη, επικαλείται δηλαδή κάποιες αρετές που έχει ή προβάλλει πως έχει ο δέκτης, προκειμένου να τον πείσει να ταυτιστεί με τις απόψεις του. Συνήθως η τεχνική αυτή λόγου αποσκοπεί:
·           ή στο να δημιουργήσει στο δέκτη αίσθημα ευθύνης απέναντι σε θέματα ηθικής τάξης, έτσι ώστε να νιώσει το χρέος να διαπράξει το «καλό» που ο πομπός ευαγγελίζεται (χαρακτηριστική περίπτωση είναι τα διάφορα ηθικά διλήμματα που θέτει ο πομπός στο δέκτη, π.χ. «αν πράξετε το (χ) θα αποδείξετε ότι είστε θεματοφύλακες των ηθικών αρχών και αξιών, ενώ αν πράξετε το (ψ) θα αποδείξετε πως υπονομεύετε αυτές και πως είστε φαύλοι…»)
·           ή στο να «κολακέψει» το δέκτη, αποδίδοντας του ιδιότητες που έχει ή θα επιθυμούσε να έχει (π.χ. «Γνωρίζω καλά πως απευθύνομαι σε ανθρώπους που έχουν φρόνηση και βαθιά πίστη στις αξίες. Σε ανθρώπους που αγαπούν την πατρίδα τους και θέλουν να τη βλέπουν συνεχώς να προοδεύει… Και γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους είμαι σίγουρος πως θα πάρετε άμεσα την απόφαση να…».
·           είτε να προκαλέσει στο δέκτη το συναίσθημα της ενοχής, αν δεν κάνει αυτό που ο πομπός προτείνει.

Σημείωση: Ταυτόχρονα γίνεται και επίκληση στο συναίσθημα του δέκτη, καθώς δημιουργούνται σ΄ αυτόν διάφορα συναίσθημα, όπως αναφέρθηκαν παραπάνω.


Ιδιαίτερα ρευστά είναι και εδώ τα όρια της προπαγάνδας, γι’ αυτό και η χρήση ή αξιολόγηση του τρόπου αυτού πειθούς απαιτεί μεγάλη προσοχή και σύνεση.

3.        Επίθεση στο ήθος του αντιπάλου
Στην περίπτωση αυτή ο πομπός απευθυνόμενος στο δέκτη και προσπαθώντας να τον πείσει πως η δική του θέση/άποψη είναι σωστή και όχι η θέση/άποψη κάποιου άλλου (αντιπάλου) επιτίθεται στο ήθος του αντιπάλου. Προβαίνει, δηλαδή, σε μια άμεση ή έμμεση προσωπική επίθεση εναντίον του, κατακρίνοντάς τον για το ποιόν του, για τις θέσεις του, ακόμη και για την προσωπική του ζωή.

Ένας τέτοιος τρόπος πειθούς είναι κατά βάση αντιδεοντολογικός και καταδικαστέος, διότι:
·      Δεν υπηρετεί την αλήθεια και το γενικό συμφέρον, τα οποία προκύπτουν μόνο μέσα από ένα γόνιμο και ήρεμο διάλογο, που στηρίζεται στη διαλεκτική «σύγκρουση» διαφορετικών απόψεων και στη βάσιμη επιχειρηματολογία.
·      Τρέφεται και τροφοδοτεί στερεότυπα και προκαταλήψεις.
·      Καλλιεργεί το φανατισμό και τη μισαλλοδοξία, προκαλώντας ρωγμές στον κοινωνικό ιστό.
·      Τρέφει τη σκανδαλολογία και τη «δαιμονοποίηση».
·      Καταλύει θεμελιώδη δικαιώματα, όπως αυτό της προσωπικής ζωής…

Μόνο στην περίπτωση που η επίθεση αυτή στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο σε στέρεα επιχειρήματα και σε ατράνταχτα τεκμήρια περί της «ανηθικότητας» και επικινδυνότητας του αντιπάλου, μπορεί να δικαιολογηθεί και να «νομιμοποιηθεί», στο όνομα της προστασίας του πολίτη και του κοινωνικού συνόλου.

Σημείωση: Ταυτόχρονα γίνεται και επίκληση στο συναίσθημα του δέκτη, καθώς δημιουργούνται σ΄ αυτόν διάφορα συναίσθημα, αφενός για τον «αντίπαλο», όπως για παράδειγμα αποστροφή, αγανάκτηση… και αφετέρου για τον πομπό, όπως για παράδειγμα εμπιστοσύνη, ασφάλεια κ.λπ.

2.1.4        Επίκληση στην αυθεντία

Πρόκειται για τον τρόπο πειθούς κατά τον οποίο ο πομπός για να ενισχύσει την εγκυρότητα-αξιοπιστία του ισχυρισμού του και να πείσει το δέκτη επικαλείται την άποψη/θέση ενός ειδικού επί του θέματος («αυθεντία»), την οποία ή παραθέτει εξ΄ αρχής, χωρίς ο ίδιος να επιχειρηματολογήσει υπέρ του ισχυρισμού του, ή την χρησιμοποιεί ως επικύρωση-τεκμηρίωση[1], αφού πρώτα αναπτύσσει τη δική του επιχειρηματολογία απόδειξης του ισχυρισμού του.
Ο τρόπος αυτός πειθούς είναι αναγκαίος και επιβάλλεται, κυρίως στους χώρους των επιστημονικών κειμένων ή λόγων, διότι οποιαδήποτε άποψη/θέση ή νέα γνώση πρέπει να στηρίζεται και να οικοδομείται στην προϋπάρχουσα γνώση που προέκυψε από έγκυρες έρευνες και μελέτες, την πατρότητα των οποίων δικαίως κατέχουν κάποιοι διακεκριμένοι επιστήμονες. Εξάλλου, θεμελιώδης αρχή της έρευνας και όλων των επιστημών είναι πως «η γνώση κατακτάται σταδιακά και οικοδομείται τμηματικά πάνω στο προϋπάρχον γνωσιολογικό οικοδόμημα.

Ενδέχεται, ωστόσο, να λειτουργεί σε βάρος της πειθούς, διότι/όταν:
  • Γίνεται κατάχρηση, προκειμένου να καλυφθεί η ένδεια επιχειρημάτων του πομπού και η αδυναμία του να αρθρώσει συγκροτημένο λόγο.
  • Στερείται επαρκούς γνώσης των επιστημονικών δεδομένων, με αποτέλεσμα να γίνεται επίκληση στην αυθεντία κάποιου, ο οποίος υποστηρίζει απόψεις που ή έχουν ξεπεραστεί από την εξέλιξη των επιστημονικών δεδομένων ή έχουν ανατραπεί από νέες γνώσεις ή δε στηρίζονται σε επαρκή επιστημονικά ευρήματα, οπότε στερούνται επιστημονικής εγκυρότητας.
  • Οι απόψεις των ειδικών προβάλλονται ως αυταπόδεικτες και αδιαμφισβήτητες αλήθειες μέσα στο πλαίσιο ενός ακραιφνούς δογματισμού, κατά το πρότυπο των μαθητών του Πυθαγόρα που, όταν υποστήριζαν κάτι και αδυνατούσαν να το αποδείξουν, απαντούσαν: «τάδε (αυτός, ο Πυθαγόρας) έφα».
  • Γίνεται επίκληση σε απόψεις κάποιων που δεν είναι ειδικοί επί του συγκεκριμένου υπό διαπραγμάτευση θέματος.








[1] Στην περίπτωση αυτή η αυθεντία κανονικά λειτουργεί ως τεκμήριο, άρα ως μέσο επίκλησης στη λογική





[1] Οι χαρακτηρισμοί αυτοί ισχύουν κατά βάση για τους τυπικούς συλλογισμούς, ενώ για τα συλλογιστικά επιχειρήματα (συλλογισμοί μέσα σε παράγραφο) πιθανόν να μην είναι ευδιάκριτος ο εντοπισμός της μείζονος και ελάσσονος προκείμενης.




Αριστοτέλη, Ρητορική Α΄ 2.3-6 (1356 a1-1356 a20)

[πηγή: Δ. Λυπουρλής, Αριστοτέλης. Ρητορική Βιβλίο Πρώτο. Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια, Ζήτρος 2002]
via

Άρχοντες κι αρχόμενοι: «Τ' αμνά του Καράμπελα και το αρνί της Χάιδως».




Ένα διδακτικό παραμύθι με 
λύκους, πρόβατα και έναν ελέφαντα


Ο βαρύς ελέφας έθνους εβασίλευσεν προβάτων
και της κυβερνήσεως του υπουργούς μεν είχε λύκους
διοικούντας δια νόμων κ’ ελευθέρων συνταγμάτων,
κατασκόπους δε του θρόνου είχε στήσει τους πιθήκους.

 ****

Κ’ οι μεν υπουργοί ασπλάγχνως τον λαόν ελεηλάτουν,
οι δε πίθηκοι υπούλως διηγούνται τω Μονάρχη
οτ’ οι υπουργοί τους νόμους και το σύνταγμα φυλάττουν,
και εις τον λαόν μεγάλη ευχαρίστησις υπάρχει.

 ****

Πλην τα πρόβατα εις άκρον φθάσαντα απελπισίας
έκθεσιν προς τον Μονάρχην παριστούν των εγκλημάτων,
αναφέρουσι των λύκων τας φρικτάς παρανομίας
και απαλλαγήν αιτούνται των τοσούτων παθημάτων.


 ****

Ο ελέφας εθυμώθη και καλεί ενώπιον του
υπουργούς και κατασκόπους κ’ εις αυτούς καθυποβάλλει
τας λεπτομερείς εκθέσεις των αγαπητών λαών του,
ζητεί λόγον των εν ταύταις παρανομιών μεγάλων.

 ****

Βασιλεύ, λέγουν οι λύκοι, είναι ψεύσται οι λαοί σου,
μας συκοφαντούν αδίκως από ζήλιαν και φθόνον,
σε ομνύομεν δε ότι με την ακριβήν ζωήν σου
παίρνομεν απ’ τον καθένα από μια προβίτζαν μόνον.

 ****

Ο δ’ ελέφας την μακράν του συγκινήσας προβοσκίδα
ως ελέφας απεκρίθη: «Και τωόντι οι λαοί μου
δια το μηδέν φωνάζουν, τους εγνώρισα, τους είδα,
δίκαι’ είν’ οι υπουργοί μου και πιστοί οι αυλικοί μου».



 ****

Ιβάν Αντρέγιεβιτς Κριλόβ, Μύθοι
(Μετάφραση Κ. Τσορβατζόγλου, 1848)

Πώς το μυαλό σας δημιουργεί ιδέες;



Δημιουργούν οι συνθήκες τις ιδέες ή μήπως όχι;


Μια γενικά αποδεκτή γνώμη είναι το ότι οι ιδέες πηγάζουν ή επιβάλλονται αποκλειστικά από τις συνθήκες. Αυτή είναι μια ολότελα αστήρικτη άποψη και πιστεύουμε ότι στηρίζεται στην κοινή καταθλιπτική εντύπωση ότι ο άνθρωπος αποτελεί έρμαιο των συνθηκών ή παθητικό δέκτη των συμβάντων της κοινωνικής και φυσικής ζωής.
Αυτή η αντίληψη ενισχύει την αίσθηση της παθητικότητας και μηδαμινότητάς του, ενώ ταυτόχρονα τον απαλλάσσει από το βάρος της ευθύνης του να αντιδράσει και να ανταποκριθεί ορθά και έγκαιρα σε αυτές τις συνθήκες. Και όπως ο άνθρωπος θεωρείται έρμαιο των εξωτερικών συνθηκών, που πάντοτε κάποιοι άλλοι έλλογοι ή άλογοι παράγοντες δημιουργούν, με τον ίδιο τρόπο θεωρούνται και οι ιδέες ως γεννήματα των συνθηκών. Δηλαδή, οι συνθήκες είναι αυτές που ορίζουν και τον άνθρωπο και τις ιδέες. Αυτό το συμπέρασμα βγαίνει από το ότι πάντοτε οι ιδέες αναδύονται έπειτα από συνθήκες πιεστικές, όταν ο άνθρωπος εξαναγκάζεται να δράσει.
Είναι όμως τα πράγματα τόσο απλά και ξεκάθαρα;
Πιστεύουμε πως όχι. Τα φαινόμενα είναι ένα απλό είδωλο του πλήθους των γεγονότων της ζωής και της αιτιατής αλυσίδας τους, όπου εμπλέκονται οι σκέψεις, οι επιλογές, οι δράσεις, οι επιρροές σε ένα πολύπλοκο συνεκτικό σύνολο που τελικά καταλήγει να προκαλεί τα φαινόμενα που αντιμετωπίζουμε. Ένα άμεσο παράδειγμα είναι η οικονομική κατάσταση της εποχής μας.
Δηλαδή, έχουμε σε έναν συνεκτικό και ζωντανό ιστό τα εξής στοιχεία: τις συνθήκες, τη συνείδηση του ανθρώπου και τις ιδέες ή αρχές. Ειδικότερα:



1) τις συνθήκες, όπου εμπίπτουν τόσο οι φυσικές συνθήκες π.χ. το κλίμα, η σωματική διάπλαση, όσο και οι κοινωνικές συνθήκες π.χ. φτώχεια, πόλεμος, ευημερία.
2) τη συνείδηση των ανθρώπων, της οποίας ο ρόλος σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο δεν λαμβάνεται σχεδόν καθόλου υπόψη, ενώ αποτελεί την πηγή του κοινωνικού γίγνεσθαι. Η συνείδηση είναι αυτή που περιλαμβάνει και την παθητικότητα είτε ως επιλογή είτε ως αναπόφευκτη αδυναμία. Η συνείδηση όμως, είτε παθητική είτε ενεργητική, δημιουργεί συνθήκες ή συμβάλλει στη δημιουργία τους.
Οι κοινωνικές συνθήκες δημιουργούνται στον μεγαλύτερο βαθμό από τον ίδιο τον άνθρωπο. Το ότι μπορεί λίγοι άνθρωποι να τις κατευθύνουν δεν έχει σημασία, γιατί όπου υπάρχουν άνθρωποι υπάρχουν και ανθρώπινες σχέσεις, δηλαδή δρώντα υποκείμενα εκ των οποίων το καθένα έχει έναν βαθμό αυτοβουλίας και αυτεξουσιότητας. Η αυτεξουσιότητα εκφράζεται αφ’ ενός μεν στη δυνατότητα της δράσης και αφ’ ετέρου στην ικανότητα της συνείδησης για επιλογή. Είναι πιθανόν η συνείδηση να γνωρίζει και να επιλέγει το ορθό, αλλά η αντίπαλη δύναμη να είναι υπέρτερη, οπότε θα μπορούμε να πούμε ότι οι εξωτερικές συνθήκες είναι ανυπέρβλητες. Αν όμως η ίδια η συνείδηση είναι αυτή που υπνώττει, τότε τα πράγματα είναι ολότελα διαφορετικά – και αυτό είναι το σύνηθες. Επίσης, ίσως η συνείδηση να ήταν αδιάφορη, τότε που το άτομο θα μπορούσε να παρέμβει αποτελεσματικά και να ξυπνά όταν πλέον οι συνθήκες είναι ανυπέρβλητες. Και σε αυτή την περίπτωση ο άνθρωπος είναι ο δημιουργός των συνθηκών με την επιλεγμένη αδιαφορία του, γιατί η παθητική συνείδηση συχνά είναι επιλογή του ατόμου και έχει το δικό της συγκαλυμμένο μερίδιο συμμετοχής στη δημιουργία των συνθηκών, γιατί επιτρέπει να δημιουργήσουν άλλοι τις δύσκολες συνθήκες ή τις δημιουργεί το ίδιο.
3) τις αρχές ή ιδέες που επιβάλλονται από την ανάγκη για συλλογικότητα ή από τη φύση της συλλογικότητας και ενυπάρχουν εν δυνάμει στα πράγματα. Αυτές οι αρχές είναι οι δυνατότητες και, τελικά, οι τρόποι εναρμόνισης των ατόμων με τη συλλογικότητα. Όλες οι ιδέες που γνωρίζουμε είναι σχετικές με τη συλλογικότητα, την ύπαρξη του «άλλου», έστω και αν αυτός ο άλλος είναι η φύση ή ο ίδιος ο εαυτός μας. Η συλλογικότητα δεν μπορεί να αποφευχθεί, γιατί ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον και, εκτός τούτου, βρίσκεται σε συνεχή σχέση ακόμη και με το άβιο περιβάλλον του, πράγμα που τον αναγκάζει σε συνεχή επαφή και αντίδραση. Αυτές οι αρχές αποκαλύπτονται σταδιακά στον άνθρωπο ή, με άλλα λόγια, ο άνθρωπος τις προσεγγίζει λόγω της ανάγκης του για συλλογικότητα και το πόσο καλά το κάνει εξαρτάται από το βάθος της συλλογικής συνείδησής του. Οι ιδέες είναι  ελεύθερες από την επιθυμία μας και την άμεση γνώση μας, γιατί είναι ενύπαρκτες στη φύση τη δική μας και των σχέσεων, και, στον βαθμό που η φύση μας και η σχέση είναι αδιάγνωστες, στον ίδιο βαθμό είναι αδιάγνωστες και οι ιδέες, αποκαλυπτόμενες σταδιακά. Το ότι αυτό άπτεται του φιλοσοφικού προβληματισμού δεν είναι κάτι που εμείς επιλέξαμε αλλά εγγενές στα πράγματα και όσοι προσπαθούν να το παρακάμψουν απλώς εθελοτυφλούν. Φυσικά, δεν μπορεί κανείς να περιμένει να απαντήσει στα φιλοσοφικά προβλήματα της ζωής για να δράσει, αλλά απλώς πρέπει να μην επιβάλει ως πανάκεια αυτό που δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά μόνον μια αναγκαία εργαλειακή και ταυτόχρονα ατελέστατη διαχείριση των συνθηκών λόγω της άγνοιάς του. Η ματιά προς το μέλλον πρέπει να είναι απροκατάληπτη και τόσο ελεύθερη όσο είναι δυνατόν, ακόμη και από τον αναπόφευκτο περιορισμό στον οποίο μας υποβάλλει η φύση μας.
Η επιβολή ως αναπόφευκτης της αδυναμίας του ανθρώπου απέναντι στις συνθήκες  πρέπει οπωσδήποτε να καταπολεμηθεί, αλλά κυρίως πρέπει να καταπολεμηθεί ο  εφησυχασμός, η φαντασίωση ότι δεν υπάρχει τίποτε που να μπορεί να διαχειριστεί ο άνθρωπος. Το παράδοξο και απαράδεκτο είναι ότι ο άνθρωπος, ενώ θεωρεί τον εαυτό του έρμαιο των συνθηκών, αντιθέτως θεωρεί τους ισχυρούς ικανούς να δράσουν και να επιβάλουν συνθήκες σαν να είναι τα μόνο αυτόβουλα όντα – και γι’ αυτό τους επιρρίπτει την ευθύνη. Πρέπει όμως να απαντήσουμε στο θεμελιώδες ερώτημα: Είναι δυνατόν η αυτοβουλία ή η αυτεξουσιότητα να είναι χαρακτηριστικό μόνον λίγων ανθρώπων; Φυσικά, η δύναμη έχει μεγαλύτερες δυνατότητες δράσης, αλλά δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν άτομα αυτόβουλα και άλλα μη αυτόβουλα. Η αυτοβουλία είναι καθολική αρχή για την ανθρωπότητα και αυτό πρέπει να το δούμε καθαρά.
Το ότι ο ανθρώπινος παράγοντας παίζει ρόλο φαίνεται και από δύο παραδείγματα της ιστορίας. Οι ιστορικές συνθήκες στην αρχαία Αθήνα κατέληξαν στον Σόλωνα που έβαλε τα πρώτα και επαναστατικά θεμέλια της δημοκρατίας, ενώ οι ιστορικές συνθήκες στη Γερμανία του μεσοπολέμου του 20ού αιώνα κατέληξαν στον Χίτλερ με τον ναζισμό. Ο λαός με την κουλτούρα του και τις επιλογές του έπαιξε και στις δύο περιπτώσεις σημαντικό ρόλο, στη μία θετικό και στην άλλη αρνητικό. Κάθε εξωτερική συνθήκη προκαλεί μία ανταπόκριση του ανθρώπου και αυτή ακριβώς η ανταπόκρισή του είναι το ζητούμενο, γιατί είναι ανάλογη με τη συνείδησή του και αποτελεί δική του επιλογή.


Σε τελική ανάλυση, δεν μπορούμε να κρίνουμε τα πράγματα μόνον από τις συνθήκες της τελευταίας στιγμής, από τις συνθήκες μιας τελικής μάχης όπου οι δυνάμεις παρατάσσονται σε ένα πεδίο με πλήρη ανάπτυξη όπως στον πόλεμο, και όπου μπορεί ο συσχετισμός δυνάμεων να είναι συντριπτικά αρνητικός. Πρέπει να τα κρίνουμε μέσα από όλο το ξετύλιγμα των επιλογών και των γεγονότων στον χρόνο, γιατί οι συνθήκες δημιουργούνται σταδιακά και το τέλος δεν αποτελεί παρά τη συνόψιση όσων κάναμε και δεν κάναμε σε μεγάλο μήκος χρόνου.
Όσο οι άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι στην αίσθηση ότι τα πάντα πηγάζουν έξω από αυτούς, τόσο θα είναι ανίκανοι να κατευθύνουν τη ζωή τους. Φυσικά, η ίδια η ζωή και πλήθος άλλων πραγμάτων δεν πηγάζουν από αυτούς, αλλά σαφέστατα έχουν ένα σημαντικό μέτρο δυνατότητας να δημιουργούν και να ασκούν επιρροή στην κοινωνία τους και το περιβάλλον.
Θα πρέπει, λοιπόν, να δούμε ευκρινέστερα τα κυρίαρχα πρότυπα και «οράματα» της ανθρώπινης ζωής, για να καταλάβουμε αν υπάρχει όντως μια εκ φύσεως ανικανότητα για επιλογή και δράση ή αν υπάρχει μία βαθύτερη επιλογή για εφησυχασμό που οδηγεί τον άνθρωπο να ακολουθεί πάντοτε την οδό της ελάχιστης αντίστασης, για να είναι ήσυχος για όσον χρόνο ζει. Πιστεύουμε ότι συμβαίνει κυρίως το δεύτερο, ειδικά στον δυτικό κόσμο, το οποίο μάλιστα επιτείνεται από το ότι ο άνθρωπος, φοβούμενος τον θάνατο, αισθάνεται ότι δεν υπάρχει λόγος να οραματίζεται το μέλλον παρά μόνον το άμεσο και χειροπιαστό. Σε αυτή την περίπτωση οι ιδέες, ως αναφερόμενες στο μακρινό μέλλον, είναι μια «πολυτέλεια» γι’ αυτόν, είτε ευημερεί είτε βρίσκεται σε ανάγκη, και δεν υπάρχει ποτέ ο χρόνος ή ο λόγος για να τις προσεγγίσει. Επαφίεται και απαιτεί πάντοτε από άλλους να σκεφθούν και να ερευνήσουν γι’ αυτόν. Η ηθική είναι απόρροια των μεγάλων ιδεών και σαν τέτοια είναι επίσης αδιέξοδη γι’ αυτόν, ωστόσο αντιφάσκοντας με τον εαυτό του επιθυμεί να βρεθούν ηθικοί πολιτικοί να λύσουν τα προβλήματά του, χωρίς όμως να ασχοληθεί ο ίδιος.
Αυτές οι αντιφάσεις δεν πρόκειται να λυθούν, αν δεν αναλάβει ο άνθρωπος την ευθύνη της ατομικής του ζωής και το μερίδιό του στη συλλογική ζωή και αν δεν αντιληφθεί και δεν πιστέψει ότι έχει τη δυνατότητα να γνωρίσει την πραγματικότητα και να την επηρεάσει. Ο καθένας μόνος του μπορεί να είναι αδύναμος συγκριτικά, αλλά οι πολλοί μαζί διαθέτουν την αποφασιστική δυναμική του μέλλοντος.
Μάλιστα, η δημοκρατία είναι ένα μοντέλο διακυβέρνησης που, για να λειτουργήσει αληθινά, απαιτεί ανθρώπους υπεύθυνους και με δημιουργική αυτοβουλία. Είναι το πολίτευμα που συνδέει τα άτομα με τη συλλογικότητα και, επομένως, με το πεδίο αρχών που αποτελεί τον συνεκτικό ιστό όλων των κοινωνικών υποκειμένων, ατομικών και συλλογικών.



Ιωάννα Μουτσοπούλου
Μέλος της ΜΚΟ Σόλων

Τι είναι η γνώση



ΤΙ ΟΝΟΜΑΖΟΥΜΕ ΓΝΩΣΗ; 

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ; 

Το ερώτημα για το τι είναι η γνώση (τι εννοούμε όταν λέμε ότι κάποιος γνωρίζει κάτι ή ποια χαρακτηριστικά αποδίδουμε σε ένα πρόσωπο το οποίο λέμε ότι γνωρίζει κάτι) τίθεται σε όλους τους επιστημολόγους
 (για παράδειγμα, Bonjour, 2002 :27). 

Το να προσπαθήσουμε, βέβαια, να ορίσουμε την έννοια της γνώσης εξυπακούεται ότι δεν είναι μια απλή διαδικασία. 

Ο Παπαδημητρίου -αλλά και πολλοί άλλοι- μας λέει ότι ως γνώση θεωρείται τόσο η γνωστική ενέργεια, η νοητική πλευρά της γνώσης, όσο και το αποτέλεσμα της γνωστικής προσπάθειας (Παπαδημητρίου, 1988:24). 

Η παρατήρηση αυτή είναι, πάντως, τόσο γενική που δεν μπορεί να μας βοηθήσει ώστε επακριβώς να καθορίσουμε την έννοια της γνώσης. 

Για το λόγο αυτό δίνουμε διάφορες απόψεις για το ζήτημα, οι οποίες έμμεσα, αδρομερώς και σχηματικά μόνο θα μπορούσαν να προσδιορίσουν κάπως την έννοια της γνώσης, κάνοντας μια σύντομη αναφορά στην αρχαία Ελλάδα. 


Ο Πλάτωνας αναζητά τη γνώση στον κόσμο των Ιδεών, το μόνο σταθερό σημείο στο οποίο μπορούμε να βασιστούμε για να πούμε ότι αποκτούμε γνώση ενός πράγματος, μιας κατάστασης ή μιας έννοιας. 

Μια πολύ μικρή αναφορά στη θεωρία των Ιδεών του Πλάτωνα στο σημείο αυτό θεωρώ ότι είναι χρήσιμη, στο βαθμό που θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι η θεωρία των Ιδεών δημιουργείται, μεταξύ άλλων, και για να απαντήσει στο ερώτημα πώς γνωρίζει κανείς 
(βλ. και προηγουμένως). 

Σύμφωνα με τη Θεωρία των Ιδεών οι ψυχές των ανθρώπων, που είχαν ήδη ζήσει μια προ-σωματική ζωή, επανεγκλωβίστηκαν (για διάφορους λόγους, που δεν εξετάζονται σ’ αυτήν την παρουσίαση) στα ανθρώπινα σώματα. 

Αλλά τώρα, στην (εκ νέου) σωματική περίοδο της ύπαρξής τους, φέρουν μαζί τους και την ανάμνηση των αιωνίων προτύπων όλων των όντων, των Ιδεών, οι οποίες υπάρχουν σε μια άυλη μορφή σε έναν υπερουράνιο χώρο και με τις οποίες οι ψυχές ήρθαν σε επαφή στην προ-σωματική περίοδο της ύπαρξής τους. 

Επειδή τα πραγματικά όντα είναι οι αιωνίως ζώσες Ιδέες και τα καθημερινά δεν είναι παρά τα απεικάσματα των Ιδεών, η ψυχή, εγκλωβισμένη, όπως σημειώσαμε, στο ανθρώπινο σώμα, όταν συναντά ένα ον στην ενδοσωματική, επίγεια κατάσταση της ζωής της, θυμάται το αιώνιο πρότυπο αυτής της οντότητας, την Ιδέα του, που υπάρχει αιωνίως σε μια άυλη μορφή και το αναγνωρίζει. Έτσι φαίνεται ότι η γνώση είναι ανάμνηση. 


Ο Αριστοτέλης, στη συνέχεια (βλ.Tiles, Maryκαι Tiles, Jim. 1993: 90), διατύπωσε την άποψη, σε αντίθεση με τον Πλάτωνα, ότι η γνώση πρέπει να αναζητηθεί μέσα στον κόσμο. 

Οι αισθήσεις μας και η λογική είναι αρκετά μέσα για να γνωρίσουμε την πραγματικότητα. 

Για τον Αριστοτέλη η γνώση είναι φυσική ικανότητα του ανθρώπου. 

Για τον ίδιο έχουμε γνώση απλών πληροφοριών και μια ανώτερη μορφή γνώσης, τη γνώση των πρώτων αρχών, που ερευνά τις βαθύτερες αιτίες των όντων ̇ και γι’ αυτές η έρευνα δεν μπορεί παρά να αρχίσει στον κόσμο που μας περιβάλλει. 

Για τον Αριστοτέλη μέσω των αισθήσεων κατανοούμε επιμέρους στοιχεία τα οποία ενοποιούνται σε ένα σύνολο και έτσι καταλαβαίνουμε ένα αντικείμενο απέναντί μας ως σύνολο και όχι μόνο τα επιμέρους σημεία του. 

Αυτό που θα πρέπει να τονιστεί είναι ότι η διαδικασία παραγωγής γνώσης αρχίζει με τις αισθήσεις και συνεχίζεται με τη λογική ανάλυση και επεξεργασία των δεδομένων της εμπειρίας. 

Αυτά, ωστόσο, δεν σημαίνουν ότι ο 

Πρόδρομος αυτής της θεωρίας μπορεί να θεωρηθεί και ο διάλογος του Σωκράτη με τον δούλο στον Μένονα. Για την ερμηνεία αυτή βλ. Lesky, 1988: 720 κ.ε. 

0 άνθρωπος δεν κάνει πάντα και διαισθητικές κρίσεις. 

Η ενοποίηση των επιμέρους αισθητικών στοιχείων που αναφέραμε είναι αποτέλεσμα τέτοιου είδους διαισθητικών κρίσεων. 

Μπορούμε να πούμε ότι ο Αριστοτέλης θα υποστήριζε ένα είδος σημερινού θεμελιωτισμού, από την άποψη ότι δέχεται κάποιες προτάσεις ως απόλυτα βεβαιωμένες και ότι πάνω σ’ αυτές μπορούν να στηριχθούν οι επόμενες. 

Τέλος να σημειώσουμε ότι ο Αριστοτέλης αρνείται το σκεπτικισμό, διατυπώνοντας την άποψη πως όλες οι κρίσεις δεν είναι της ίδιας αξίας μεταξύ τους και ότι είναι πιο εύκολο απ’ όσο φαίνεται αρχικά να καταλήξουμε σε μια κρίση μεταξύ αντιφατικών εμπειρικών παραδοχών. 




Για τον Αριστοτέλη μπορούμε να ακολουθήσουμε την παρακάτω τακτική: 

α) παρατηρούμενα φαινόμενα 

β) επαγωγές 

γ) πρώτες αρχές (πρώτα συμπεράσματα, βεβαιότητες) 

δ) παραγωγή συλλογισμών μέσω ενδιάμεσων όρων. 

Να προσθέσουμε ότι για τον Αριστοτέλη η εξήγηση έχει τελολογικό χαρακτήρα. 

Διευκρινίζουμε ότι τελολογία ονομάζουμε γενικά τις απόψεις σύμφωνα με τις οποίες δράσεις ή στάσεις αποβλέπουν σε ένα σκοπό, ο οποίος και τις καθοδηγεί. 

Για τον Αριστοτέλη κάθε τι στη φύση έχει ένα τελικό σκοπό.

 Οι προαναφερόμενες απόψεις προφανώς δεν αποτελούν παρά ελάχιστο κλάσμα των απόψεων για τη γνώση που εκφράστηκαν με ποικίλους τρόπους στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία. 

Επιλέγοντας ό,τι θεωρούμε πιο κατάλληλο, παραθέτουμε –και πάλι εν συντομία - τις απόψεις των 

Βλ. σ. 5  

σκεπτικών, οι οποίοι με συστηματικό τρόπο είχαν αμφισβητήσει τη δυνατότητα της γνώσης. 

Οι αρχαίοι σκεπτικοί. 

Όπως φάνηκε από τα προηγούμενα, μεγάλο μέρος της ίδιας της ύπαρξης της Επιστημολογίας, οφείλεται, πηγάζει από την ανάγκη να βεβαιωθούμε πως ό,τι πιστεύουμε, ό,τι αποδεχόμαστε ως αληθές, είναι πράγματι αληθές. 

Στο ίδιο πνεύμα, είναι απαραίτητο να είμαστε σίγουροι ότι οι διαδικασίες τις οποίες ακολουθήσαμε για να φτάσουμε στο σωστό συμπέρασμα, ήταν πράγματι οι ενδεδειγμένες. 

Όλη αυτή η συλλογιστική, όχι και τόσο καινούρια, δημιούργησε το πρόβλημα στο οποίο αναφερόμαστε ως το πρόβλημα του σκεπτικισμού. 

Δεν πρόκειται να παρουσιάσουμε αναλυτικά όλες τις (πολλές) αποχρώσεις του σκεπτικισμού. 

Θα ασχοληθούμε μόνο τις βασικές θέσεις του Αινησίδημου, βασικού εκπροσώπου της αρχαίας σκέψης, με σκοπό να έχουμε μια αντίληψη για τα προβλήματα τα οποία οδηγούν στο σκεπτικισμό. 

Στη συνέχεια θα περάσουμε στη νεότερη εποχή και στις καθαυτό επιστημολογικές απόψεις που διατυπώνονται από τον Καρτέσιο. 

Να σημειώσουμε, τέλος, ότι προτάσσονται οι σκεπτικιστικές απόψεις στο βαθμό που αν δεν υπήρχαν οι αμφιβολίες, οι αμφισβητήσεις της διαδικασίας που οδηγούν στη γνώση καθώς και η ανάγκη για τη βεβαιότητα και την εγκυρότητα των συμπερασμάτων μας, δεν θα ετίθετο ερώτημα 

Προφανώς τα ανωτέρω δεν αποτελούν παρουσίαση των απόψεων για τη γνώση του Πλάτωνα ή του Αριστοτέλη. 

Αποτελούν απλώς μια αναφορά για να τοποθετηθούν οι προαναφερόμενοι φιλόσοφοι μέσα στο «χάρτη» των γνωσιολογικών θέσεων. 

Εννοούμε της αρχαίας Ελλάδας, διότι στο χώρο των αρχαίων σκεπτικών ο Αινησίδημος ανήκει στη Νέα Σκέψη (διάκριση για την οποία δεν θα αναφέρουμε τίποτα περισσότερο στο πλαίσιο των σημειώσεων αυτών) 

για το πώς φθάνουμε στη γνώση. 

Παρουσιάζουμε, λοιπόν, τους λεγόμενους τρόπους του Αινησίδημου,  τα στοιχεία, δηλαδή, πάνω στα οποία βασίστηκε για να παρουσιάσει τις απόψεις του Πύρρωνα  -αλλά και τις δικές του – για την αμφισβήτηση της γνωστικής διαδικασίας. 

Οι τρόποι του Αινησίδημου. 

1 Τα διάφορα ζώα αντιλαμβάνονται με διαφορετικό τρόπο τον κόσμο. 

2 Παρόμοιες διαφορές παρατηρούνται και μεταξύ των ανθρώπων. 

3 Το ίδιο αντικείμενο δημιουργεί στις αισθήσεις διαφορετικές εικόνες – άρα είναι δύσκολα προσδιορίσιμη η πραγματική φύση του αντικειμένου. 

4 Για να καταλάβουμε τη φύση ενός αντικειμένου, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας και τη διαφορετική ψυχική κατάσταση του υποκειμένου, όταν κάτι πέφτει στην αντίληψή του. 

5 Οι αποστάσεις από τις οποίες παρατηρείται κάτι, η θέση του υποκειμένου και του αντικειμένου στο χώρο και η μεταξύ τους σχέση προκαλούν μεταβλητότητα των παραστάσεων. 

6 Η φύση ενός αντικειμένου παραμένει πάντα άγνωστη, επειδή το αντικείμενο δεν προσλαμβάνεται ποτέ από μόνο του αλλά πάντα σε σχέση με κάτι άλλο. Αυτό το κάτι άλλο μπορεί να είναι και το ίδιο το υποκείμενο.  

Αρχαίος φιλόσοφος (1 ος αι. π.Χ). 

Δίδαξε τις απόψεις του Πύρρωνα και υποστήριξε την ανάγκη της «εποχής», την αποφυγή, δηλαδή, κρίσεων για τον κόσμο.

 Πύρρων ο Ηλείος (4 ος – 3 ος αι. π.Χ.). Αρχαίος φιλόσοφος, εισηγητής της άποψης της ισοσθένειας των λόγων (για κάθε άποψη / θέμα, υπάρχουν εξ ίσου ισχυρά αντίθετα επιχειρήματα - άρα δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε τίποτα). 

Αντίθετα, ο αρχαίος ελληνικός ακαδημαϊκός (ακαδημεικός) σκεπτικισμός αρνούνταν εντελώς τη δυνατότητα της γνώσης (βλ. λέξη και σε Πελεγρίνη, 2005). 

 7 Τα σύνθετα σώματα παρουσιάζονται έτσι στις αισθήσεις μας, ώστε να μην μπορούμε να ξέρουμε τίποτα για τη σύνθεσή τους. 

Η ποσότητα μπορεί να προκαλεί ποιοτικές μεταβολές. 

8 Όλα τα πράγματα φαίνονται σχετικά. 

9 Οι κρίσεις μας για τα πράγματα είναι σχετικές. Αυτό που είναι σπάνιο θεωρείται πολύτιμο, αλλά δεν δίνεται η κατάλληλη σημασία στο πιο καθημερινό. 

10 Διαφορετικές συνήθειες, αντιλήψεις και πρακτικές σε διαφορετικούς λαούς. 

 Οι προηγούμενες αναφορές δείχνουν την σκεπτική αντίληψη που είχαν για τη γνώση οι αρχαίοι. 

Είναι φανερό ότι μια οσοδήποτε σύντομη «ανάλυση» κι αν έκανε κανείς των τρόπων του Αινησίδημου, εκείνο στο οποίο θα κατέληγε είναι η ολοφάνερη αμφισβήτηση της δυνατότητας της γνώσης και της διατύπωσης μιας βέβαιης κρίσης για τα πράγματα, για τον κόσμο. 

 Δεκάδες πηγές στο διαδίκτυο αναφέρουν τους τρόπους του Αινησίδημου. 

Το έργο του μας παραδίδεται από τον Φώτιο, τον Σέξτο Εμπειρικό, το Διογένη Λαέρτιο
via

Feature (Side)

Πρόσφατα

Random

*

Archives

© 2013 Point of view. All rights resevered. Designed by | point me