Πρώτη της φορά, μα έτοιμη για όλα - Point of view

Εν τάχει

Πρώτη της φορά, μα έτοιμη για όλα


“Κοντά στο σπίτι μας υπάρχει ένα ποταμάκι, αλλά δεν μπορούμε να το περάσουμε...” είπε το τετράχρονο κορίτσι στη δασκάλα του νηπιαγωγείου του Δήμου, που σήμερα εξηγούσε στα παιδιά τι είναι βουνό, τι λίμνη, τι ποτάμι.


-Τότε, Στελίτσα, να φτιάξεις μια γεφυρούλα στο ποταμάκι για να μπορείς να περνάς στην άλλη πλευρά χωρίς να βραχείς..., είπε η 20χρονη δασκάλα.

“Ούτε με το τζιπ μας περνάει το ποταμάκι ο μπαμπάς μου... Εγώ δεν μπορώ να φτιάξω τη γεφυρούλα, ούτε ο πατέρας μου έχει χρόνο γι' αυτό...” σχολίασε με αθωότητα η Στελίτσα.

-Σου υπόσχομαι, κάποτε να τη φτιάξω εγώ τη γεφυρούλα, πρόλαβε να πει η άσχημη νηπιαγωγός, Κυριακή στο όνομα, πριν κτυπήσει το κουδούνι που ακούγεται από το διπλανό κτίριο του γυμνασίου.

***
Την άλλη μέρα ο 45χρονος Βασίλης είχε σειρά να παραλάβει την κόρη του. Μία η μάνα του, μία ο 20χρονος γιος του από τον πρώτο του γάμο, μία αυτός. Η γυναίκα του έφυγε από καρκίνο πριν από δύο χρόνια, μια απώλεια που ακόμα δεν την έχει ξεπεράσει.

“Μπαμπά, η δασκάλα είπε ότι θα μας φτιάξει το γεφυράκι στο ρέμα...” αιφνιδίασε η Στελίτσα τον πατέρα της και την Κυριακή, που για μια στιγμή πριν χαμογελάσουν και οι δυο γλυκοσυναντήθηκαν οι ματιές τους.

-Δεν μπορεί να γίνει αυτό, αν προηγουμένως δεν την καλέσεις στο ποτάμι να το δει, και βέβαια η δασκάλα σου αποδεχθεί την πρόσκληση.

****
Το Σάββατο κατά τις ένδεκα το πρωί πατέρας και κόρη περίμεναν την δασκάλα έξω από την μονοκατοικία τους. Ξεκίνησαν με τα πόδια οι τρεις τους. Σ' ένα τέταρτο είχαν πιάσει την κατηφόρα που οδηγούσε στο ποταμάκι πίσω από τα ψηλά πλατάνια.





-Ο πατέρας μου είναι μαραγκός, μικρή τον βοηθούσα και μ' άρεσε να τον παρακολουθώ, με πόση ευκολία δούλευε το ξύλο, σε διάφορες κατασκευές, λέει το κορίτσι στον άνδρα, ενώ η Στελίτσα μέσα στην ελευθερία και την ασφάλεια της φύσης χαιρόταν τον περίπατο, πότε τρέχοντας, πότε αγκάλιαζε το πόδι του πατέρα της, πότε κρυβόταν πίσω από ένα δένδρο.

Μεγάλη, μυτερή μύτη η Κυριακή, πόδια αξύριστα και ένα χνούδι επάνω στο χείλος της, μία φιγούρα μεσοπολέμου, κορίτσι κατηχητικού της περασμένης γενηάς. Ομιλία χωρίς τονισμούς, φράσεις σύντομες, όμως σαφείς, ολοκληρωμένες. Ο άνδρας αισθανόταν κοντά της τη θερμότητα και τη δροσιά της παρθένας που την σκέπαζε η συντηρητικούρα της εικόνας της.

Μετά από μιάμισυ ώρα στο ρέμα επέστρεψαν σπίτι για φαγητό. Της είπε ότι αύριο Κυριακή, όταν μετά τις εννιάμισυ το βράδυ θα έχει ξαπλώσει η μικρή, αν ήθελε να την περίμενε στο σπίτι του. Είχε καιρό να συναντήσει έναν άνθρωπο με ενδιαφέρον και τόσο ευχάριστο στη συντροφιά. Εκείνο το Σάββατο βράδυ η Κυριακή δεν είχε ύπνο.

Ήταν 20 χρονών, διάολε, κι ακόμα χέρι αντρικό δεν την είχε ακουμπήσει. Αυτήν που ποτέ ένας αρσενικός δεν την είχε φλερτάρει. Κι εκείνος, ο πατέρας της Στελίτσας σε δύο ώρες χωρίς να της πει μια καλή κουβένα, της είχε ανεβάσει το ηθικό στα ουράνια. Γιατί; Δεν ήξερε γιατί. Ο τρόπος που της μιλούσε, ο τρόπος που την κυττούσε, κάτι έβγαινε από μέσα του που η Κυριακή το ένοιωθε ότι ήταν “κάτι”, κι αυτό θα είχε σίγουρα συνέχεια... Ναι, είναι έτοιμη μαζύ του, το θέλει, τον θέλει. Και ό, τι είναι να γίνει αύριο βράδυ στο σπίτι του θα γίνει όπως το θέλει εκείνος, όπως το αποφασίσει εκείνος. Η ίδια, άλλωστε, δεν μπορεί να ξέρει τι να κάνει.




Την περίμενε έξω από την πόρτα του. Ήρθε πάλι άβαφη. Λυτά, μακρυά μαλλιά κάλυπταν το λαχταριστό λαιμό της, τα στήθεια της τέντωναν την κουμπωμένη μπλούζα της. Τον κύτταξε ερωτηματικά: “Άργησα;...”.
-Ήρθες! Αυτό έχει σημασία...
“Η μικρή έχει πέσει;...”.
-Να ξεχάσουμε τη Στελίτσα..., της είπε.

Είναι ακίνητος, την κυττούσε με θαυμασμό.
-Μήπως θα χρειαστεί να σου ζητήσω ταυτότητα;
“Γιατί;” απόρησε ευχάριστα το κορίτσι με αυθόρμητο χαμόγελο.
-Σα να μην είσαι εσύ ακριβώς η ίδια. Βλέπω μια άλλη. Είσαι όμορφη. Είμαι σίγουρος ότι σε βλέπω με τα μάτια του φεγγαριού.

Η κοπέλλα μούδιασε. Μια ανατριχίλα την διαπέρασε ολόκληρη, αν δεν έκανε ένα βήμα, να περπατήσει, ένοιωθε ότι δεν την κρατάνε τα γόνατά της. Μπήκαν στο σπίτι.
-Λέω να βάλω ένα ποτό. Εσύ;

Σα να ντρεπόταν γι' αυτό, το κορίτσι είπε ότι ποτέ της δεν έχει πιει. Γρήγορα, όμως, πρόσθεσε “Θα δοκιμάσω ό, τι μου προσφέρετε...”. Ο άνδρας έβαλε κόκκινο κρασί σε δύο ποτήρια.

Κάθισε δίπλα της. Τίποτα άσχημο δεν έβρισκε πάνω της, τον προκαλούσε ακόμα και η μύτη της. Περισσότερο σιωπούσαν παρά μιλούσαν, καμμία ερώτηση, καμμία απάντηση, φράσεις μονάχα εξομολογητικές, που τους απογείωναν από το χρόνο αλλά και έδιωχναν το Εγώ τους, απομάκρυναν τον εαυτό τους, όποιος κι αν είναι αυτός. Αλήθεια, τι σημασία έχει ποιος είναι ο καθένας μπροστά στην έλξη την ακατανίκητη που ένοιωθαν τούτη τη στιγμή ο ένας για τον άλλον.

Της πιάνει το χέρι. Αυτή οδηγάει το χέρι του κάτω από το στήθος της. “Γιατί η καρδιά μου κτυπάει τόσο δυνατά;...” τον ρωτάει ψιθυριστά. Την τραβάει επάνω του, στην αγκαλιά του. Την χαϊδεύει αργά, έντονα, τρυφερά. Η Κυριακή αισθάνεται να υγραίνεται μπροστά της, η γλύκα σ' όλο το κορμί της της κλείνει τα μάτια. Το χέρι του στο μάγουλό της, στο λαιμό της, στο σβέρκο της, στα μαλλιά της.

Μετά από πέντε λεπτά ο άνδρας σηκώθηκε. Την πήρε από το χέρι, όμως το κορίτσι δεν έδειχνε ικανό να σταθεί στα πόδια της. Την σήκωσε με τα χέρια και την οδήγησε στην κρεββατοκάμαρα. Πριν κλειδώσει έριξε μια ματιά στο δωμάτιο της Στελίτσας, που κοιμόταν του καλού καιρού.

Η Κυριακή δεν περίμενε να την γδύσει, είχε αρχίσει να βγάζει τα ρούχα της. Έκανε το ίδιο και ο άνδρας, καμμία χειρονομία σ' αυτήν, την άφησε μόνη της να ξεντυθεί, ακόμα και τα εσώρουχα. Ω! Ωωωω... Τέτοιες σίγουρα θα είναι οι μυρωδιές σ' ένα ουρί του Παραδείσου. Σε όποιο σημείο του κορμιού της ακουμπούσαν τα χείλη του αισθανόταν τις φλόγες της κάψας της.

Είχε ανοίξει τα πόδια της και τον περίμενε ένα κορμί που σπαρτάραγε. Όταν μπήκε μέσα της κόλλησε επάνω με τέτοια δύναμη που ευχαριστιόταν τα νύχια της κολλημένα επάνω του.





 via

Pages