Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

AD (728x90)

  • 2793 Pine St

  • 1100 Broderick St

  • 868 Turk St

  • 420 Fell St

Το να «έχεις δίκιο» ή το να «είσαι ο έξυπνος» είναι το καλύτερο;





Ακόμα μαθαίνω ότι υπάρχουν φορές που η ειρήνη είναι πιο σημαντική από τη δικαιοσύνη και από το να έχω «δίκιο».


Όταν τσακώνεσαι με κάποιον που αγαπάς, το να μην έχεις άδικο, φαίνεται να είναι το πιο σημαντικό πράγμα που πρέπει να αποδείξεις. 



Ξέρω ότι έτσι είναι για μένα όταν τσακώνομαι με τον αδελφό μου, τις αδελφές, ή τον σύζυγο μου. 



Σε περιπτώσεις όπως αυτή, πρέπει να θυμάμαι ότι η σχέση μου μαζί τους έχει προτεραιότητα έναντι της περηφάνιας μου.



Θέλω να ζητήσω ταπεινά συγγνώμη για την πλευρά μου στον τσακωμό,  δεν έχει σημασία πόσο μικρός ή μεγάλος.

Δεν έχω προσδοκίες από αυτούς να προσφέρουν τη δική τους συγγνώμη. 

Είμαι υπεύθυνη μόνο για το δικό μου κομμάτι στο να κρατήσω τη σχέση μας καλή.





Και πραγματικά, τους περισσότερους από τους τσακωμούς που έχουμε δεν θα τους θυμόμαστε σε μια εβδομάδα ή δύο. 

Γιατί να το τραβάμε και να δημιουργούμε αμηχανία ή ένταση μεταξύ μας, όταν μπορούμε να επεκτείνουμε τη χάρη; 

Μπορεί να είχαν μια δύσκολη μέρα. 

Μπορεί να παλεύουν με κάτι στη ζωή τους. 

Εκτός αν πρόκειται για κάτι που συμβαίνει συνέχεια.

Η Απορία Του Άμλετ




Κάποιοι λένε ότι ο Άνθρωπος επινόησε τον θεό μόλις αντιλήφθηκε ότι θα πεθάνει.
Ότι κάποιοι από εκείνους τους πρώτους συγγενείς μας κατάλαβαν πως ο θάνατος είναι η κοινή μοίρα όλων των ζωντανών πλασμάτων, επομένως και των ανθρώπων, επομένως και δική τους. Αλλά ο εγκέφαλος τους δεν μπορούσε να δεχτεί (ή να κατανοήσει) το τέλος. Έτσι ξεκίνησε να θάβει τους νεκρούς μαζί με τα παιχνίδια τους, για να έχουν κάτι να απασχολούνται στο επέκεινα.
Άλλοι υποθέτουν ότι ο πρώτος άνθρωπος που αντιλήφθηκε ότι θα πεθάνει ήταν ποιητής. Το είπε στους συντρόφους του κι εκείνοι γελούσαν -ή συνέχισαν να τρώνε μπανάνες. Ο Homo Poet δεν μπορούσε να το δεχτεί.
«Τι σημασία έχουνε όλα αυτά που ζούμε,
άμα κι εμείς πεθαίνουμε και τίποτα δεν μένει;»
Ο Ποιητής ήταν ματαιόδοξος. Ήθελε να κερδίσει την αθανασία. Γραφή δεν υπήρχε για ν’ αποτυπώσει τις σκέψεις του. Ούτε φωτογραφία για ν’ απαθανατίσει τις εικόνες του. Ούτε στούντιο ηχογραφήσεων ή έστω youtube για ν’ ανεβάσει τις μουσικές του.
Τριγυρνούσε στη σπηλιά συφιλιασμένος. Τότε είδε κάτι παιδιά που έπαιζαν. Έπαιρναν χρωματιστό χώμα κι έκαναν γκράφιτι στα τοιχώματα. Έτσι ο Homo Poet ανακάλυψε την αθανασία της τέχνης. Ξεκίνησε να ζωγραφίζει εικόνες από βουβάλια κι αντιλόπες. Οι συνομήλικοι του τον κορόιδευαν, νόμιζαν ότι είχε τρελαθεί, ότι είχε γίνει πάλι παιδί.
Αυτός πέρασε αρκετά χρόνια στολίζοντας τη σπηλιά. Σαν τέλειωσε, και λίγο πριν πεθάνει από γρίππη, ψιθύρισε: «Σε νίκησα, θάνατε».

hamlet2Χιλιετίες μετά τον πρώτο καλλιτέχνη συνεχίζουμε ν’ αντιπαθούμε τον θάνατο. Συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι μπορεί να υπάρχει κάτι μετά. Συνεχίζουμε να κάνουμε τέχνη, σαν αντίδοτο στο εφήμερο, στο ανάλαφρο του είναι. Κάποιοι παλεύουν να υπερνικήσουν το τελικό εμπόδιο με την επιστήμη. Άλλοι με τη φιλοσοφία πασχίζουν να το υποβαθμίσουν. Οι περισσότεροι απλώς το απωθούν, προτιμούν να μην το σκέφτονται.
Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες ο θάνατος συνεχίζει να είναι η μόνη βεβαιότητα στη ζωή.
Άραγε πώς θα συμπεριφέρονταν οι άνθρωποι αν μάθαιναν, με βεβαιότητα, ότι υπάρχει και κάτι άλλο, μετά; Θα συνέχιζαν να ζουν ρουτινιάρικα, πληρώνοντας φόρους και βλέποντας τηλεόραση, ή θα τολμούσαν να ζήσουν ό,τι ονειρεύτηκαν;
Δεν είναι παράδοξο; Η επίγνωση του θανάτου, η βεβαιότητα του τέλους και η συντομία του βίου μας, θα έπρεπε να μας οδηγήσει σε μια πιο ολοκληρωμένη ζωή. Να ζούμε όπως ακριβώς θέλουμε, γιατί δεν θα ζήσουμε για πολύ.
Αντιθέτως, εμείς ζούμε λες κι αυτό το δώρο, το σύνολο όλων των τυχαίων γεγονότων που οδήγησαν στην ύπαρξη μας, είναι κάτι που θα επαναληφθεί.
Δεν χρειάζεται να πας πολύ πίσω, αρκεί να σκεφτείς ότι στο σπέρμα του πατέρα σου υπήρχαν εκατομμύρια σπερματοζωάρια, κι αν κάποιο άλλο προλάβαινε να ενωθεί με το ωάριο (με το συγκεκριμένο ωάριο, του συγκεκριμένου σεληνιακού μήνα) της μητέρας σου, τότε δεν θα υπήρχες εσύ, εσύ που διαβάζεις αυτές τις λέξεις, αλλά κάποιος άλλος ή άλλη.
Φανταστείτε τώρα όλες τις πιθανότητες που υπήρχαν να γεννηθούν οι γονείς σας και οι γονείς εκείνων και οι προηγούμενοι. Κι ας μην αναφερθούμε στην τυχαιότητα της συνάντησης τους.
Ξεχάστε τη μοίρα, το πεπρωμένο και την αναγκαιότητα. Υπάρχουμε κατά τύχη. Και, το σημαντικότερο, δεν θα υπάρχουμε για πολύ.
Τι κάνουμε γι’ αυτό, για να γεμίσουμε τις τσέπες της μικρής και μοναδικής μας ευκαιρίας;

mental_illnessΤο καλύτερο στην τέχνη, αυτό που κάνει τους ανθρώπους να θέλουν να ζωγραφίζουν, να φωτογραφίζουν, να τραγουδούν, να γράφουν, είναι πως έτσι μπορείς να κάνεις τη στιγμή αιωνιότητα.
Κάποιοι λένε ότι ο Θεός επινόησε τον άνθρωπο μόλις αντιλήφθηκε ότι θα πεθάνει.
Μαζί με τη θνητότητα του έδωσε και τη θεϊκή πνοή. Η θεϊκότητα του ανθρώπου είναι ακριβώς αυτό: Η φαντασία. Μπορείς να ζήσεις ως αθάνατος μέσα στην τέχνη.
Όχι με την υστεροφημία και την αθανασία των έργων σου. Αυτό είναι ματαιοδοξία.
Η αθανασία επέρχεται όταν μπορείς να υπερβείς τα στενά όρια του πραγματικού και να ποιήσεις έναν καινούριο κόσμο, έναν καινούριο άνθρωπο, μια καινούρια ιστορία.
Είμαστε ζώα που προτού πεθάνουν προλαβαίνουν να διηγηθούν μια ιστορία. Να πλάσουν έναν ανύπαρκτο κόσμο. Δεν έχει καμία χρησιμότητα, αφού τελικά θα πεθάνουμε, αφού τελικά ο πλανήτης μας θα εξαϋλωθεί, αφού τελικά κι όλο το σύμπαν θα σβήσει στην εντροπία του.
Δεν κάνουμε τέχνη επειδή είναι χρήσιμη. Όπως και δεν ερωτευόμαστε επειδή θέλουμε να παντρευτούμε ούτε σεξ επειδή θέλουμε να αναπαραχθούμε.
Κάνουμε τέχνη, κάνουμε έρωτα, επειδή νιώθουμε ωραία κάνοντας ‘τα.

the-fountain-of-love
Είμαστε ζώα, κι αυτό δεν είναι κακό. Θα πεθάνουμε, κι αυτό ίσως να μην είναι τόσο άσχημο.
Ανάμεσα στην τυχαία γέννηση και στον εξίσου τυχαίο -παρότι αναπόφευκτο- θάνατο, μεσολαβούν λίγες στιγμές. Πώς θα τις γεμίσουμε;
Δεν υπάρχει απάντηση κοινή για όλους, ο καθένας δίνει τις δικές του απαντήσεις. Κι ίσως να είναι κάτι πιο βαθύ: Δεν υπάρχουν καθόλου απαντήσεις. Υπάρχουν μόνο ερωτήσεις.
Απ’ τη στιγμή που γεννιόμαστε ή μπορεί απ’ τη στιγμή που συνειδητοποιούμε ότι είμαστε κάτι ξέχωρο απ’ τους γονείς μας, απ’ τη στιγμή που γινόμαστε αυτεξούσιοι πνευματικά, θέτουμε κάποια ερωτήματα.
Κι αυτά τα ερωτήματα προσπαθούμε ν’ απαντήσουμε σ’ όλη μας τη ζωή.
Ποιο είναι το νόημα της ζωής; Τι είναι ο θάνατος; Πώς πρέπει να ζήσω; Τι είναι αληθινό και τι ωραίο; Να ζει κανείς ή να μη ζει;
Δεν υπάρχει απάντηση, μην χάνετε τον χρόνο σας σε αυταπάτες. Διαλέγουμε τις ερωτήσεις μας και τις κουβαλάμε μέχρι το τέλος. Δεν υπάρχουν καν σωστές και λάθος ερωτήσεις.
Υπάρχει μόνο η τυχαιότητα και η βραχύτητα της ζωής μας.
Κι αν όλα λάθος είναι, όσα σκέφτομαστε και κάνουμε, δεν πειράζει, αφού είχαμε και έχουμε το προνόμιο να ζήσουμε, έστω κάνοντας λάθη, τα δικά μας λάθη, στα δικά μας ερωτήματα.

ΥΓ: Ένας δημοσιογράφος ρώτησε τον Μπομπ Μάρλεϊ πόσων χρονών ήταν. Κι εκείνος απάντησε: «Είμαι σήμερα».

Το «σπίτι-δουλειά» μας γερνάει πριν την ώρα μας







Από μικρή βαριόμουν μέχρι αηδίας οτιδήποτε συμβατικό. Ακόμη και την ίδια τη ζωή, αν κατέληγε να ταυτιστεί με μια ακόμη σύμβαση. Ίσως όλα να 'ναι συμβάσεις, αναπόφευκτα τελικά, ποιος ξέρει. Ίσως όχι. Το point μου όμως είναι ότι όπως και να ‘χει, ό,τι κι αν ισχύει, ακόμη κι αν μιλάμε για συμβάσεις κάθε είδους, ας τις γουστάρουμε τουλάχιστον τις άτιμες, ποιος μας εμποδίζει στο κάτω-κάτω;
Γι’ αυτό κι όσο οι άλλοι γύρω μου επέμεναν να ενηλικιώνονται, να μεγαλώνουν, να ωριμάζουν και να μεταλλάσσονται, καθοδηγούμενοι από μια «φυσική εξέλιξη» των πραγμάτων που ποτέ δεν κατάλαβα ούτε ενστερνίστηκα αν με ρωτήσεις, εγώ έμοιαζα ν' ακολουθώ την αντίθετη κατεύθυνση. Αυτό το flat επαναλαμβανόμενο μοτίβο του «σπουδάζω, πιάνω δουλειά, παντρεύομαι, κάνω κι ένα-δυο κουτσούβελα», χάνοντας τη δική μου ταυτότητα κάπου στη διαδρομή, ποτέ δε μου 'κατσε καλά και το αποποιήθηκα από νωρίς. Για όσους το επιλέγουν με γεια τους, με χαρά τους. Για όσους τη βρίσκουν μ' αυτό κι εγώ μαζί τους και μπράβο τους.
Στόχος μου είναι, παρ’ όλα αυτά, μια ζωή όσο γίνεται πιο γεμάτη. Γεμάτη εμπειρίες και περιπέτειες, γεμάτη ανθρώπους και συναισθήματα κι όλα στο κόκκινο, γιατί μόνο έτσι νιώθω ζωντανή. Για τον εαυτό μου αποφάσισα κάποτε ότι καλώς ή κακώς δε θέλω και δεν μπορώ να συνδυάσω μια συνηθισμένη πορεία μ' όλα τα παραπάνω. Ακόμη κι αν εγώ κατέληξα έτσι επειδή είμαι των άκρων εκ φύσεως, δε σημαίνει ότι είναι υγιές ένας άνθρωπος που δε λειτουργεί όπως εγώ να παραιτείται από τις προσωπικές επιθυμίες του, θάβοντας το παρόν και το μέλλον του κάτω από υποχρεώσεις, είτε εργασιακές είτε οικογενειακές.
Όταν εγκλωβίζεσαι σε μια μίζερη καθημερινότητα που θυμίζει μέρα της μαρμότας δίχως εναλλαγές, ακόμη κι αν απαρτίζεται από ανθρώπους που αγαπάς κι έχεις επιλέξει να μοιραστείς μαζί τους τη ζωή σου -είτε πρόκειται για το σύντροφό σου σκέτο είτε για ένα ολόκληρο πακέτο με παιδιά, σκυλιά και γατιά μ' αυτόν επικεφαλής- δεν μπορεί παρά να χαθείς κάπου στην πορεία και να μπουχτίσεις. Αν ο χρόνος ή οι αντοχές σου φτάνουν μόνο για να πραγματοποιείς τη συναρπαστική διαδρομή «δουλειά-σπίτι-σπίτι-δουλειά» κάθε μέρα, τότε θαρρώ πως ήρθε η ώρα να το πάρεις λίγο αλλιώς το όλο θέμα.
time_is_art
Δεν έχω πρόθεση να το παίξω ξερόλας, ούτε να δώσω μαθήματα ζωής σε κανέναν. Ο καθένας μας είναι υπεύθυνος για τις επιλογές και τις πράξεις του, απ' την αρχή ως το τέλος κι ίσως όλα όσα λέω ή θα πω από κάποιους να θεωρηθούν πολυτέλειες. Όμως με μια γρήγορη ματιά γύρω μου, στους συνομήλικούς μου που 'χουν αρχίσει να μου φαίνονται ξένοι εδώ και καιρό, παρατηρώ πως ο άνθρωπος φθείρεται και γερνάει όταν τραβάει τον δρόμο της επιβίωσης, ξεχνώντας τι πάει να πει ζωή. Φθείρεται και γερνάει πριν την ώρα του. Φθείρεται και γερνάει τόσο εξωτερικά, όσο κι εσωτερικά, πράγμα που ίσως είναι χειρότερο, πιο τρομακτικό και πιο θλιβερό.
Γιατί όταν καταλήγει κανείς να ζει για να δουλεύει κι όχι το αντίστροφο, όταν καταλήγει να ταυτίζει την αγάπη για την οικογένειά του με θάψιμο των προσωπικών, ξεχωριστών επιθυμιών κι αναγκών του, όταν φτάνει στο σημείο να περιορίζεται κάπου ανάμεσα σε προϊσταμένους, συναδέλφους, πεθερικά και συμπεθέρια, καταλήγοντας όλα αυτά ν' αποτελούν τα μοναδικά ερεθίσματά του, καθώς ο καιρός περνάει το πιθανότερο είναι πως κάποια μέρα θα νιώσει ανεξήγητα καταπιεσμένος, σ' απροχώρητο ίσως βαθμό.
Ο χρόνος κι ο χώρος που χρωστάμε στον ίδιο μας τον εαυτό είναι οι ανάσες τις ψυχικής μας ισορροπίας. Όσο περιορίζουμε τις ανάγκες μας τόσο περισσότερο ασφυκτιούμε υποσυνείδητα. Use it or lose it είχε πει κάποτε ένας καθηγητής μου αναφερόμενος στο μυαλό μας. Όμως, μεγαλώνοντας κατάλαβα πως αυτό ισχύει για πολλά άλλα πράγματα επίσης.
Αν δεν εκμεταλλευτείς τις δυναμικές της ηλικίας σου όσο ακόμη τις έχεις, λογικό είναι να σ' εγκαταλείψουν κι εκείνες από νωρίς. Πριν καν συνειδητοποιήσεις τι έχει συμβεί, θα σ' αφήσουν σύξυλο, όταν θα ‘ρθει η ώρα που θα καταλάβεις ότι στα 35 σου έχεις αποκτήσει συνήθειες, αντοχές και διάθεση που θυμίζουν ήδη τους γονείς σου. Αν θέσεις στο περιθώριο την κοινωνική σου ζωή, πέφτοντας στην παγίδα του γνωστού «πού να τρέχω τώρα έτσι πτώμα μετά τη δουλειά» ή στο εξίσου πολυφορεμένο «έχω οικογένεια και παιδιά, δεν είμαστε για τέτοια», τότε θα σ' αποβάλει κι ο κόσμος, αφήνοντάς σε στο περιθώριο να παρακολουθείς από μακριά όσους ακόμη τολμούν να ζουν και να διασκεδάζουν, έχοντας παρέες και διαφόρων ειδών ενδιαφέροντα.
Τι σε κάνει όμως να πιστεύεις ότι είναι δευτερεύον το να 'χεις δραστηριότητες, χόμπι και παρέες; Τι μας κρατάει σ' εγρήγορση, αν όχι οι εναλλαγές παραστάσεων, η δράση, η ανταλλαγή απόψεων, η ανθρώπινη επαφή, η ενασχόληση με κάτι που αγαπάμε και μας γεμίζει και που μπορεί να γίνει όμορφα δημιουργικό, δίνοντας στο μυαλό μας διεξόδους γι' ανανέωση;
Ο άνθρωπος είναι ον πολύπλευρο. Αν δώσεις μια ευκαιρία στον εαυτό σου να υπάρξει και πέρα απ' τις προβλεπόμενες υποχρεώσεις, θα δεις ότι η βελτιωμένη σου εκδοχή θα κάνει καλό και σ' αυτούς που αγαπάς. Αν εσύ νιώθεις όμορφα, δεν μπορεί παρά η ζωντάνιά σου αυτή να μεταφερθεί και στο περιβάλλον σου. Αν εσύ τρέφεις όσες περισσότερες πλευρές τις προσωπικότητάς σου μπορείς, τόσο πιο ενδιαφέρων και ζωντανός θα φαντάζεις στα μάτια των δικών σου, κάνοντάς τους να χαίρονται για 'σένα, μαζί σου.
Δεν είναι εγωιστικό να θέλει κανείς προσωπικό χρόνο και ποικιλία στη ζωή του. Ο παραιτημένος άνθρωπος, ακόμη κι αν από συνήθεια πιστεύει πως όλα είναι εντάξει, μέσα του πάντα θα τρώγεται μέχρι που θα γίνει τελικά ένας γέρος ανεξαρτήτου ηλικίας.



Ο Κουτσοπόδης και η τέχνη να εξισώνεις προς τα κάτω




Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΤΣΟΠΟΔΗΣ ήταν ένας άντρας που εργαζόταν ως ξυλοκόπος.
Μια μέρα, ο Γιάννης αγόρασε ένα ηλεκτρικό πριόνι πιστεύοντας ότι θα τον διευκόλυνε πολύ στη δουλειά.
Η ιδέα του θα ήταν πολύ επιτυχημένη, αν είχε προνοήσει να μάθει πρώτα να χειρίζεται το πριόνι — αλλά δεν το έκανε.
Ένα πρωί, ενώ δούλευε στο δάσος, το ουρλιαχτό ενός λύκου έκανε τον ξυλοκόπο να χάσει την συγκέντρωσή του... Το ηλεκτρικό πριόνι τού γλίστρησε από τα χέρια, και ο Γιάννης τραυματίστηκε σοβαρά στα δυο του πόδια.




Τίποτα δεν μπόρεσαν να κάνουν οι γιατροί για να τα σώσουν, κι έτσι ο Γιάννης Κουτσοπόδης —σαν θύμα της προφητικής μοίρας που έφερε τ’ όνομά του—, έμεινε ακρωτηριασμένος πάνω σε μια αναπηρική πολυθρόνα για το υπόλοιπο της ζωής του.
Ο Γιάννης έπεσε σε κατάθλιψη για πολλούς μήνες εξαιτίας του ατυχήματος. Μετά από ένα χρόνο, φάνηκε ότι λίγο λίγο άρχιζε να καλυτερεύει.
Ωστόσο, κάτι συνωμότησε ενάντια στην ψυχική του ανάρρωση και, ξαφνικά, ξανάπεσε στη βαθιά και απύθμενη κατάθλιψη.
Οι γιατροί τον έστειλαν στον ψυχίατρο.
Ο Γιάννης Κουτσοπόδης, αφού αντιστάθηκε λίγο, πήγε να επισκεφθεί έναν ειδικό.
Woman-in-a-wheelchair-010Ο ψυχίατρος ήταν ευχάριστος και ήρεμος. Ο Γιάννης ένιωσε αμέσως εμπιστοσύνη και του διηγήθηκε εν συντομία τα γεγονότα που τον είχαν οδηγήσει σε αυτήν την ψυχολογική κατάσταση.
Ο ψυχίατρος του είπε πως καταλάβαινε την κατάθλιψή του. Η απώλεια των ποδιών ήταν, πράγματι, μια αιτία που δικαιολογούσε την αγωνία του.
«Δεν είναι αυτό, γιατρέ» είπε ο Γιάννης. «Η κατάθλιψή μου δεν έχει να κάνει με την απώλεια των ποδιών μου. Δεν είναι η αναπηρία που με ενοχλεί πιο πολύ. Αυτό που με πονάει περισσότερο είναι η αλλαγή στη σχέση μου με τους φίλους μου.»
Ο ψυχίατρος άνοιξε τα μάτια κι έμεινε να τον κοιτάζει περιμένοντας εξηγήσεις.
«Πριν το ατύχημα, οι φίλοι μου έρχονταν κάθε Παρασκευή να με βρουν για να πάμε για χορό. Μια-δυο φορές τη βδομάδα μαζευόμασταν για να βουτήξουμε στο ποτάμι και να παραβγούμε στο κολύμπι. Μέχρι λίγες μέρες πριν από την εγχείρησή μου, πηγαίναμε τις Κυριακές για τρέξιμο δίπλα στη θάλασσα. Ωστόσο, φαίνεται πως εξαιτίας αυτού του ατυχήματος, όχι μόνο έχασα τα πόδια μου, αλλά και οι φίλοι μου έχασαν την όρεξή τους να μοιράζονται πράγματα μαζί μου. Κανένας τους δεν με έχει ξανακαλέσει από τότε, πουθενά.
Ο ψυχίατρος τον κοίταξε και χαμογέλασε.
Του ήταν δύσκολο να πιστέψει ότι ο Γιάννης Κουτσοπόδης δεν καταλάβαινε πόσο παράλογος ήταν ο συλλογισμός του...
Ωστόσο, ο ψυχίατρος αποφάσισε να του μιλήσει ανοιχτά για την περίπτωσή του. Αυτός ήξερε καλύτερα απ όλους ότι το μυαλό κρύβει ειδικούς μηχανισμούς που μπορεί να καταστήσουν κάποιον άνθρωπο εντελώς ανίκανο να αντιληφθεί τα προφανή και αυτονόητα.
DISABLEDΟ ψυχίατρος εξήγησε στον Γιάννη Κουτσοπόδη ότι οι φίλοι του δεν τον απέφευγαν επειδή δεν τον αγαπούσαν ή επειδή τον απέρριπταν. Αν και ήταν οδυνηρό, το ατύχημα είχε αλλάξει την πραγματικότητα. Είτε του άρεσε είτε όχι, δεν ήταν πια ο ιδανικός σύντροφος για όσα μοιράζονταν πριν.
«Μα, γιατρέ» τον διέκοψε ο Γιάννης Κουτσοπόδης, «εγώ ξέρω ότι μπορώ να κολυμπήσω, να τρέξω, ακόμα και να χορέψω. Ευτυχώς, έχω μάθει να χειρίζομαι άριστα την αναπηρική μου καρέκλα και τίποτ’ απ’ αυτά δεν μου είναι εμπόδιο.»
Ο γιατρός τον ηρέμησε και συνέχισε να του εξηγεί. Οπωσδήποτε, δεν είχε τίποτα εναντίον στο να συνεχίσει να κάνει τα ίδια πράγματα· αντιθέτως, ήταν πολύ σημαντικό να μην τα παρατήσει. Απλώς, ήταν δύσκολο να συνεχίσει να προσπαθεί να τα μοιραστεί με τους παλιούς του φίλους.
Ο ψυχίατρος εξήγησε στον Γιάννη ότι, στην πραγματικότητα, μπορούσε να κολυμπήσει, αλλά θα έπρεπε να συναγωνιστεί αυτούς που είχαν την ίδια δυσκολία με τον ίδιο... Ότι μπορούσε να πάει για χορό, αλλά σε κάποια λέσχη με άλλους που επίσης δεν θα είχαν πόδια... Μπορούσε να προπονείται δίπλα στη θάλασσα, αλλά θα έπρεπε να μάθει να το κάνει με άλλους ανάπηρους.
Ο Γιάννης έπρεπε να καταλάβει ότι οι φίλοι του δεν θα ήταν πια μαζί του όπως πριν, γιατί τώρα οι συνθήκες μεταξύ τους ήταν πολύ διαφορετικές... Δεν ήταν πια όμοιοι.
Για να μπορέσει να κάνει αυτά που επιθυμούσε —και άλλα περισσότερα—, θα ήταν καλύτερα να συνηθίσει να τα κάνει με τους ομοίους του. Θα έπρεπε, λοιπόν, να αφιερωθεί στο να δημιουργήσει νέες σχέσεις με ανθρώπους σαν κι αυτόν.
Ο Γιάννης αισθάνθηκε σαν να τραβήχτηκε ένα πέπλο μέσα στο μυαλό του, κι αυτή η αίσθηση τον γαλήνεψε.
«Είναι δύσκολο να σας εξηγήσω πόσο ευγνώμων σας είμαι για τη βοήθειά σας, γιατρέ» είπε ο Γιάννης. «Με έφεραν εδώ οι φίλοι σας σχεδόν με το ζόρι, αλλά τώρα βλέπω πως είχαν δίκιο. Κατάλαβα το μήνυμά σας και σας βεβαιώνω πως θα ακολουθήσω τις συμβουλές σας, γιατρέ. Ευχαριστώ πολύ, η επίσκεψή μου εδώ ήταν πραγματικά πολύ χρήσιμη.
«Νέες σχέσεις με ανθρώπους σαν κι εμένα» επαναλάμβανε ο Γιάννης για να μην το ξεχάσει.
Και τότε, ο Γιάννης Κουτσοπόδης βγήκε από το ιατρείο και γύρισε σπίτι του...
Έβαλε μπρος το ηλεκτρικό του πριόνι...




Σχεδίαζε να κόψει τα πόδια όλων των φίλων του, κι έτσι να «δημιουργήσει» κάποιους σαν κι αυτόν.
********
Από το βιβλίο "Ιστορίες να σκεφτείς" του Χόρχε Μπουκάι

Ο Ηρακλής στο τρίστρατο




(Μιλάει ο Σωκράτης) Κι ο Πρόδικος ο σοφός, στο δοκίμιό του για τον Ηρακλή, αυτό πού το παρουσιάζει στον πολύ κόσμο, εκφράζει την ίδια γνώμη για την αρετή, χρησιμοποιώντας, όσο θυμάμαι, τα έξης πάνω κάτω λόγια.
Λέει δηλαδή ότι ο 'Ηρακλής, όταν πήγαινε να γίνει από παιδί έφηβος —την ώρα εκείνη πού οι νέοι, καθώς αρχίζουν πια να είναι κύριοι του εαυτού τους, δείχνουν αν θα ακολουθήσουν στη ζωή τους τον καλό δρόμο ή τον κακό— αποτραβήχτηκε να βρει ησυχία και κοντοστάθηκε, μη ξέροντας ποιόν από τούς δύο δρόμους να ακολουθήσει · κι ότι παρουσιάστηκαν δύο γυναίκες, ως εκεί πάνω ψηλές, οι όποιες τον πλησίασαν.
Της μιας ή εμφάνιση ήταν καλή και επιβλητική. Είχε για στολίδια το καθαρό σώμα της, την ντροπαλοσύνη στα μάτια της, τη σεμνότητα στο παρουσιαστικό της· φορούσε φόρεμα λευκό.
Η άλλη, πάλι, ήταν καλοθρεμμένη, με παχιά κι απαλή σάρκα, φτιασιδωμένη ώστε να φαίνεται πιο αφράτη και πιο ροδαλή απ’ ότι πραγματικά ήταν, κορδωνόταν για να δείχνει πιο στητή απ’ όσο ήταν το φυσικό της, με μια προστυχιά στο βλέμμα, κι ένα φόρεμα πού άφηνε να φανεί όσο το δυνατό πιο έντονα πώς ήταν επάνω στον ανθό τής νιότης της. Κοιταζόταν ολοένα, προσέχοντας αν την κοιτούν και οι άλλοι, και γύριζε συχνά να ρίξει μια ματιά στη σκιά της.


Καθώς πλησίαζαν στον Ηρακλή, η πρώτη εξακολούθησε να βαδίζει όπως πριν, ή άλλη όμως, θέλοντας να την προλάβει, έτρεξε προς τον 'Ηρακλή και τού είπε:
«Βλέπω, 'Ηρακλή, ότι βρίσκεσαι σέ απορία, ποιο δρόμο να ακολουθήσεις στη ζωή. Έ, λοιπόν: Αν με κάνεις φίλη σου και με ακολουθήσεις, θα σού δείξω τον πιο ευχάριστο και τον πιο εύκολο δρόμο’ δεν θα μείνει απόλαυση πού να μη τη γευτείς και θα διαβείς τη ζωή χωρίς να δοκιμάσεις τις δυσκολίες της. Γιατί, πρώτον, δεν θα σκοτίζεσαι για πολέμους και για άλλες μπλεγμένες υποθέσεις, αλλά όλη σου ή έγνοια θα είναι πάντα τί φαΐ ή τί πιοτό θα βρεις πού να σου αρέσει, ή πώς θα δεις ή θα ακούσεις κάτι πού θα σέ ευχαριστήσει, ποιανού το άρωμα ή το άγγιγμα θα σού. δώσει χαρά, ποιανού αγαπημένου ή συναναστροφή θα σέ ευφράνει πιο πολύ, πώς θα κοιμάσαι στα πούπουλα και πώς όλα αυτά θα τα πετυχαίνεις όσο το δυνατό πιο ακόπιαστα. Αν κάποια στιγμή παρουσιαστεί έστω και υποψία πώς κάτι από εκείνα πού φέρνουν αυτές τις απολαύσεις πάει να λείψει, μη φοβηθείς πώς θα σέ υποχρεώσω να τα εξασφαλίζεις αυτά με κόπους και ταλαιπωρίες σωματικές και ψυχικές- απεναντίας, αυτά πού οι άλλοι τα κατακτούν με το μόχθο τής εργασίας τους, εσύ θα τα χρησιμοποιείς χωρίς να σού λείπει κανένα πράγμα, από το όποιο θα ήταν δυνατό να βγάλεις κάποιο κέρδος. Γιατί σε όσους είναι κοντά μου δίνω τη δύναμη να ωφελούνται από’’ όλες τις μεριές».
Κι ο Ηρακλής, μόλις τα άκουσε αυτά, «Κυρά μου», είπε, «πώς είναι το όνομά σου;»
Κι εκείνη, «Οι φίλοι μου», αποκρίθηκε, «με φωνάζουν Ευδαιμονία, ενώ αυτοί πού με μισούν με λένε, χαϊδευτικά Κακία».
Εκείνη τη στιγμή πλησίασε ή άλλη γυναίκα και είπε:
Έχω έλθει κι εγώ κοντά σου, 'Ηρακλή· γνωρίζω τούς γονείς σου, κι έχω πολύ καλά αντιληφθεί το χαρακτήρα σου στη διάρκεια τής αγωγής σου, κι αυτά με κάνουν να ελπίζω πώς, αν πάρεις το δρόμο πού οδηγεί σέ μένα, θα γίνεις ένας σπουδαίος δουλευτής όμορφων και ευγενικών έργων —κι εγώ από τη μεριά μου θα λάβω ακόμη μεγαλύτερες τιμές και διακρίσεις για όσα καλά προσφέρω. Δεν θα σέ παραπλανήσω με προλόγους περί ηδονής, αλλά θα σου εκθέσω πώς στ’ αλήθεια όρισαν οι θεοί τα πράγματα. Χωρίς κόπο και φροντίδα οι θεοί δεν χορηγούν στους ανθρώπους κανένα από τα καλά και όμορφα πράγματα: Αν θέλεις οι θεοί να σέ σπλαχνίζονται, πρέπει να τούς λατρεύεις τούς θεούς· αν θέλεις να είσαι αγαπητός στους φίλους σου, πρέπει στους φίλους να κάνεις καλοσύνες· αν έχεις την επιθυμία να αποκτήσεις τιμές σέ κάποια πόλη, πρέπει στην πόλη αυτή να προσφέρεις υπηρεσίες’ αν έχεις την αξίωση να σέ θαυμάζει όλη ή Ελλάδα για την αρετή σου, πρέπει να προσπαθήσεις να την ευεργετήσεις την Ελλάδα· αν πάλι θέλεις να σού δώσει ή γη άφθονους καρπούς, πρέπει να την καλλιεργήσεις τη γη, αν νομίζεις πώς πρέπει να πλουτίσεις από τη ζωοτροφία, πρέπει να τα φροντίζεις τα ζώα, αν επιχειρείς να αποκτήσεις δύναμη με τον πόλεμο και θέλεις να είναι στο χέρι σου να απελευθερώνεις τούς φίλους και να υποδουλώνεις τούς εχθρούς, πρέπει να μάθεις τις πολεμικές τέχνες από αυτούς πού τις κατέχουν, και πρέπει να εξασκηθείς πώς να τις χρησιμοποιείς· κι να πάλι θέλεις να αποκτήσεις δυνατό σώμα, πρέπει να συνηθίσεις το σώμα σου να υπηρετεί το μυαλό και να το γυμνάσεις με κόπους και ιδρώτα».
Στο σημείο αυτό ή Κακία, καθώς λέει ο Πρόδικος, την διέκοψε: «Αντιλαμβάνεσαι, 'Ηρακλή, για πόσο επίπονο και μακρύ δρόμο, να είναι να φτάσεις κάποτε ως τις απολαύσεις της, σού μιλάει αυτή ή γυναίκα; Ενώ εγώ θα σε οδηγήσω στην ευτυχία από εύκολο και σύντομο δρόμο».



Και τότε είπε ή Αρετή: «Αλόγιαστη, τι καλό έχεις να προσφέρεις εσύ; Ή ποιαν ευχαρίστηση, αφού ούτε γι’ αυτό δεν είσαι διατεθειμένη να κάνεις κάτι; Εσύ πού δεν περιμένεις καν να εκδηλωθεί ή επιθυμία για τα ευχάριστα πράγματα αλλά σπεύδεις να τα ικανοποιήσεις όλα προτού κιόλας αισθανθείς την επιθυμία για κάτι: τρως προτού πεινάσεις, πίνεις προτού διψάσεις, σοφίζεσαι μαγείρους για να φας απολαυστικά, και για να απολαύσεις το πιοτό προμηθεύεσαι πανάκριβα κρασιά και ψάχνεις καλοκαιριάτικα από ’δω κι από ’κει για πάγο, για να κοιμηθείς απολαυστικά δεν εφοδιάζεσαι μόνο με στρώματα μαλακά αλλά και με τα κατάλληλα κρεβάτια και τις βάσεις τους" στ’ αλήθεια, τον ύπνο δεν τον αποζητάς από κούραση, αλλά επειδή δεν έχεις τί να κάνεις. Προσπαθείς να διεγείρεις τις σαρκικές επιθυμίες προτού καν αισθανθείς φυσικά την ανάγκη για αυτές: σοφίζεσαι τα πάντα και χρησιμοποιείς για γυναίκες τούς άνδρες* κακομεταχειρίζεσαι τούς αγαπητικούς σου, τούς παρασύρεις τη νύχτα και μετά χάνουν, εξαιτίας σου, το πιο πολύτιμο κομμάτι τής ημέρας στον, ύπνο. Κι ενώ είσαι αθάνατη, οι θεοί σ’ έχουν κάνει πέρα, και οι σωστοί άνθρωποι σέ καταφρονούν. Δεν έχεις ποτέ σου δοκιμάσει το πιο γλυκό άκουσμα: Το να σέ παινεύουν, και δεν έχεις ποτέ σου αντικρύσει το πιο ευχάριστο θέαμα: Ένα όμορφο δικό σου έργο. Ποιος θα ’δίνε πίστη σέ κάτι απ' όσα λες; Ποιος θα ανταποκρινόταν σέ κάποια επιθυμία σου; Ή, πάλι, ποιος λογικός άνθρωπος θα το τολμούσε να ’ρθει στη συντροφιά σου-; Μόνο νέοι μέ άσθενικό σώμα καί άμυαλοι γέροι — άτομα πού άκόπιαστα πορεύτηκαν στά νιάτα τους μέσα στήν ευμάρεια καί πού μέ κόπο περνούν την ξεραΐλα των γηρατιών τους, άνθρωποι πού ντρέπονται γιά όσα έχουν πράξει καί πού καταθλίβονται γιά όσα πράττουν τώρα, άνθρωποι πού εξάντλησαν τις άπολαύσεις όσο ή σαν νέοι καί πού άφησαν τά δυσάρεστα γιά τά γηρατιά τους.
Απεναντίας, έγώ συντροφεύω τούς θεούς, συντροφεύω καί τούς καλούς άνθρώπους. Κανένα εύγενικό έργο, θεϊκό ή άνθρώπινο, δεν μπορεί νά γίνει χωρίς έμένα. Κι όλοι μέ τιμούν μέ το παραπάνω, καί οί θεοί καί οι άνθρωποι πού έχουν άρετή: Γιά τούς τεχνίτες είμαι ή καλοδεχούμενη συνεργάτιδα, γιά τούς οικοδεσπότες ο πιστός φύλακας, γιά τούς δούλους ό σπλαχνικός συντρέχτης, ό πολύτιμος συνεργάτης στά ειρηνικά έργα, ό άταλάντευτος σύμμαχος στά έργα τού πολέμου, καί ό ιδανικός φίλος. Οί δικοί μου φίλοι άπολαμβάνουν μέ εύχαρίστηση καί χωρίς ένοχλήσεις ό,τι τρώνε κι ό,τι πίνουν γιατί δοκιμάζουν το φαΐ καί το πιοτό όσο χρόνο διαρκεΐ ή επιθυμία τους γι’ αύτά. 'Ο ύπνος τους είναι πιο γλυκός άπό τον ύπνο των άκαμάτηδων κι ούτε δυσανασχετούν, όταν τούς λείψει, ούτε παραμελούν τις ύποχρεώσεις τους έξαιτίας του. Οί νέοι αισθάνονται χαρά πού τούς έπαινοΰν οί γεροντότεροι, καί οί μεγαλύτεροι στην ηλικία νιώθουν αγαλλίαση πού οί νέοι τούς τιμούν. Καί ξαναθυμοΰνται μέ χαρά πράξεις παλιές καί χαίρουνται γι’ αυτό πού κάνουν τώρα — φιλιωμένοι χάρη σ’ έμένα μέ τούς θεούς, άγαπητοί στούς φίλους, τιμημένοι άπό την πατρίδα. Καί σάν έλθει τό μοιραίο τέλος, δέν κείτονται στη λησμονιά καί την καταφρόνια, άλλά τούς εξυμνούν παντοτινά, κι ή μνήμη γι’ αύτούς είναι πάντοτε χλωρή. Άν τά προσπαθήσεις αύτά, Ηρακλή, παιδί άπό γονείς καλούς, θά σοΰ δοθεί η δυνατότητα να κατακτήσεις τήν πιο πολυζήλευτη ευτυχία».
Κάπως έτσι είχε φτιάξει ό Πρόδικος τη διδαχή πού έκανε ή ’Αρετή στον Ηρακλή· βέβαια, τα διανοήματά του τα στόλιζε με λεκτικό πιο μεγαλόπρεπο απ’ ότι εγώ τώρα.
 Ξενοφών – Απομνημονεύματα
Στά Απομνημονεύματα τοϋ Ξενοφώντα η αλληγορία γιά τον «'Ηρακλή στό τρίστρατο», ένα άριστούργημα παραινετικής ρητορικής μέ τεράστια απήχηση στην παγκόσμια γραμματεία, είναι ένταγμένη σέ μιά συζήτηση του Σωκράτη μέ τον ’Αρίστιππο άπό τήν Κυρήνη καί- αποτελεί μέρος τής επιχειρηματολογίας τοϋ πρώτου άπέναντι στον άκρατο ήδονισμό του δευτέρου. Ή βασική ιδέα της άλληγορίας, δηλαδή ή εκλογή άνάμεσα στούς δύο δρόμους τοϋ καλού καί του κακού, άπαντά ήδη στόν Ησίοδο, Έργα και 'Ημεραι, ένώ άλλα στοιχεία της άνιχνεύονται στόν Σιμωνίδη καί στό σατυρικό δράμα του Σοφοκλή Κρίσις (ένν. τοΰ Πάριδος). Στήν άλληγορία τοϋ Προδίκου ό μυθικός ήρωας παρουσιάζεται ώς ένας κοινός θνητός πού καλείται νά διαλέξει άνάμεσα στό δύσβατο μονοπάτι τής ένάρετης πράξης καί στόν, αδιέξοδο ουσιαστικά, δρόμο τής εύκολης ζωής. 'Υπό τήν έκδοχή της αυτή ή μορφή του Ηρακλή θά εμφανιστεί άργότερα στήν κυνική, καί τή στωική, γραμματεία, ώστε βάσιμα νά υποστηρίζεται ότι οί Ωρες προετοίμασαν τήν πραγματεία του ’Αντισθένη γιά τον 'Ηρακλή. 
sofistiki
Η αρχαία σοφιστική – Τα σωζόμενα αποσπάσματα - Σκουτερόπουλος


Πήραι δύο



ΕΙΠ΄ Ο ΔΙΑΣ: «Πλάσματα του κόσμου, όλα σας ελάτε μπρος μου κι άν ή φτιάξη κάποιου δεν άρέσει νάβγει νά το πει, στη μέση, και ’γώ μεμιάς τον ξαναφτιάνω.
«Χάιντε, Μαϊμού, για σήκω απάνω,
κοίτα μέ του ματιού γύρω την κόχη,
στάσου κοντά σε Γάτες, Σκύλους, Βόδια:
ειν’ άσκημο σε σένα κάτι;» «Όχι.
Σάμπως τέσσερα και ’γω δεν έχω πόδια;
Έγνια απ’ τη φάτσα μου ποτές δεν πήρα.
Η αδερφή μου ’Αρκούδα, ή κακομοίρα,
αυτή ’ναι πουχει χάλια και μεγάλα.»
Μα ευτύς σηκώθη ’Αρκούδα ή μπατάλα,
παινεύοντας τα κάλλη της στα ίσια,
και λέγοντας: «Λυπάμαι τον Έλέφα,
πούχει λειψήν ουρά κι άφτιά περίσια και πάχος,
πού παντού τον παίρνουν πρέφα.»


Ό Έλέφας, οταν έφτασ’ ή σειρά του,

μ’ ολη τή γνώση του, τα ίδια λέει:
Η Φάλαινα, πιστεύ’ ή αφεντιά του,
μοιάζει σά χοντροκάραβο άμα πλέει.
Τέλος ο Μέρμηγκας βρήκε μικρή τή Μύγα,
τον εαυτό του βλέποντας γιά γίγα.
Ο Δίας τούς ξανάστειλ’ ολους πίσω,
μά πιο τρελούς, παρόλους του τούς κόπους,
άλλους δέ βρήκε άπ’ τούς άνθρώπους:
τυφλοί σέ μάς, σ’ άλλους άνοιχτομάτες,
στούς εαυτούς μας στρίβουμε τις πλάτες,
στυλώνοντας στο γείτονα τό μάτι.



Ά, μάστορα καί πλάστη, γιά τον καθένα δυο δισάκια έχεις κάνει,
άπ’ οταν έφτιαξες τον κόσμο μάλλον,
ένα πίσω, τις πομπές του γιά νά βάνει,
κ’ ένα μπροστά, γιά τά στραβά των άλλων.




Jean de La Fontaine - Μύθοι από τους μύθους του Λαφοντέν
O Jean De La Fontaine γεννήθηκε στο Chateau-Thierry το 1621 και πέθανε στο Παρίσι το 1695. Ηθογράφος, δραματουργός, λιμπρετίστας και μυθιστοριογράφος, έγινε γνωστός κυρίως για τους "Μύθους" του, που αποτελούν διασκευές των "Μύθων" του Αισώπου


Όσοι έρχονται στη ζωή μας, έρχονται για κάποιο λόγο


Οι άνθρωποι έρχονται στη ζωή μας είτε για κάποιο λόγο, είτε για ορισμένο χρόνο, είτε για πάντα. Όταν ξέρεις αυτό, ξέρεις και τι να κάνεις για τον κάθε άνθρωπο.
girl sitting under ancient tree
Όταν κάποιος είναι στη ζωή μας για κάποιο λόγο, συνήθως απαντά σε μία ανάγκη μας που με κάποιο τρόπο έχουμε εκφράσει. Έχει έρθει για να μας βοηθήσει σε μια δυσκολία να παρέχει καθοδήγηση ή υποστήριξη. Για να μας συνδράμει φυσικά, συναισθηματικά ή πνευματικά.
Μοιάζει Θεόσταλτος και είναι.. Είναι εκεί για το λόγο ακριβώς που τον χρειαζόμασταν..
Μετά, χωρίς να κάνουμε κάτι λάθος και ίσως ακόμα σε μια άβολη στιγμή και παρ’ ότι μπορεί να πληγωθούμε, η σχέση θα τελειώσει. Κάποιος από τους δύο θα πει ή θα κάνει κάτι που θα βάλει τέλος. Μπορεί ο άνθρωπος αυτός να πεθάνει. Μπορεί απλώς να φύγει μακριά μας. Κάποιες φορές, μπορεί να ενεργήσει με τέτοιον τρόπο που να μας αναγκάσει να πάρουμε θέση.
Αυτό που πρέπει να κατανοήσουμε είναι ότι η ανάγκη μας βρήκε ανταπόκριση. Η επιθυμία μας εκπληρώθηκε, οπότε η δουλειά του ανθρώπου αυτού τελείωσε. Η προσευχή μας πήρε απάντηση και είναι ώρα να προχωρήσουμε.

friends-in-sepia-robert-harmon

Όταν κάποιος είναι στη ζωή μας για ορισμένο χρόνο αυτό σημαίνει ότι ήρθε η ώρα να ωριμάσουμε, να μοιραστούμε και να μάθουμε. Μπορεί να μας φέρει μια ειρηνική εμπειρία, ή να μας κάνει να γελάμε. Θα μας μάθει να κάνουμε κάτι που δεν κάναμε ως τώρα και πάντως η παρουσία του θα μας δώσει μεγάλη χαρά. Παρ’ ότι μπήκε στη ζωή μας για ορισμένο χρόνο, το έργο του ήταν σπουδαίο..
Όταν κάποιος είναι στη ζωή μας για πάντα, μας διδάσκει μαθήματα ζωής. Θα μας διδάξει αυτά, πάνω στα οποία πρέπει να χτίσουμε στέρεα συναισθηματικά θεμέλια. Η δουλειά μας είναι να δεχτούμε το μάθημα, να αγαπήσουμε τον άνθρωπο αυτό και να εφαρμόσουμε όσα μάθαμε στη σχέση μας μαζί του σε όλες τις σχέσεις και όλα τα πεδία της ζωής μας!
Λένε ότι, η αγάπη είναι τυφλή, αλλά η φιλία διαισθητική.
Είτε είναι για κάποιο λόγο, είτε για κάποιο χρόνο, είτε για μια ζωή.
Σ’ ευχαριστώ που μου έδωσες την ευκαιρία αυτής της εμπειρίας.
Σ’ ευχαριστώ που είσαι μέρος της ζωής μου.

Feature (Side)

Πρόσφατα

Random

*

Archives

© 2013 Point of view. All rights resevered. Designed by | point me