Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

AD (728x90)

  • 2793 Pine St

  • 1100 Broderick St

  • 868 Turk St

  • 420 Fell St

13 πράγματα που δεν κάνουν οι πραγματικά ισχυρές προσωπικότητες



Σύμφωνα με την ψυχίατρο Amy Morin η επιτυχία έχει έναν δρόμο με μόλις 13 βήματα. Η διανοητική δύναμη, τα ισχυρά στοιχεία του χαρακτήρα μας, το ψυχικό σθένος μας συχνά αντανακλώνται σε όσα κάνουμε. Κυρίως, όμως, για όλα τα παραπάνω «φλυαρούν» όσα δεν κάνουμε.
amy-morin

Τι αποφεύγουν άνθρωποι που φημίζονται για τον ακλόνητο χαρακτήρα και την πνευματική διαύγεια και την ψυχολογική τους ισορροπία;  Σύμφωνα, με το σχετικό βιβλίο της ψυχιάτρουAmy Morin, με τίτλο «13 πράγματα που δεν κάνουν οι διανοητικά ισχυροί άνθρωποι», αυτού του είδους το σθένος «χτίζεται» πάνω σ’ ένα τρίπτυχο που αφορά τον έλεγχο των σκέψεων, των συναισθήματα και της συμπεριφοράς.
Το συγκεκριμένο πόνημα θεωρείται εκτός από «εγχειρίδιο» για «γκουρού» των επιχειρήσεων, των media και της πολιτικής και παγκόσμιο φαινόμενο σε ό,τι αφορά την συμβουλευτική ανθρώπων με επιρροή στον τομέα τους..
Δεν ξοδεύουν χρόνο στην… αυτο-λύπηση.
Αντίθετα, νιώθουν ευγνώμονες. «Το να λυπάσαι τον εαυτό σου είναι αυτοκαταστροφικό. Σε εμποδίζει από το χαρείς μία πλήρη ζωή. Είναι χάσιμο χρόνου, γεννά μόνο αρνητικά συναισθήματα και "πληγώνει" κάθε μορφή σχέσης. Το μυστικό είναι να αποδέχεσαι το καλό στον κόσμο και κάπως έτσι αρχίζεις να εκτιμάς όσα έχεις», γράφει η Morin. Κοινώς, αντικαθιστάς την αυτό-λύπηση με ευγνωμοσύνη. Απλό φαίνεται.
risk-taker
Δεν χαραμίζουν τη δύναμη τους
Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν την τάση να χαραμίζουν τις δυνάμεις τους, όταν χάνουν τα σωματικά και συναισθηματικά τους όρια, αναφέρει η συγγραφέας.
«Πρέπει να υπερασπίζεσαι τον εαυτό σου και, όταν χρειάζεται να βάζεις εσύ το όριο. Αν άλλοι έχουν τον έλεγχο των δικών σου πράξεων, αυτό καταστρέφει την αυτοεκτίμηση σου και τις πιθανότητες επιτυχίας των ονείρων και των σχεδίων σου. Είναι σημαντικό να καταγράφεις τους στόχους σου και να εργάζεσαι σοβαρά για την επίτευξη τους», υπογραμμίζει η Morin και μάλιστα ως παράδειγμα προς μίμηση αναφέρει την πανίσχυρη τηλεπαρουσιάστρια (και επιχειρηματία), Όπρα Γουίνφρεϊ. Όπως σημειώνει, «η Όπρα μεγάλωσε έχοντας να αντιμετωπίσει την απόλυτη φτώχεια και τη σεξουαλική κακοποίηση, αλλά επέλεξε να καθορίσει εκείνη τι ήθελε να γίνει στη ζωή, προστατεύοντας τη δύναμη της».
Δεν φοβούνται και δεν προσπαθούν να αποφύγουν τις αλλαγές
Αντίθετα, «αγκαλιάζουν» και υποδέχονται όσα μοιάζουν αναπόφευκτα. Σύμφωνα με τη Morin κάθε αλλαγή στη ζωή μας έχει 5 στάδια: τον προβληματισμό πριν από τη λήψη μιας μεγάλης απόφασης, το να το οραματιστούμε, την προετοιμασία, την υλοποίηση της και τη συντήρηση της στο επιθυμητό σημείο. Το κρίσιμο σημείο είναι το πέρασμα από το ένα στάδιο στο άλλο, αλλά το να αποφεύγουμε τις αλλαγές, μας εμποδίζει να αναπτυχθούμε, να δυναμώσουμε ως χαρακτήρες. «Όσο περισσότερο αναβάλλεις κάτι, τόσο πιο δύσκολο γίνεται», τονίζει, «κυρίως γιατί οι άλλοι θα σε αφήσουν πίσω».
Δεν εστιάζουν σε πράγματα που δεν μπορούν να ελέγξουν
Αντίθετα, αφοσιώνονται σε όσα μπορούν να φέρουν εις πέρας. «Μοιάζει τόσο ασφαλές να έχεις τα πάντα υπό έλεγχο, αλλά η ψευδαίσθηση ότι έχεις τη δύναμη να κινείς πάντα τα νήματα, μπορεί να γίνει πραγματικός μπελάς», εξηγεί. Συνήθως, το να προσπαθούμε να κοντρολάρουμε τα πάντα είναι σοβαρή ένδειξη άγχους.
«Αντί να προσπαθήσουμε να ελέγχουμε το άγχος μας, προσπαθούμε να ελέγξουμε το περιβάλλον μας», συνεχίζει. Και εννοείται ότι όταν κινούμαστε στο μέτρο του δικού μας εφικτού δημιουργούμε υπόβαθρο για ευτυχισμένες στιγμές, καλύτερες σχέσεις, νέες ευκαιρίες και επιτυχίες!
Δεν παλεύουν να ευχαριστήσουν τους πάντες
Απλούστατα, δεν γίνεται. Αντίθετα, ξέρουν πότε να λένε «όχι». Συχνά κρίνουμε τον εαυτό μας, βάσει των όσων πιστεύουν οι άλλοι για εμάς, χαρακτηριστικό που καμία σχέση δεν έχει με έναν πραγματικά δυνατό χαρακτήρα. «Είναι χάσιμο χρόνου το να προσπαθείς να ικανοποιήσεις τους πάντες. Άνθρωποι με αυτό το χαρακτηριστικό είναι ευάλωτοι σε χειριστικές συμπεριφορές», τονίζει. Επίσης, αναφέρει το αυτονόητο: είναι OK να νιώθουν οι άλλοι θυμωμένοι ή απογοητευμένοι μαζί σου. Είναι επίσης ΟΚ το να μην είσαι αρεστός σε όλους. Πέρα από το ότι τα «όχι» μας είναι που μας δίνουν αυτοπεποίθηση.
Δεν φοβούνται να πάρουν "ασφαλή ρίσκα"
Αντιθέτως, προετοιμάζονται για όσα θα έχουν να αντιμετωπίσουν. «Συχνά, οι άνθρωποι φοβούνται να πάρουν ρίσκα: οικονομικά, συναισθηματικά, κοινωνικά, επαγγελματικά. Αλλά αυτά τα ρίσκα είναι που οδηγούν στη γνώση. «Η έλλειψη γνώσης για το πώς να "ζυγίσεις" μία ριψοκίνδυνη απόφαση, αυξάνει το αίσθημα φόβου», γράφει η Morin. Και πώς προβλέπεις την έκβαση ενός ρίσκου; «Κάνοντας μερικές απλές ερωτήσεις στον εαυτό σου: ποιο θα είναι το δυνητικό κόστος; Ποια τα οφέλη; Πώς όλο αυτό θα με βοηθήσει να πετύχω τον στόχο μου; Ποιες είναι οι εναλλακτικές μου; Πόσο υπέροχο θα είναι, αν επιτευχθεί η καλύτερη εκδοχή αυτού του ρίσκου; Ποιο είναι το χειρότερο πράγμα που θα μπορούσε να συμβεί και πώς θα μετριαστούν οι συνέπειες; Πόση σημασία θα έχει η απόφαση μου σε 5 χρόνια από τώρα;».
11-they-dont-fear-alone-time
Δεν ζουν στο παρελθόν
… το οποίο είναι «παρελθόν». Ό,τι έγινε – έγινε, κοινώς, και δεν υπάρχει τρόπος να αλλάξει. «Το να "κατοικείς" στα παλιά είναι αυτοκαταστροφικό, σε εμποδίζει από το να χαρείς το παρόν και να κάνεις σχέδια για το μέλλον. Δεν δίνει λύσεις και μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε κατάθλιψη», λέει, αλλά δεν ξεχνά να τονίσει ότι το παρελθόν μπορεί να γίνει «προνόμιο» μόνο ως μάθημα. Με το να θυμάται κανείς τα γεγονότα και όχι τα συναισθήματα και να αντιμετωπίζει μία κατάσταση με νέα, σοφή οπτική.
Δεν κάνουν τα ίδια λάθη, ξανά και ξανά
«Προτιμούν να αναλαμβάνουν την ευθύνη και να αλλάζουν τη συμπεριφορά τους. Είναι σημαντικό να καταγράφεις το τι πήγε λάθος, τι θα μπορούσες να είχες κάνει καλύτερα και πως θα το κάνεις διαφορετικά την επόμενη φορά», αναφέρεται στο βιβλίο. Η δύναμη αυτών των ανθρώπων φαίνεται στον αναστοχασμό και στην καταγραφή του λάθους, ώστε να μην επαναληφθεί στο μέλλον.
Δεν δυσφορούν με την επιτυχία των άλλων!
Πανηγυρίζουν μαζί τους! «Αυτού του είδους το συναίσθημα μοιάζει με τον καταπιεσμένο θυμό που κάποτε ξεσπά. Με το να απορροφάσαι – για τους λάθος λόγους – από την επιτυχία ενός άλλου ανθρώπου, κλείνεις τον δρόμο για τη δική σου, αφού η εμμονή σε βγάζει από το δικό σου μονοπάτι. Ακόμη κι αν πετύχεις στη ζωή, μπορεί ποτέ να μη νιώσεις πληρότητα, αφού θα είναι μόνιμα απασχολημένος με το τι κάνουν οι άλλοι. Μπορεί, επίσης, να παραβλέπεις τα ταλέντα σου και να χάνεις τον αξιακό σου κώδικα και τις σχέσεις σου». Δεν έχει άδικο.
risk
Δεν τα παρατάνε με την πρώτη αποτυχία
«Η επιτυχία, συνήθως, δεν έρχεται από τον ουρανό και η αποτυχία είναι πάντα ένα εμπόδιο που πρέπει να ξεπεράσεις. «Πάρτε για παράδειγμα τον Theodor Giesel — γνωστό ως Dr. Seuss — του οποίου το πρώτο βιβλίο απορρίφθηκε από περισσότερους από 20 εκδότες», επιμένει η συγγραφέας. Το να αντιμετωπίζουμε την αποτυχία ως ανεπάρκεια, είναι μάλλον δείγμα μιας αδύναμης προσωπικότητας. To μυστικό είναι στο να αποδέχεσαι μία ήττα, να «αναρρώνεις» και να επανέρχεσαι δυναμικά.
Δεν φοβούνται τις στιγμές μοναξιάς
«Το να βρίσκεις χρόνο για να μένεις μόνος με τις σκέψεις σου, μπορεί να αποδειχθεί μία πολύ δυνατή εμπειρία που βοηθά στην επίτευξη στόχων». Το «οικοδόμημα» μιας δυνατής προσωπικότητας δεν «χτίζεται» μέσα στις ξέφρενες συναναστροφές της καθημερινότητας, αλλά στις στιγμές που είναι κανείς μόνος. «Οι στιγμές που απομονώνεσαι στο γραφείο, αυξάνουν την παραγωγικότητα και είναι οι ίδιες στιγμές που ενώ γίνεσαι δημιουργικός, ταυτόχρονα αυξάνεται η ενσυναίσθηση σου», γράφει μεταξύ άλλων.
Δεν πιστεύουν ότι το Σύμπαν τους χρωστάει…
Το να θυμώνουμε με όλους και με όλα για τις αποτυχίες μας, είναι το εύκολο. Αλλά η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν χρωστά σε κανέναν. Τα πάντα κερδίζονται. Η Morin αναφέρει το γνωστό «η ζωή δεν είναι δίκαιη». Το μυστικό είναι να εστιάζουμε στις δικές μας προσπάθειες, να αποδεχόμαστε την κριτική, να αναγνωρίζουμε τα ελαττώματα μας και να μη συγκρίνουμε τον εαυτό και τη ζωή μας, με των άλλων.
landscape
Δεν περιμένουν άμεσα αποτελέσματα
Το θέμα είναι να είμαστε πρόθυμοι και ανοιχτοί στις ρεαλιστικές προσδοκίες και να καταλαβαίνουμε ότι επιτυχία δεν συμβαίνει, έτσι, μέσα σ’ ένα βράδυ.
«Οι αδύναμοι χαρακτήρες είναι ανυπόμονοι. Και συνήθως υπερεκτιμούν τις ικανότητες τους και υποτιμούν το βάθος χρόνου που χρειάζεται μία αλλαγή, αλλά και τα οφέλη που προσφέρει. Γι’ αυτό περιμένουν αποτελέσματα εδώ και τώρα». Είναι σημαντικό, σύμφωνα με την ίδια να μη μας διαφεύγει ο στόχος και να δουλεύουμε – για οτιδήποτε – με επιμονή και με μακροπρόθεσμο πνεύμα. «Ελέγχουμε την πρόοδο μας, κοιτάμε το δάσος και όχι το δέντρο και η επιτυχία είναι σίγουρη», καταλήγει.

Μόνο Οι Εραστές Μένουν Ζωντανοί



– Ποιο είναι το χειρότερο όταν είσαι γέρος;
– Ότι θυμάσαι πώς ήσουν νέος.
The Straight Story, του Ντέιβιντ Λιντς

***
Όταν είσαι παιδί υπάρχουν μόνο δύο ηλικίες: Τα παιδιά και οι μεγάλοι.
Στην εφηβεία τρεις: Τα μικρά, «εμείς» κι οι γέροι. Γέρος θεωρείται όποιος είναι πάνω από τριάντα.
Στα τριάντα, λίγο πριν-λίγο μετά, δεν είσαι κάτι συγκεκριμένο. Μπορεί να είσαι γονιός, αλλά μπορεί και να ζεις σαν έφηβος. Δεν είσαι νέος. Οι δεκαοχτάχρονοι σε σέβονται ή σε κοροιδεύουν, όταν προσπαθείς τόσο σκληρά ν’ αποδείξεις ότι είσαι σαν κι εκείνους.
Έπειτα γίνεσαι σαράντα κι όλοι οι εικοσάρηδες σε λένε κύριο/κυρία.
Εσύ μπορεί να νιώθεις τζόβενο, παρά τους πόνους στη μέση και τον πρωινό πονοκέφαλο -αν τύχει να πιεις λίγο παραπάνω.
Αν είσαι γυναίκα μπορεί να έχεις μεγάλη επιτυχία με τα πιτσιρίκια (20+) και τους τριαντάρηδες, που ξέρουν ότι μια σαραντάρα θα αποδώσει όσο δύο εικοσάρες.
Οι γυναίκες, λένε, απελευθερώνονται σεξουαλικά μετά τα σαράντα. Γιατί περίμεναν τόσα χρόνια;
Αν είσαι άντρας, μάλλον θα ‘χεις βγάλεις άσπρες τρίχες και θα ‘χεις μάθει ότι το σεξ δεν γίνεται μόνο για να ικανοποιήσεις το εγώ σου. Γιατί έπρεπε να φτάσεις σαράντα, για να το καταλάβεις;
Στα σαράντα δεν είσαι γέρος ούτε νέος. Μεσηλίκας δεν θεωρείσαι ακόμα. Αλλά νιώθεις τον χρόνο να σε πιέζει.

Αν έχεις ένα παιδί στην εφηβεία ετοιμάζεσαι για τη λαιμητόμο. Θέλοντας και μη θα γίνεις πιο συντηρητικός απ’ το παιδί σου. Κι αυτό θα σε καρατομήσει.
Θα πρέπει να του πεις, για πρώτη φορά, να χαμηλώσει τη μουσική στο δωμάτιο του.
Θα το κατσαδιάσεις αν γυρίσει στις 3 το πρωί -ειδικά αν έρθει μεθυσμένο.
Θα του πεις να απομακρυνθεί από εκείνη την παρέα, που είναι κακή επιρροή -νεοναζί του κερατά είναι.
Θα προσπαθήσεις να το πείσεις ότι η συγκεκριμένη ερωτική απόρριψη δεν έχει τόση σημασία, ότι θα γνωρίσει πολλούς ανθρώπους ακόμα, ότι θα ερωτευτεί πολλούς ανθρώπους ακόμα, και δεν καταλαβαίνεις εκείνο το «πεθαίνω από έρωτα» που σου λέει.
Θα του πεις ότι πρέπει να διαβάζει, όσο απαίσιο και να ‘ναι το εκπαιδευτικό σύστημα-το σχολείο-οι καθηγητές.
Ίσως να του πεις ότι πρέπει να ‘χει, πέρα απ’ τα όνειρα του, κι ένα πτυχίο, μια δουλειά για να βγάζει τα προς το ζην.
Και τότε καταλαβαίνεις ότι έχεις αρχίσει να γερνάς. Ίσως να φταίνε οι ευθύνες, ίσως η κούραση, ίσως η απογοήτευση, ίσως η γνώση, αλλά ό,τι και να ‘ναι, όπως κι αν το πεις, δεν πιστεύεις πια, δεν πιστεύεις με όλη σου την ψυχή στα όνειρα.
– Θ’ αλλάξω τον κόσμο, σου λέει το παιδί σου.
– Αυτός ο κόσμος δεν θ’ αλλάξει ποτέ, Κεμάλ, του απαντάς εσύ.
Μόλις θα πεις αυτή τη φράση (αυτός ο κόσμος δεν θ’ αλλάξει ποτέ), να το ξέρεις, είσαι γέρος.
Only Lovers Left Alive
Είναι σπάνιο, πιο σπάνιο κι απ’ τ’ άσπρα κοράκια, ένας γέρος να πιστεύει ότι ο κόσμος μπορεί να γίνει δίκαιος, έστω λίγο καλύτερος. Κι είναι σχεδόν απίθανο αυτός ο γέρος να πιστεύει ότι μπορεί -ο ίδιος- ν’ αλλάξει τον κόσμο.
– Το μόνο καλό στα γηρατειά, λέει ο ήρωας του Λιντς, είναι ότι έμαθες πια ν’ αφήνεις τα μικροπράγματα να πέφτουν κάτω. Και να δίνεις σημασία μόνο σ’ αυτά που έχουν σημασία.
Αυτό είναι το τελευταίο πράγμα που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος: Ν’ αφήσει τα μικροπράγματα να πέσουν. Και ν’ απολαύσει  τις τελευταίες στιγμές.
Γιατί καθένας, όσο θρήσκος και να ‘ναι, ξέρει ότι μετά τον θάνατο δεν πρόκειται να ξαναφάει σοκολάτα.
Όχι. Στον Παράδεισο δεν υπάρχουν σοκολάτες. Ούτε Guinness. Ούτε σεξ.
Γι’ αυτό πολλοί προτιμούν την Κόλαση για να περάσουν την αιωνιότητα.

Είναι αστείο, είναι βιολογικό, είναι επιφανειακό, δεν ξέρω τι είναι, αλλά μοιάζει πολύ αληθινό.
Τα όνειρα είναι ευθέως ανάλογα της ερωτικής επιθυμίας.
Η ζωή είναι απόλυτα συνδεδεμένη με το σεξ.
Οι έφηβοι είναι πνιγμένοι στις ορμόνες. Το φιλί, και μόνο αυτό, είναι big bang, είναι καταποντισμός, είναι θεός.
Ορμόνες και όνειρα, αυτό είναι το υλικό της εφηβείας.
‘Επειτα, μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο, δεκαετία με τη δεκαετία, φθίνει η ερωτική επιθυμία, τα όνειρα κάνουν παρέα με τους συμβιβασμούς, τις υποχρεώσεις, τις ευθύνες.
Συνεχίζεις να σκέφτεσαι το σεξ, αλλά δεν έχεις αρκετό χρόνο ούτε διάθεση, άσε που πρέπει να ξυπνήσεις πρωί για να πας τα παιδιά στο σχολείο. Η ατζέντα σου γεμίζει υποχρεώσεις και κάπου εκεί, αν υπάρχει κενό, γράφεις: Sex; (με ερωτηματικό πάντα).
Έπειτα ξεκινάς να μην το θεωρείς τόσο σημαντικό, όπως το λέει κι ο Φέστινγκερ: «Αφού δεν το κάνω, πρέπει να πιστέψω ότι δεν αξίζει τον κόπο».

Κι είσαι ακόμα στα σαράντα κάτι. Το σώμα σου ζητάει, θέλει, μπορεί. Η ψυχή σου διψάει, τ’ αγαπάει, το περιμένει. Αλλά η ζωή είναι δύσκολη κι ο χρόνος λίγος και πώς να κάνεις σεξ με τρία παιδιά στο σπίτι;
Πριν να το καταλάβεις είσαι πενήντα-εξήντα-εβδομήντα και πλέον δεν νοιάζεσαι για το σεξ. Ούτε ονειρεύεσαι. Το σώμα σου δεν αντέχει, χρόνο έχεις λίγο.
Κοιτάς τις φωτογραφίες σου, τότε που ήσουν σαράντα ένα-δύο-τρία-πέντε-οκτώ, και καταλαβαίνεις ότι παρά τις αβαθείς ρυτίδες ήσουν όμορφη.
Ότι παρά τα γκρίζα μαλλιά ήσουν γοητευτικός.
Ο άνθρωπος σου έχει φύγει πια.
Κοιμάσαι. Μόνος στο διπλό κρεβάτι.
Θυμάσαι. Εκείνο το βράδυ, που είχε φορέσει το φόρεμα χωρίς εσώρουχα και χορέψατε κολλητά, στο σαλόνι, ένα βράδυ καθημερινής, με τη Billie να τραγουδά: «Someday he’ll come along…»
Θυμάσαι. Πώς πέσατε στον καναπέ, στη καρέκλα, στο πάτωμα, στο κρεβάτι, ξανά στο πάτωμα, στον τοίχο, στο κρεβάτι, στο πάτωμα, μέχρι που η νύχτα παραδόθηκε στη μέρα, κι εσείς παραδοθήκατε στον ύπνο, χαρούμενοι, ευτυχισμένοι, νέοι, χωρίς να έχει καμιά σημασία τι ώρα είναι και τι μέρα ξημερώνει και τι χρονιά.
Θυμάσαι. Λίγο πριν κλείσεις τα μάτια την κοίταξες στα μάτια κι είπες:
«Αν πέθαινα τώρα δε θα μ’ ένοιαζε»
Θυμάσαι. Εκείνη γέλασε. Λίγο πριν αποκοιμηθεί.
Θυμάσαι. Και μετά κοιμάσαι.
Πηγή: sanejoker.info

Το λυπημένο μου πρόσωπο



Aυτό το τόσο ουσιαστικό διήγημα του Χάινριχ Μπελ, που υπάρχει μάλιστα μέσα στο βιβλίο των Κειμένων της Γ' Λυκείου -αλλά σπάνια διδάσκεται-, αφήνει ένα στίγμα σημαντικό. Ο Γερμανός συγγραφέας καυτηριάζει τον παραλογισμό ενός ολοκληρωτικού και αυταρχικού καθεστώτος ανάλογου προς το ναζιστικό καθεστώς, που προβαίνοντας σε αυθαιρεσίες απαιτεί την τυφλή και άκριτη υπακοή των πολιτών και επιβραβεύει την προσποίηση, την παθητική στάση.
---
Σταματώντας στην άκρη του λιμανιού για ν' αγναντέψω τους γλάρους, το λυπημένο μου πρόσωπο τράβηξε την προσοχή του πολιτσμάνου, που γύριζε σ' εκείνη την περιοχή. Είχα αφαιρεθεί κοιτάζοντας τα αιωρούμενα πουλιά, που ζυγιάζονταν κι εφορμούσαν για να βρούνε κάτι να φάνε, μα χωρίς αποτέλεσμα. Το λιμάνι ήταν έρημο, το νερό πράσινο, πηχτό από τ' ακάθαρτο πετρέλαιο και στο λεπιδωτό δέρμα του έπλεε κάθε λογής σαβούρα. Πλοίο πουθενά, ο γερανός σκουριασμένος, οι αποθήκες ρεπιασμένες. Στα μαύρα ερείπια της αποβάθρας ούτε ποντίκια δεν κατοικούσαν πια νέκρα. Εδώ και χρόνια ήταν κομμένη κάθε σχέση με τον έξω κόσμο.
Είχα καρφώσει το βλέμμα σ' ένα γλάρο και παρακολουθούσα το πέταγμα του. Με τον τρόμο χελιδονιού που προαισθάνεται κακοκαιρία πετούσε σχεδόν πάντα κοντά στην επιφάνεια του νερού και μόνο πότε πότε ξεθάρρευε ν' ανέβει ψηλά κρώζοντας, να σμίξει το δρόμο του με κείνον των συντρόφων. Αν λαχταρούσα κάτι, ήταν χωρίς άλλο ένα ψωμί να ταϊσω τους γλάρους, να το κόψω κομμάτια και στο ανάκατο πέταγμα να βάλω ένα άσπρο σημάδι, ένα στόχο που κατά πάνω του θα πετούσαν. Ρίχνοντας ένα κομμάτι ψωμί σ' αυτό το ανεβοκατέβασμα των μπερδεμένων τροχιών που έκρωζε, να τους κατεύθυνα σα να 'τανε δεμένοι με σχοινιά.
Μα ξαφνικά έπεσε πάνω μου το χέρι της εξουσίας και μια φωνή είπε: "Ακολούθα με!".
Ολομιάς το χέρι δοκίμασε να με τραβήξει απότομα από την πλάτη και να με στριφογυρίσει βίαια. Εγώ στυλώθηκα, το τίναξα κι είπα συγκρατημένα: "Σίγουρα δεν είστε καλά!". "Συνάδερφε", είπε πριν ακόμα καταφέρω να τον καλοκοιτάξω, "σε προειδοποιώ". "Αφεντικό...", ανταπόδωσα. "Δεν υπάρχουν αφεντικά", φώναξε οργισμένος. "Συνάδερφοι είμαστε όλοι." Τώρα στεκόταν δίπλα μου, με κοίταξε από το πλάι κι ήμουν αναγκασμένος να συγκεντρώσω το βλέμμα μου, που πλανιόταν ευτυχισμένα, και να το βυθίσω στην αλύγιστη μάτια του. Ήταν σοβαρός σα βουβάλι που δεκαετίες ολόκληρες δεν καταβρόχθιζε άλλο από καθήκον. "Για ποιο λόγο;..." πήγα να πω. "Για σοβαρό λόγο", είπε. "Για το λυπημένο σου πρόσωπο". Γέλασα. "Άσε τα γέλια!". Η οργή του ήταν πραγματική. Για μια στιγμή σκέφτηκα πως το 'κανε έτσι από ανία, μιας και δεν έβρισκε να συλλάβει ούτε μια αδήλωτη*, ούτε ένα μεθυσμένο ναύτη, ούτε κλέφτη ή δραπέτη, μα είδα πως δεν αστειευόταν: Εμένα ήθελε να πιάσει. "Ακολούθα με!...". "Μα γιατί;" ρώτησα συγκρατημένα...
Έδεσε μονομιάς τ' αριστερό μου χέρι στον καρπό με μια λεπτή αλυσίδα και στη στιγμή κατάλαβα πως ήμουν πάλι χαμένος. Γύρισα για τελευταία φορά κατά τους γλάρους που πετούσαν, είδα τον όμορφο γκρίζο ουρανό κι έκανα να πέσω με ξαφνική στροφή στη θάλασσα, γιατί μου φάνηκε προτιμότερο να πνιγώ με τη θέληση μου σ' αυτή τη βρώμικη πήχτρα, παρά να με στραγγαλίσουν οι λοχίες σε κάποιο κρατητήριο ή να με ξαναφυλακίσουν. Μα ο πολιτσμάνος τινάζοντας με απότομα με τράβηξε τόσο κοντά, που ήταν αδύνατο να ξεφύγω. "Μα γιατί;" ρώτησα πάλι. "Ο νόμος διατάζει να είσαι-ευτυχισμένος!". "Είμαι ευτυχισμένος", φώναξα. "Το λυπημένο σου πρόσωπο;" κούνησε το κεφάλι. "Μα ο νόμος αυτός είναι καινούριος" είπα. "'Εγινε πριν τριανταέξι ώρες, και το ξέρεις καλά, πως κάθε νόμος ισχύει σαν περάσουν εικοσιτέσσερες ώρες από τη δημοσίευση του." "Μα δεν έχω ιδέα." "Καμιά δικαιολογία! Από προχτές το 'λεγαν όλα τα μεγάφωνα κι όλες οι εφημερίδες, και σε κείνους", εδώ με κοίταξε περιφρονητικά, "και σε κείνους που δε φτάνει η ευλογία ούτε της εφημερίδας ούτε του ραδιοφώνου, το 'καναν γνωστό οι προκηρύξεις που σκορπίστηκαν στους δρόμους όλου του κράτους. Λοιπόν, συνάδερφε, θ' αποδειχτεί πού ήσουν τις τελευταίες τριανταέξι ώρες."
fear1440000798
Μ' έσπρωξε μπροστά. Τώρα για πρώτη φορά κατάλαβα πως έκανε ψύχρα και πανωφόρι δεν είχα, τώρα για πρώτη φορά η πείνα μου έφτασε στ' αποκορύφωμα και γουργούριζε στην πύλη του στομαχιού, τώρα για πρώτη φορά κατάλαβα πως ήμουν άπλυτος κι αξύριστος και πως υπήρχαν νόμοι, που σύμφωνα μ' αυτούς έπρεπε κάθε συνάδερφος να 'ναι καθαρός, ξυρισμένος, ευτυχισμένος και χορτάτος. Μ' έσπρωχνε μπροστά σαν σκιάχτρο, που έπρεπε ν' αφήσει τον τόπο των ονείρων του στην όχτη του χωραφιού, μια κι η κλοπή ήταν ολοφάνερη. Οι δρόμοι ήταν αδειανοί, η απόσταση για το τμήμα κοντινή, κι όσο ένιωθα πως θα 'βρισκαν σε λίγο πάλι μιαν αιτία να με φυλακίσουν, τόσο βάραινε η καρδιά μου, γιατί με περνούσε από μέρη της νιότης μου, που σκόπευα να τα επισκεφτώ σαν τέλειωνα την περιδιάβαση του λιμανιού: κήπους που ήταν άλλοτε γεμάτοι θάμνους, όμορφους στη φυσική τους αταξία, δρόμους κατάφυτους τώρα ήταν όλα σχεδιασμένα, τακτοποιημένα, καθαρά, τετραγωνισμένα, κανονισμένα για τους πατριδολατρικούς συλλόγους, που Δευτέρα, Τετάρτη και Σάββατο έκαναν εδώ τις παρελάσεις τους. Μονάχα ο ουρανός ήταν σαν τότε, κι ο αέρας, σαν κείνες τις μέρες που η καρδιά μου ήταν γεμάτη όνειρα.
...'Οσους ανθρώπους συναντούσαμε τους έπιανε ολοφάνερος ενθουσιασμός, τους διαπερνούσε το λεπτό ρευστό της εργατικότητας, μάλιστα τόσο περισσότερο, όσο έβλεπαν τον πολιτσμάνο. Περπατούσαν όλοι γρηγορότερα, έδειχναν φάτσα βουτηγμένη στο καθήκον, κι οι γυναίκες που έβγαιναν από τα μαγαζιά έβαζαν τα δυνατά τους να δώσουν έκφραση χαράς στο πρόσωπο τους, εκείνη ακριβώς που περίμεναν απ' αυτές, γιατί ήταν διαταγή να εκδηλώνουν χαρά, ζωηρό κέφι στα καθήκοντα της νοικοκυράς, που θα 'πρεπε το βράδυ να τονώνει με πλούσιο δείπνο το δουλευτή του κράτους.
Μα όλοι αυτοί οι άνθρωποι λοξοδρομούσαν επιδέξια, έτσι που κανένας τους να μη βρίσκεται στην ανάγκη να διασταυρώσει μπροστά μας το δρόμο. Στο δρόμο είκοσι βήματα πριν από μας εξαφανιζόταν κάθε ίχνος ζωής, καθένας βιαζόταν να μπει το γρηγορότερο σε μαγαζί ή να στρίψει σε γωνία κι άλλοι έμπαιναν ακόμα και σε ξένο σπίτι και περίμεναν πίσω από την πόρτα έντρομοι, ώσπου να χαθούν τα βήματα μας.
Μονάχα σαν φτάσαμε σε μια διασταύρωση μας συνάντησε ένας ηλικιωμένος, που φευγαλέα διέκρινα να 'χει το σήμα του δασκάλου. Δεν το κατάφερε να λοξοδρομήσει και χαιρετώντας πρώτος αυτός τον πολιτσμάνο κατά τον κανονισμό – χτυπώντας την παλάμη τρεις φορές στο κούτελο να δείξει την απόλυτη ταπεινότητα του – προσπάθησε τώρα, για να εκτελέσει τέλεια το καθήκον που του επιβαλλόταν, προσπάθησε να με φτύσει τρεις φορές στο πρόσωπο και να μ' εφοδιάσει με την τιμητική προσφώνηση: "Πουλημένο τομάρι!". Είχε σκοπεύσει καλά, μα η μέρα είχε ζεστάνει, ο καταπιόνας του ήταν αναγκαστικά ξερός, γιατί με πέτυχαν μονάχα λίγες ταλαίπωρες, πες δίχως ουσία πιτσιλιές, που άθελα μου – παρά τον κανονισμό – με το μανίκι έκανα να τις σκουπίσω. Την ίδια στιγμή ο πολιτσμάνος μου 'δωσε μια πίσω και με χτύπησε γροθιά στη μέση της ραχοκοκαλιάς, λέγοντας ατάραχα "βαθμίς πρώτη", που τόσα πολλά σήμαινε, όπως μορφή πρώτη της πιο ήπιας ποινής που επιβάλλει κάθε πολιτσμάνος.
Ο δάσκαλος το 'βαλε γρήγορα στα πόδια. Οι άλλοι κατάφεραν να λοξοδρομήσουν. Μονάχα μια γυναίκα που είχε πάρει κιόλας τον καθορισμένο αέρα της πριν από το βραδινό γλέντι στην ερωτική στρατώνα, μια χλωμή, πρησμένη ξανθή μου 'στειλε κλεφτά ένα φιλί και χαμογέλασα με ευγνωμοσύνη. ενώ ο πολιτσμάνος πάλευε να καμωθεί πως δεν είδε τίποτε. Είναι ορμηνεμένοι να επιτρέπουν σ' αυτές τις γυναίκες ελευθερίες που σίγουρα θα στοίχιζαν βαριά τιμωρία σε κάθε συνάδερφο, γιατί, μιας κι είναι η συμβολή τους πολύ ουσιαστική στην ανύψωση της γενικής χαράς για εργασία, θεωρείται πως δεν εμπίπτουν στην περιοχή των συνεπειών του νόμου, μια ομολογία δηλαδή που τη σημασία της τη στιγμάτισε ο καθηγητής της περί κράτους φιλοσοφίας διδάκτωρ, διδάκτωρ, διδάκτωρ Μπλάιγκετ στο επίσημο περιοδικό της (περί κράτους) φιλοσοφίας, σαν ένα σημάδι προϊούσας φιλελευθεροποίησης. Το 'χα διαβάσει την προηγούμενη μέρα πηγαίνοντας για την πρωτεύουσα, σα βρήκα λίγες σελίδες του περιοδικού στον αναγκαίο* ενός χωριατόσπιτου, που κάποιος φοιτητής – ίσως παιδί του χωρικού – τις είχε εφοδιάσει με πολύ έξυπνα σχόλια.
Ευτυχώς φτάναμε πια στο σταθμό, γιατί την ίδια στιγμή χτυπούσαν οι σειρήνες κι αυτό έλεγε πως θα πλημμύριζαν οι δρόμοι από χιλιάδες ανθρώπους με συγκρατημένη ευτυχία στα πρόσωπα – γιατί ήταν διαταγή σκολώντας τη δουλειά να μην εκδηλώνουν πολύ μεγάλη χαρά. αφού αυτό θα σήμαινε πως είναι βάρος η δουλειά, αντίθετα πιάνοντας δουλειά έπρεπε να επικρατεί αλαλαγμός χαράς, αλαλαγμός χαράς και τραγούδι – κι όλες αυτές οι χιλιάδες θα 'πρεπε να με φτύσουν. Οπωσδήποτε οι σειρήνες χτυπούσαν δέκα λεφτά πριν από το βραδινό γλέντι, γιατί καθένας θα 'πρεπε ν' αφοσιωθεί επί δέκα λεφτά σε ένα γενικό πλύσιμο, σύμφωνα με το σύνθημα του τωρινού αρχηγού: ευτυχία και σαπούνι.
Την πύλη για το τμήμα της περιοχής, έναν όγκο μπετόν, τη φρουρούσαν δυο σκοποί, που περνώντας εγκαινίασαν τη "λήψη" των συνηθισμένων "σωματικών μέτρων": Με χτύπησαν με τη λόγχη τους δυνατά στα μηλίγγια, κροτάλισαν την κάννη του πιστολιού τους πάνω στο κλειδί του ώμου μου. σύμφωνα με το προοίμιο του νόμου του κράτους. 'Αρθρο 1: "'Εκαστον όργανον τάξεως οφείλει να δηλοποιεί εαυτό επισήμως ως εξουσίαν καθ' εαυτήν εις πάντα συλλαμβανόμενον (εννοούν προφυλακιστέο), εξαιρέσει εκείνου, όπερ προβαίνει εις την σύλληψιν, καθ' όσον τούτο θέλει μετάσχει της ευτυχίας ταύτης, προβαίνον εις την λήψιν των κατά την ανάκρισιν απαιτουμένων σωματικών μέτρων." Κι ο ίδιος ο νόμος του Κράτους 'Άρθρο 1 λέει τα ακόλουθα: "'Εκαστον όργανον τάξεως δύναται να τιμωρεί, οφείλει να τιμωρεί πάντα ένοχον παραβάσεως. Εις ουδέν όργανον παρέχεται ελευθερία εξαιρέσεως εκ της τιμωρίας, αλλά δυνατότης εξαιρέσεως εκ της τιμωρίας".
Περνούσαμε τώρα ένα μεγάλο, παγερό διάδρομο με μεγάλα παράθυρα. Σε λίγο άνοιξε αυτόματα μια πόρτα, γιατί στο μεταξύ οι φρουροί είχαν αναφέρει κιόλας την άφιξη μας, και κείνες τις μέρες που ήταν όλοι ευτυχισμένοι, γενναίοι, ταχτικοί και καθένας πάλευε να ξοδέψει το καθορισμένο μισό κιλό σαπούνι τη μέρα, κείνες τις μέρες να φτάνει ένας κρατούμενος ή προφυλακιστέος ήταν πια γεγονός.
Μπήκαμε σε χώρο σχεδόν αδειανό, που είχε μόνο γραφείο με τηλέφωνο και δυο καθίσματα, εγώ έπρεπε να σταθώ στη μέση, ορθός. Ο πολιτσμάνος έβγαλε το κράνος και κάθισε.
Επικράτησε πρώτα απόλυτη σιωπή κι απραξία. Έτσι το συνήθιζαν πάντα. Δεν υπάρχει χειρότερο. Ένιωθα το πρόσωπο μου να καταρρέει ολοένα περισσότερο, ήμουν κουρασμένος και πεινασμένος κι είχε χαθεί και το τελευταίο ίχνος από κείνη την ευτυχία της θλίψης, γιατί το 'ξερα πως ήμουν πια χαμένος.
Ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα μπήκε χωρίς να πει λέξη ένας χλωμός ψηλός άντρας με τη μαυριδερή στολή του προανακριτή. Κάθισε χωρίς να πει λέξη, και κάρφωσε το βλέμμα πάνω μου. "Επάγγελμα;" "Μονάχα συνάδερφος." "'Έτος γεννήσεως;" "Πρώτη πρώτου του Ένα", είπα. "Τελευταία ασχολία;" "Κατάδικος." Ο ένας τους κοίταξε τον άλλον. "Πότε και από πού απολύθηκες;" "Χτες από το κτίριο 12, κελλί 13." "Τόπος προορισμού;" "Για την πρωτεύουσα." "Χαρτί!"
Έβγαλα από την τσέπη το αποφυλακιστήριο και του το 'δωσα. Το καρφίτσωσε στην πράσινη καρτέλλα, που είχε αρχίσει να συμπληρώνει με τα στοιχεία μου. "Προηγούμενη παράβαση;" "Χαρούμενο πρόσωπο." Ο ένας τους κοίταξε τον άλλον. "Εξήγησε!" είπε ο προανακριτής. "Παλιά τράβηξε την προσοχή του πολιτσμάνου το χαρούμενο πρόσωπο μου, μέρα που είχε διαταχθεί γενικό πένθος. 'Ηταν η μέρα που πέθανε ο αρχηγός." "Διάρκεια ποινής;" "Πέντε." "Έκτιση;" "Άσχημα." "Αιτία;" "Πλημμελής αφοσίωση στην εργασία." "Αρκετά!"
Ο προανακριτής σηκώθηκε, ήρθε κατά πάνω μου και μ' ένα χτύπημα μου 'σπασε κυριολεκτικά τα τρία μεσαία μπροστινά δόντια, σημάδι πως για λόγους υποτροπής έπρεπε να στιγματιστώ μ' αυστηρά μέτρα, που δεν είχα λογαριάσει. Ο προανακριτής έφυγε και μπήκε μέσα ένας χοντρός τραμπούκος με κατάμαυρη στολή: ο ανακριτής.
Με χτύπησαν όλοι: ο ανακριτής, ο ανώτερος ανακριτής, ο προϊστάμενος ανακριτής, ο επίτροπος και ο πρόεδρος και μαζί τους ο πολιτσμάνος εξάντλησε τη "λήψη" όλων των "σωματικών μέτρων", καθώς ο νόμος πρόσταζε. Και μου 'ριξαν δέκα χρόνια φυλακή για το λυπημένο μου πρόσωπο, έτσι ακριβώς όπως πριν πέντε χρόνια μου είχαν ρίξει πέντε χρόνια φυλακή για το χαρούμενο πρόσωπο μου.
Αν αντέξω τα επόμενα δέκα χρόνια της ευτυχίας και του σαπουνιού, είμαι αληθινάαναγκασμένος να φροντίσω να μείνω ολότελα δίχως πρόσωπο.
 – Χάινριχ Μπελ
via

Όλα τα ζευγάρια μαλώνουν. Τα ευτυχισμένα ζευγάρια όμως, μαλώνουν διαφορετικά



Δεν υπάρχει ζευγάρι που να μη τσακώνεται, είναι όμως ο τρόπος που μαλώνεις με τον σύντροφό σου που καθορίζει αν η σχέση σας θα κρατήσει.
«Αντί να επιτίθενται στον χαρακτήρα του άλλου, τα ευτυχισμένα ζευγάρια δεν ξεπερνούν τα όρια και εκφράζουν τα δικά τους συναισθήματα» λέει η ψυχοθεραπεύτρια Vikki Stark, διευθύντρια του Sedona Counseling Center του Μοντρεάλ στη Huffington Post. «Δεν πειράζει να πεις “Είμαι έξαλλος μαζί σου αυτή τη στιγμή!”, αλλά πειράζει αν πεις “Είσαι απαίσιος, θα έπρεπε να ντρέπεσαι που λέγεσαι άνθρωπος”».
Τι άλλο κάνει τους τσακωμούς των ευτυχισμένων ζευγαριών να ξεχωρίζουν; Παρακάτω η Stark μαζί με άλλους ειδικούς στον τομέα των σχέσεων μοιράζονται μαζί μας οχτώ τρόπους που χρησιμοποιούν τα ευτυχισμένα ζευγάρια όταν τσακώνονται -και δεν χρησιμοποιούν οι υπόλοιποι.
1. Δεν αποφεύγουν τους τσακωμούς
Τα ζευγάρια που συνήθως μένουν για πάντα (ή έστω για πολλά χρόνια) μαζί, δεν φοβούνται να κάνουν «δύσκολες» συζητήσεις με τους συντρόφους τους. Κάνουν τις μεγάλες, τρομακτικές ερωτήσεις το συντομότερο δυνατό («Θα κάνουμε ποτέ παιδιά και αν ναι, πότε πιστεύεις πως θα το κάνουμε;», «Τι θα κάνουμε αν σε πάρουν σε εκείνη τη δουλειά στην άλλη πόλη; Δεν θέλω να μετακομίσω εκεί»), ώστε να μη δημιουργηθούν σημαντικότερα προβλήματα στο μέλλον, λέει η Diane Sawaya Cloutier, ειδική στον τομέα των σχέσεων και συγγραφέας σχετικών βιβλίων.
«Όταν τα θέματα-ταμπού ή τα άβολα θέματα δεν τίθενται υπό συζήτηση, μπορούν να μετατρέψουν ένα ανούσιο ζήτημα σε δράμα επικών διαστάσεων, κάτι που δεν θα είχε συμβεί αν είχαν ξεκαθαριστεί από την αρχή», λέει. «Τα ζευγάρια που συζητούν τα πάντα μπορούν να χειριστούν τα προβλήματα που μπορεί να προκύψουν στο μέλλον».
2. Ξεκινούν σιγά-σιγά και παίρνουν με σειρά το λόγο στη κουβέντα
Οι τσακωμοί συνήθως τελειώνουν με τον ίδιο τρόπο που ξεκινούν, λέει η Bonnie Ray Kennan, ειδική θεραπεύτρια σε θέματα γάμου και οικογένειας από τη Νότια Καλιφόρνια. Τα ζευγάρια που έχουν τελειοποιήσει την τέχνη του δίκαιου τσακωμού ξεκινούν σιγά-σιγά, αναφέρονται στα δύσκολα κομμάτια της κουβέντας με λεπτούς, ήπιους χειρισμούς και φροντίζουν να ηρεμούν το κλίμα όταν η κατάσταση φορτίζεται συναισθηματικά.
«Αν χειρίζεσαι μια δύσκολη συζήτηση με τρυφερότητα και σεβασμό, οι πιθανότητες να έχει αίσιο τέλος αυξάνονται δραματικά», λέει η Kennan. «Αντίθετα, αν ξεκινήσεις με σκληρό τρόπο δύσκολα θα καλυτερεύσεις την κατάσταση -ειδικά αν είσαι άντρας».
Τα ζευγάρια που τσακώνονται με ήπιο τρόπο αναγνωρίζουν επίσης και την αξία του δούναι και λαβείν. «Όταν ο ένας μιλάει, ο άλλος ακούει πραγματικά», λέει η Kennan.
old_people_illusion
3. Δεν καταφεύγουν σε βρισιές
Τα ευτυχισμένα ζευγάρια που βρίσκονται σε μακροχρόνιες σχέσεις σπάνια εμπλέκονται σε άγριους καυγάδες με βρισιές, σαρκασμούς και ειρωνείες, γιατί ξέρουν πως δεν αξίζει να ρίξουν το επίπεδο της κουβέντας -και το δικό τους- όσο κι αν σκουρύνουν τα πράγματα.
«Και οι δύο σύντροφοι γνωρίζουν πως δύσκολα μπορείς να πάρεις πίσω μια περιφρονητική ατάκα ή συμπεριφορά και πως κάτι τέτοιο μπορεί να έχει ολέθρια αποτελέσματα στη σχέση», λέει η Ray Kennan. «Με την πάροδο του χρόνου έχουν αποκτήσει επίγνωση των επιπτώσεων ενός “βρώμικου” καυγά, για αυτό και τον αποφεύγουν».
4. Ξέρουν πώς να ηρεμούν
Όταν η κατάσταση ξεφεύγει, αυτοί που ξέρουν πώς να τσακώνονται ξέρουν και πώς να βάζουν σε τάξη τα συναισθήματά τους. Ξέρουν πόση αξία έχει ένα διάλειμμα, είτε αυτό σημαίνει να μετρήσουν μέχρι το 10, είτε να πάρουν βαθιές ανάσες, είτε να πουν στο σύντροφό τους «Μπορούμε να το ξαναπιάσουμε το πρωί;».
«Αυτά τα ζευγάρια ξέρουν πώς να αναγνωρίζουν και να τιμούν τα συναισθήματά τους χωρίς να τα “καίνε”» λέει η Amy Kipp, ψυχολόγος με ειδίκευση σε ζευγάρια και οικογένειες από το San Antonio. «Όταν και οι δύο σύντροφοι μπορούν να ηρεμούν τους εαυτούς τους και να κάνουν διαλείμματα όταν χρειάζεται, είναι συνήθως πιο εύκολο να βρουν τη λύση στο πρόβλημά τους».
5. Ορίζουν κανόνες για τους καυγάδες τους
Όλα αυτά δεν σημαίνουν πως τα ζευγάρια που βρίσκονται σε μακροχρόνιες δεν είχαν ποτέ τα ξεσπάσματά τους ή δεν είχαν κάνει το λάθος να πουν «βαριές κουβέντες» που μετά μετάνιωσαν. Απλά στην πορεία έμαθαν από τα λάθη τους. Μετά το τέλος ενός συναισθηματικά φορτισμένου καυγά, τα έξυπνα ζευγάρια φροντίζουν να βάζουν κανόνες ώστε την επόμενη φορά που θα τσακωθούν να μην χάσουν τον έλεγχο της κατάστασης.
Οι κανόνες αυτοί μπορεί να είναι συγκεκριμένοι («Δε θα διακόπτουμε τον άλλο όταν προσπαθεί να εκφράσει τη δική του οπτική γωνία») ή πιο γενικοί: για παράδειγμα «Δεν έχει σημασία ποιος θα βγει από πάνω, σημασία έχει να βρούμε μια λύση που θα ικανοποιεί και τους δύο».
couples-fight
6. Αναγνωρίζουν τα συναισθήματα και την οπτική του άλλου
Μπορεί να έχουν αντίθετες απόψεις, τα ζευγάρια όμως που βρίσκονται σε ευτυχισμένες, μακροχρόνιες σχέσεις προσπαθούν όσο μπορούν να καταλάβουν και την άλλη πλευρά σε μια διαφωνία.
«Μπορεί να πουν “Ξέρω πως δεν έχεις την ίδια άποψη με μένα, εκτιμώ όμως ότι ακούς και τη δική μου πλευρά”» λέει η Kipp. «Αυτή η θετική στάση ρίχνει την άμυνα του άλλου και επιτρέπει να αναπτυχθεί μια πιο παραγωγική συζήτηση».
7. Δίνουν στον άλλο το πλεονέκτημα της αμφιβολίας
Οι σύντροφοι που μπορούν να αναπτύσσουν υγιείς και παραγωγικές συζητήσεις κατά τη διάρκεια ενός τσακωμού, δεν σπεύδουν να βγάλουν συμπεράσματα στη μέση του καυγά. Δεν βιάζονται να υποθέσουν πως το ταίρι τους θέλει να χωρίσουν επειδή, απλά, εκφράζει μια ανησυχία του. Εφησυχάζουν τις ανασφάλειές τους, ακούν προσεκτικά και προσπαθούν να δώσουν στον σύντροφό τους το πλεονέκτημα της αμφιβολίας, λέει η Kipp.
«Το να έχεις μια υγιή σχέση, σημαίνει πως υποθέτεις ότι ο σύντροφός σου κάνει το καλύτερο που μπορεί τη δεδομένη στιγμή», εξηγεί. «Σε έναν τσακωμό, αυτό σημαίνει πως και οι δύο σύντροφοι έχουν τον ίδιο στόχο: μια αμοιβαία, ευεργετική λύση. Έτσι οι καυγάδες γίνονται μια ομαδική προσπάθεια για την επίτευξη αυτού του στόχου και όχι μια “μάχη” για τον νικητή».
8. Δεν ξεχνούν ποτέ πως ό,τι και να γίνει, είναι μια ομάδα
Ακόμα και εν μέσω των πιο σκληρών και έντονων τσακωμών τους, τα υγιή ζευγάρια δεν ξεχνούν ποτέ πως είναι μια ομάδα. Θα το παλέψουν μαζί και θα μείνουν ο ένας δίπλα στον άλλο, μέχρι ο καυγάς να τους εξαντλήσει και να συμφωνήσουν πως χρειάζονται ένα διάλειμμα και κάτι να φάνε.
«Τα ζευγάρια που βρίσκονται σε μακροχρόνιες, ευτυχισμένες σχέσεις, θυμούνται πάντα πως, όσο θυμωμένοι κι αν είναι, η ζωή θα συνεχιστεί την επόμενη ημέρα» λέει η Stark. «Και για αυτό δεν θέλουν να προκαλέσουν κάποια μόνιμη ζημιά. Ακόμα και αν είναι φορτισμένοι συναισθηματικά, είναι ικανοί να θυμούνται την αξία της μακροχρόνιας σχέσης τους. Είναι μια ομάδα και μαζί προστατεύουν το μέλλον τους».
________________
  via

Νυχτερινό





Λόγος λιτός, χαμηλόφωνη υπαρξιακή αγωνία, ολιγαρκής μοναξιά, γνήσιο συναίσθημα. Διαβάζοντας το διήγημα του "Νυχτερινό" του Νικήτα Κακκαβά σε τυλίγει η λυτρωτική συγκίνηση του ρεαλισμού της ζωής. Της ζωής που φεύγει.
  Περίληψη : Ο κύριος Μηνάς περνάει το τελευταίο βράδυ της ζωής του στην Πανεπιστημιακή Κλινική του Ιπποκρατείου, όπου νοσηλεύεται τον τελευταίο μήνα. Το πρωί η νοσηλεύτρια βάρδιας βρίσκει στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι του ένα γράμμα που είχε γράψει για τον γιο του, ο οποίος ζει μόνιμα στη Σουηδία.
«Κανείς δεν καταλαβαίνει τον άλλο. Είμαστε νησιά στη θάλασσα της ζωής. Ανάμεσα μας κυλάει η θάλασσα  που μας ορίζει και μας χωρίζει. Όσο κι αν προσπαθεί μια ψυχή να μάθει τι είναι μια άλλη ψυχή, δεν θα μάθει παρά μόνο όσα μπορεί να της πει μια λέξη».
  ~ Φερνάντο Πεσσόα «Το βιβλίο της ανησυχίας»
---
Η πόρτα του μπάνιου έτριξε. Ήθελε λάδωμα. Ο οξύς ήχος ξύπνησε τους υπόλοιπους στο θάλαμο.
Στάθηκε μπροστά στο νιπτήρα, άνοιξε τη βρύση και άφησε το νερό να τρέξει. Κοιτάχτηκε στο ραγισμένο καθρέφτη. Το μπάνιο βρωμούσε αμμωνία ανάκατα με χλωρίνη. Του ήρθε ναυτία.
Τακτοποίησε τα λιγοστά μαλλιά του με τα δάχτυλα. Ήθελε ξύρισμα, τα άσπρα γένια ξεφύτρωσαν ανάμεσα στα ρυτιδιασμένα του μάγουλα. Κάτω από το φως της αδύναμης λάμπας φαίνονταν πελιδνός.
Από το ανοικτό παράθυρο του θαλάμου ακούγονταν ένας τζίτζικας και η σβησμένη ηχώ της εξάτμισης μιας μοτοσικλέτας.
Αισθάνθηκε ένα δυνατό πόνο στο στήθος, καυτό σίδερο.
Στο μέτωπο του έτρεχαν ήδη σταγόνες ιδρώτα. «Ως εδώ ήταν κύριε Μηνά…», πρόλαβε να σκεφτεί.
Με έναν γδούπο προσγειώθηκε στην κιτρινιασμένη πορσελάνη της ντουζιέρας. Ένα μικρό κόκκινο αυλάκι απλώθηκε γρήγορα στο μωσαϊκό του μπάνιου.
- Σάββα γκολ στο 214. Έλα να τον πάρεις, πριν μυρίσει με τέτοια ζέστη.
Η Προϊσταμένη έκλεισε απότομα το τηλέφωνο. Ήξερε τι ανεπρόκοπος ήταν ο τραυματιοφορέας και αυτή χρειάζονταν αμέσως το κρεβάτι σε μια ώρα ξεκινούσε η πρωινή εφημερία.
Στην είσοδο του θαλάμου δυο γέροι στριφογύριζαν ανήσυχοι, κρατώντας με το αριστερό τους χέρι τον ουροκαθετήρα.
«Πάρτε τον, βρε παιδιά. Δεν με βαστούν τα πόδια μου, ζαλίζομαι. Θέλω να ξαπλώσω, δεν αντέχω άλλο όρθιος!», εκλιπαρούσε τις νοσηλεύτριες ο πιο αδύνατος ηλικιωμένος.
- Σοφία πήγαινε να μαζέψεις τα πράγματα του Ιγνατίου από το κομοδίνο. Μην ξεχάσεις τη μασέλα, τη βέρα και το ρολόι του. Όρεξη έχω τους συγγενείς να μας κατηγορούν για κλέφτες πρωινιάτικα!
H Σοφία σηκώθηκε από την καρέκλα, υπακούοντας απρόθυμα την Προϊσταμένη. Από όλα τα καθήκοντα της νοσοκόμας δεν άντεχε να μαζεύει τα πράγματα ενός νεκρού. Έμαθε να ξεσκατώνει, να αλλάζει πιτζάμα σε κατουρημένους γέρους, να βοηθάει τον γιατρό Ιωάννου στη διάνοιξη αποστημάτων, αλλά αυτή την διαδικασία δεν έλεγε - δέκα χρόνια νοσηλεύτρια – να την συνηθίσει ακόμα. Αισθάνονταν ακόμη ένα περίεργο δέος μπροστά στο θάνατο, δεν ήθελε να αγγίξει τίποτε από εκεί που κάποτε υπήρχε απαραβίαστα ιδιωτική η ζωή του άψυχου πλέον σώματος.
Σήκωσε το σεντόνι, αποκαλύπτοντας τον φρέσκο νεκρό. Ένα ισχνό γεροντάκι, κίτρινο φύλλο πεσμένο οριστικά από το δέντρο της ζωής. Γυρίζοντας το κεφάλι της από την άλλη μεριά, έψαξε στα τυφλά στο στόμα του για να βρει τη μασέλα. Έβγαλε έπειτα το ρολόι, το σταυρουδάκι από το λαιμό και μια μικρή ασημένια καδένα από τον αριστερό καρπό, τοποθετώντας τα σε μια χάρτινη σακούλα. Κοίταξε έπειτα ένα-ένα τα δάχτυλα του. Πουθενά η βέρα. Άνοιξε το συρτάρι του κομοδίνου. Παραμέρισε με γρήγορες κινήσεις την παρηγορητική πραμάτεια του πρώην ασθενούς. Ένα μικρό τρανζίστορ, ένα μυθιστόρημα τσεκαρισμένο στη σελίδα 234, ένα κινητό τηλέφωνο, ένα σταυρόλεξο... Στο βάθος φάνηκε ένας λευκός φάκελος.
«Εκεί θα έβαλε τη βέρα του», ανακουφίστηκε η Σοφία.
Έψαξε τον φάκελο χωρίς δισταγμούς για αδιακρισία. Εντός του διπλωμένη με επιμέλεια μια κόλλα αναφοράς. Την άνοιξε με προσοχή. Πυκνογραμμένες παράγραφοι με χειρόγραφη μπλε καλλιγραφία αποκαλυφτήκαν.
Κοίταξε σχεδόν συνωμοτικά δεξιά και αριστερά της. Δεν υπήρχε κανείς στον θάλαμο. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού παραμερίζοντας το παγωμένο μέλος του νεκρού και άρχισε να διαβάζει.
Surreal-Photographs-George-Christakis04
«Δημήτρη μου,
είναι περασμένες τρεις και δεν μπορώ να κοιμηθώ. Δεν είναι που πονάω σ’ όλο μου το σώμα, έμαθα πια στον πόνο, τον συνήθισα. Θα πεθάνω, το αισθάνομαι. Βλέπω παράξενα όνειρα τα βράδια.
Θα πεθάνω σε πολύ λίγο. Τελειώνουν οι πιστώσεις χρόνου που μου έχουν απομείνει.
Δεν με πειράζει που φεύγω. Στα αλήθεια! Με πονάει όμως που θα πεθάνω εδώ μέσα, ολομόναχος στον θάλαμο ενός νοσοκομείου. Ορφανεμένος από τους ανθρώπους μου. Μοιράζομαι αυτό το άθλιο δωμάτιο με τρεις ξένους. Το μόνο κοινό ανάμεσα μας είναι η αγανάκτηση και η μοναξιά του μελλοθάνατου που μας περικυκλώνει. Οι γιατροί δεν μας δίνουν σημασία. Κάθε πρωί παρελαύνει η κουστωδία με τις λευκές ποδιές, αδιάφορη και άπραγη μπροστά στην αρρώστια μας. Άδεια σακιά οι ψυχές τους, τσιγκουνεύονται να μας σκαρώσουν έστω ένα κάποιο παρηγορητικό ψέμα. Περισσότερο από όλους σιχαίνομαι τα νεαρά γιατρουδάκια με το βλέμμα τους γεμάτο από την έπαρση της άγνοιας και της απειρίας.
Ήθελα να πεθάνω στο σπίτι μου!
Ανάμεσα στους τοίχους του, να με περικυκλώνουν παρηγορητικές οι σκιές των περασμένων. Σήμερα εξορίζουν τους μελλοθάνατους από τα σπίτια τους, όλοι πεθαίνουν στα νοσοκομεία. Τους κλείνει τα μάτια ένας ξένος, η νοσοκόμα ή ο τραυματιοφορέας της βάρδιας. Περνούν τις πρώτες ώρες του θανάτου τους ολομόναχοι στο μάρμαρο ενός υπόγειου νεκροτομείου.
Εγώ ήθελα να πεθάνω στο σπίτι μου, αγόρι μου! Ανάμεσα στα βιβλία μου, πάνω στον πράσινο φθαρμένο καναπέ του σαλονιού μπροστά στην ανοιχτή τηλεόραση, με τις φωτογραφίες σας ολόγυρα μου, να βλέπω τα παιδικά σας χαμόγελα και να μην τα χορταίνω. Να αισθάνομαι την σκιά της μητέρας σου δίπλα στην κρεβατοκάμαρα, ένα μικρό - τόσο δα!- κουράγιο σ΄ αυτήν την φοβερή αγωνία μου.
Ήθελα πάντοτε να σου πω τόσα πολλά!
Ωστόσο κάθε φορά που σε συναντώ κάτι κλειδώνει τη γλώσσα μου, οι ήχοι κρύβονται, ο χρόνος είναι άρρωστος και αναλώνομαι σε ανώφελες κοινοτυπίες, μήπως και σε βαρύνω με κάποιο φορτίο περίσκεψης. Κι όταν χωρίζουμε με πιάνει ταραχή, σαν αντικρίζω στοίβα θεόρατη τις εκκρεμότητες λέξεις που ήθελα να σου μιλήσω.
Είσαι μεγάλος πια, το ξέρω. Στα δικά μου τα μάτια όμως παρέμεινες πάντοτε εκείνο το ξανθό αγοράκι που με αγκάλιαζε με εκείνη την τριών χρόνων αγκαλιά του, όταν ξυπνούσε το πρωί.
Με εκείνη την αυθεντική αγάπη που μόνο τα παιδιά μπορούν να έχουν.
Είχα χαρεί τόσο πολύ, όταν γεννήθηκες.
Και δεν έσβησε ποτέ εκείνο το φως που έφερε ο ερχομός σου στη ζωή μου. Εκείνα τα μικρά δαχτυλάκια, εκείνο το χαμόγελο, μα περισσότερο από όλα εκείνα τα μεγάλα μάτια φώτισαν εντός μου έναν άλλον εαυτό που ούτε είχα ματαδεί, ούτε ήξερα ότι υπήρχε.
Δεν υπήρξα πάντοτε αυτός ο άθλιος γέρος που είμαι τώρα.
Δεν ξέρω πότε και γιατί άρχισε αυτή η παραμόρφωση μου. Με θυμάμαι με καστανά, καλοχτενισμένα μαλλιά, δεν ζάρωναν την φάτσα μου ρυτίδες, τα μέλη μου είχαν δύναμη, μπορούσα να ανεβαίνω με εσένα στην αγκαλιά δυο-δυο τα σκαλοπάτια. Δεν θα το πιστέψεις, αλλά κάποτε φορούσα στενά μπλουτζίν με λευκά αθλητικά παπούτσια και στενά, καρό κοντομάνικα πουκάμισα.
Με τις πρώτες λιακάδες του Μαρτίου σε έβαζα στους ώμους μου και γυρίζαμε αμέριμνοι τα μεσημέρια στις πλατείες.
Τότε μπορούσες ακόμη να ερμηνεύεις τον ήχο των σιωπών μου, δεν χρειάζονταν τα λόγια να παραχαράξουν κανένα συναίσθημα. Μετά το κυνηγητό των περιστεριών σε έπαιρνε ο ύπνος, κάνοντας μαξιλάρι το κεφάλι μου.
Τα καλοκαίρια πηγαίναμε όλοι μαζί στη θάλασσα. Έκλαψες τρομαγμένος, όταν σε έβαλα για πρώτη φορά στο νερό. Η μητέρα σου φώναζε «τι άτσαλος που είσαι με το παιδί!». Χτυπούσες αδέξια πτερύγια τα ποδαράκια σου στο νερό, προσπαθώντας να επιπλεύσεις.
Δεν θυμάμαι πότε με πρωτοείπες «μπαμπά».
Μάλλον θα ήταν ένα πρωί Κυριακής που έσκυψα να σε φιλήσω. Ήμουν αξύριστος, τα γένια μου θα έγδαραν τα μάγουλα σου. Ήσουν μόνο οκτώ μηνών. Έκλεισα τα μάτια, για να μην εξαντληθεί η ηχώ του νιόβγαλτου ήχου. Θυμώνω πολύ με αυτούς που θέλουν τα παιδιά να τους φωνάζουν με το μικρό τους όνομα, αντί για «πατέρα», «μητέρα», «μαμά», «μπαμπά». Εγώ ήθελα πάντοτε να το ακούω! Το να γίνω ο μπαμπάς σου υπήρξε ό,τι πιο σπουδαίο προσπάθησα ποτέ στη ζωή μου.
Ξέρω πως σε στεναχώρησα πέρυσι που δεν σε άφησα να μου πάρεις καινούργια έπιπλα. Πώς να στο εξηγήσω, αγόρι μου, οι γέροι δεν θέλουν να αλλάζουν το σπίτι τους, τα ρούχα τους, το φλιτζάνι του καφέ, την εφημερίδα… Η μνήμη τους πρέπει να παραμένει ακέραια και στις πιο μικρές της
λεπτομέρειες, δεν επιτρέπεται να εισχωρήσει καμιά εντροπία στον κόσμο τους.
Οι αναμνήσεις είναι τα όνειρα των γέρων η επιστροφή σε ό,τι είναι οριστικά χθες ισοδυναμεί με την υπόσχεση ενός καινούργιου ταξιδιού. Για αυτό πασχίζουν να κάνουν παρόν όλα όσα υπήρξαν, αλλά δεν δικαιούνται μια νέα είσοδο στο χρόνο. Κι εγώ το γνώριζα καλά από νωρίς: στην πυκνή δεντροστοιχία των αναμνήσεων μου παραμόνευε πάντοτε να με ξαφνιάσει κάποια ξεχασμένη μου ευτυχία.
Η ζωή μας είναι ό,τι γνωρίζουμε και ορίζουμε για αυτήν.
Και εγώ υπήρξα κάτι χειρότερο από ένας ασήμαντος, ένας κουτσουρεμένος μέσος όρος. Ήμουν σ’ όλη τη ζωή μου μια ευτυχής δυνατότητα, ωστόσο θλιβερά ανεκπλήρωτη. Αισθανόμουνα βέβαια να αναβλύζει σαρωτική εντός μου η επιθυμία να κάνω τόσα πολλά. Ονειρεύτηκα πολύ… Ονειρευόμουν να γράψω ένα σπουδαίο βιβλίο, να συνθέσω ένα αξέχαστο τραγούδι, να γίνω ένας διάσημος φυσικός, να ταξιδέψω στην Αφρική, να αγοράσω ένα σκάφος, να μάθω Ιταλικά και Ρωσικά, να έχω ένα δικό μου αγρόκτημα με μηλιές και πορτοκαλιές. Αντ’ αυτών ξόδεψα όλα τα χρόνια μου ναυαγός σε ένα μικρό γραφείο στον τρίτο όροφο κάποιας Εφορίας. Ο ορίζοντας μου συρρικνώθηκε όλος-όλος ένας τοίχος βαμμένος μέχρι τη μέση με πράσινη λαδομπογιά, το ταξίδι μου περιορίστηκε στα λιγοστά, ίδια χιλιόμετρα από το τριάρι μας μέχρι το γραφείο μου. Μέχρι και από μεγάλο έρωτα φαίνεται πως αστόχησα. Με πίστευα για ψηλό βουνό, αγόρι μου, αλλά αυτό ήταν η αυταπάτη σκιά του λοφίσκου που υπήρξα.
child-walking-with-father
Δεν μ’ αρέσουν οι δικαιολογίες, αλλά ίσως τελικά να χάθηκα κάπου ανάμεσα στο ένστικτο της τελειότητας και στην ευθύνη που αισθανόμουν διαρκώς απέναντι σου. Μου ήταν αδύνατο να τα συνταιριάξω. Εγώ δεν παράτησα απλώς το ταξίδι της ζωής μου, ούτε καν πλησίασα ποτέ στο λιμάνι! Στο βάθος φοβόμουν πάντοτε την αποτυχία, πριν καν ακόμα προσπαθήσω. Για αυτό και έπεισα τον εαυτό μου πως η ευθύνη της ανατροφής σου ήταν απαγορευτική για να συνεχίσω να παρακολουθώ τις επιθυμίες μου. Έστησα καλά το δόκανο μιας τέτοιας φενάκης, για να ησυχάσει ο άλλος Μηνάς, αυτός που σιχαίνονταν τον όψιμα οκνηρό και αδιάφορο μεσήλικα που αντίκριζε κάθε πρωί στον καθρέφτη του μπάνιου.
Σου άφηνα, ωστόσο, τα χνάρια μου για να μ’ ανακαλύψεις, αν κάποτε αποφάσιζες να μπεις στον κόπο. Φωσφορίζουσες σημειώσεις στα βιβλία μου, η τακτοποιημένη δισκοθήκη μου, φωτογραφίες από μια παλιά εκδρομή, κιτρινισμένα χαρτάκια με ονόματα και τηλέφωνα πρώην φίλων, εισιτήρια από συναυλίες… Έκλεινα σιγά-σιγά τη ζωή μου όλη στην επικράτεια των λίγων μέτρων του γραφείου μου. Στο άβατο αυτό θα κρύβονταν εφεξής ο αληθινός Μηνάς, περιμένοντας μια ημέρα να τον συναντήσεις αγόρι μου.
Το μόνο που δεν συνήθισα ποτέ ήταν το άδειο σου δωμάτιο. Διάλεξε και αυτή η μάνα σου να μην αλλάξουμε τίποτα, να το αφήσουμε άθικτο. Άλλες φορές απέφευγα και να κοιτάξω, άλλες φορές κλεινόμουν με τις ώρες μέσα. Χάζευα τα βιβλία Χημείας του φροντιστηρίου, την μεγάλη υδρόγειο σφαίρα, τις ξεθωριασμένες αφίσες στον τοίχο, δυο μαρκαδόρους που δεν γράφουν πια, τον παλιό υπολογιστή, το στρωμένο κρεβάτι από ξύλο Σουηδίας. Άνοιγα την ντουλάπα και απαριθμούσα με τα χέρια μου το εφηβικό σου βεστιάριο. Περίμενα μάταια να φανεί στην πόρτα ο δεκαοχτάχρονος Δημήτρης. Και μόνο η φωνή της μητέρας σου ή ένα απρόσμενο κουδούνι με αποσπούσε από αυτό το μεθοριακό σκηνικό.
Όταν πέτυχες στο Πολυτεχνείο και έφυγες για την Αθήνα, έδειχνες να μας ξέχασες. Δεν μας τηλεφωνούσες πια, δυο φορές που κατέβηκα ξαφνικά για να σε δω μου φάνηκε δυσφορία στο βλέμμα σου. Σαν να μην ήμουν πια ο αγαπημένος σου μπαμπάς, μεμιάς αισθάνθηκα κάποιος ξένος που εισβάλλει και γκρεμίζει προσωρινά το σκηνικό της ανεμελιάς σου, σου αναιρούσα βαθμούς ελευθερίας. Παρότι προσπαθούσες αρκετά, εγώ μετέφραζα για πλαστό εκείνο το «Καθίστε μια μέρα ακόμα, να πάμε και στο θέατρο». Έπρεπε να το πάρω απόφαση! Με είχες εξορίσει προσωρινά από την καρδιά σου οι νέοι της ένοικοι – οι συμφοιτητές σου και η ξανθούλα από την Κατερίνη - δεν γούσταραν μεσήλικες συγκάτοικους. Θύμωσα τότε μαζί σου, «το τσογλάνι εγώ θυσίασα τον εαυτό μου για πάρτη του και αυτός…», σκέφτηκα. Αλλά η αλήθεια είναι πάντοτε μια αδιόρατη λευκή σκιά: στις καινούργιες σου πτήσεις ήμουνα πλέον ένα βαρίδι, δεν περίσσευε ούτε μια κάποια θέση θεατή.
Και ήρθε η αγάπη μου για σένα, δίκαιη και παρηγορητική, να τακτοποιήσει τις εσωτερικές μου εκρήξεις.
«Στο κάτω-κάτω κανείς δεν μπορεί, ακόμη και αν το θέλει, να αρνηθεί εντελώς τον πατέρα και την μητέρα του», ησύχαζα. Από δω και πέρα θα μεταμορφωνόμασταν ξανά σε οικογένεια μοναχά κάποια Σαββατοκύριακα, τα Χριστούγεννα ή στο γιορτινό τραπέζι της Ανάστασης, όποτε τέλος πάντων αναβίωνε κάποια λάμψη της τρυφερότητας που υπήρξε κάποτε ανάμεσα μας. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τόσες άλλες οικογένειες ανάμεσα στο ξένο πλήθος των απέναντι πολυκατοικιών. Όπως και με την οικογένεια του μακαρίτη του πατέρα μου. Τώρα που σου γράφω βρέχει πολύ. Ξαφνική καλοκαιρινή μπόρα. Ζέστη και υγρασία αποπνικτική, δεν σε χωρά ο τόπος...
Εσείς σίγουρα θα παγώνετε στη Σουηδία. Είναι και ανήλιο εκείνο το στενό της πόλης που διάλεξες να μείνεις αγόρι μου. Νομίζω πως άφησα ανοιχτή την μπαλκονόπορτα στο σαλόνι, θα βραχεί το χαλί. Ήμουν πάντοτε απρόσεχτος! Και δεν έχω ποιον να στείλω να την ασφαλίσει.
Η αλήθεια είναι πως χρειάζομαι κάποιον κοντά μου αυτές τις ώρες.
Ωστόσο δεν στο λέω για να γυρίσεις πίσω, δεν έχεις καμία ευθύνη εσύ, καμία υποχρέωση!
Σε σκέφτομαι πολύ. Είσαι ευτυχισμένος; Τι χρώμα έχει το καινούργιο σου αυτοκίνητο; Κουράζεσαι στη δουλειά; Μιλάς με κανέναν παλιό σου φίλο στο τηλέφωνο;
Άραγε θα 'ρθεις τον Δεκαπενταύγουστο; Αν τα καταφέρεις, θα πάμε εκδρομή στη θάλασσα. Δεν νοστάλγησα τίποτε περισσότερο από ένα αεράκι. Σαν τότε – Μάης δεν ήταν; - που καθάριζε τον ουρανό στα Κάστρα. Τίποτε άλλο παρά ένα δροσερό αεράκι.
Τώρα άπνοια,  δεν φυσάει ούτε στα όνειρα μου…
Σ’ αγαπώ όσο τίποτα άλλο στον κόσμο μου.
Ο μπαμπάς σου»
Η Σοφία σκούπισε δυο δάκρυα στα μάγουλα της.
Μπήκε στο γραφείο της Προϊσταμένης. Άνοιξε το συρτάρι του γραφείου και τράβηξε ένα λευκό φάκελο. Δίπλωσε το χαρτί στα δυο και το έκλεισε μέσα.
Με σταθερό χέρι αντέγραψε με μπλε μελάνι:
Μr. Ignatiou Dimitrios
Baggensgatan 25
Stockholm / SWEDEN
Από τον μπαμπά σου
 ~ Νικήτας Κακκαβάς, "Νυχτερινό",  συλλογή διηγημάτων "Το Ποτέ και το Τίποτα" (εκδόσεις Ιδιωτική Οδός).

via

Feature (Side)

Πρόσφατα

Random

*

Archives

© 2013 Point of view. All rights resevered. Designed by | point me