Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

AD (728x90)

  • 2793 Pine St

  • 1100 Broderick St

  • 868 Turk St

  • 420 Fell St

Κατανάλωση: η πρόσχαρη αλλοτρίωση



Η παράδοση αναφέρει ότι κάποιο ον, όσο περισσότερο ικανοποιούσε την πείνα του, τόσο αυτή μεγάλωνε, με αποτέλεσμα να κατασπαράξει τον εαυτό του. Το πρόσωπο αυτό είναι και πρόσωπο της δικής μας κοινωνίας, της λεγόμενης Καταναλωτικής, που καταναλώνεται καταναλώνοντας και ο άνθρωπος τρώγεται τρώγοντας.
Πραγματικά, παρατηρώντας το σημερινό κόσμο και τα επιτεύγματα, με τα οποία έχει κορεστεί, θα μπορούσε κανείς να πει πως ο άνθρωπος είναι γεννημένος για να δημιουργεί κι ύστερα να καταστρέφεται. Αναζητεί συνέχεια το καλύτερο με σκοπό τη βελτίωση της ζωής. Όμως κατά τη διάρκεια της πορείας του το «καλύτερο» συχνά μετατρέπεται σε «χειρότερο», εφόσον είναι γνωστό πως συχνά το καλύτερο είναι εχθρός του καλού.
Στην περίπτωση που αναφερόμαστε, ο άνθρωπος δημιούργησε μια ατελεύτητη αλυσίδα πραγμάτων, που θα έλυναν τα προβλήματα του κι όμως βρέθηκε δεμένος με την αλυσίδα αυτή. Αχρηστεύτηκε από τα δημιουργήματα του. Περιτριγυρίζεται από τόσο «χρήσιμα» πράγματα που τον κάνουν να νιώθει άχρηστος• ένα παθητικό άτομο, που κατευθύνεται από τα επιτεύγματα του. Έτσι ο σημερινός άνθρωπος μοιάζει με κάποιον που έχει υποστεί λοβοτομή κι έχει μετατραπεί σ” ένα άτομο χωρίς βούληση, που αδρανοποιείται μέρα με τη μέρα.
Στη σημερινή εποχή έχει παρανοηθεί η έννοια της λέξης «χρήσιμος». Χρήσιμος είναι αυτός που προσφέρεται προς χρήση, που βοηθάει στην καλυτέρευση ενός πράγ-ματος ή μιας κατάστασης. Χρήσιμος είναι ακόμη αυτός που χρησιμεύει σε κάτι. Όμως σε τι χρησιμεύουν τόσα «χρήσιμα» πράγματα, που μας κατακλύζουν; Σε τι χρη-σιμεύει ο άνθρωπος πέρα από το να τα δημιουργεί και να τα υπηρετεί; Ποιο νόημα έδωσε στη ζωή του, πέρ” από εκείνο του «αγοραστή»; Στο σύγχρονο λεξιλόγιο, που χρησιμοποιεί, ενέταξε και το «χρήσιμος» στα επίθετα που έχουν την έννοια του μη χρησιμοποιούμενου. Στο μυαλό του κυριαρχεί η εντολή «αγόρασε και απόλαυσε» και σύμφωνα μ” αυτή χτίζει μια ζωή, στην οποία ο άνθρωπος χρησιμεύει για να χρησιμοποιείται, χρησιμοποιώντας παθητικά τ” αγαθά που αγοράζει μηχανικά, για να κορέσει την αγοραστική του μανία.
θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι ο σημερινός άνθρωπος παχαίνει σωματικά κι αδυνατίζει πνευματικά. Η πάχυνση είναι αποτέλεσμα του φαγητού και της ακινησίας. Η πνευματική αβιταμίνωση, αποτέλεσμα της πνευματικής οκνηρίας. Ο κόσμος μας αποτελείται από παθητικά στην πλειοψηφία τους άτομα, και η ειρωνεία είναι πως τα ίδια τα άτομα με τη στάση τους κατέληξαν στο να γίνουν αδρανή πλάσματα. Ένα παράδειγμα είναι ενδεικτικό: με τη σπάταλη χρησιμοποίηση που της κάνουμε, δώσαμε το δικαίωμα στην τηλεόραση να ελέγχει και να καθορίζει τη ζωή μας, ιδίως κατά τις βραδινές ώρες. Δύσκολα βγαίνουμε από το σπίτι κι εύκολα απαρνιόμαστε την κουβέντα με τους φίλους, για να μη χάσουμε κάποια ενδιαφέρουσα «σειρά», που τις πιο πολλές φορές είναι σειρά πληκτικών σκηνών. Αλλά το παράδειγμα δεν αφορά στην τηλεόραση αποκλειστικά, αλλά σ” ένα εξάρτημα της, τον τηλεχειριστή*(«τηλεκομάντερ» λέγεται στη «γλώσσα» της T.V.), που χρησιμεύει στη ρύθμιση ή την αλλαγή σταθμών. Μ” αυτό το όργανο γλιτώνουμε από τον κόπο ν” αλλάξουμε τη νωχελική στάση μας στην πολυθρόνα, να σηκωθούμε και ν” αλλάξουμε κανάλι, ώστε να μπορέσουμε να κινηθούμε, έστω για ένα λεπτό. Με μια πίεση του δακτύλου ρυθμίζονται από μακριά τα πάντα. Το βιβλίο, που μας παρέχει γνώσεις και τέρψεις και παράλληλα ασκεί το νου μας, έχει υποκατασταθεί από την τηλεόραση και τις πιο πολλές φορές από το βίντεο. Προτιμάμε να μας προσφέρουν έτοιμη μια γνώση παρά να την κατακτήσουμε μόνοι με προσωπικό μόχθο.

* Το σωστό θα ήταν τηλεχειριστήρας. Τηλεχειριστής είναι αυτός που τον χρησιμοποιεί. Το ίδιο ισχύει και για το «διακόπτης». Σωστό είναι το «διακοπτήρ»-«διακοπτήρας».
Αγνοούμε το θέατρο, που μας παρέχει μια υψηλότερη καλλιτεχνική τέρψη και μια μοναδική αίσθηση της σχέσης ηθοποιού-θεατή, γιατί, είτε δε μας προσφέρει τις γρήγορες εναλλαγές εικόνων των ταινιών της τηλεόρασης και του κινηματογράφου, είτε είμαστε τόσο οκνηροί ώστε, αν κι έχουμε αυτοκίνητο για να κινηθούμε, εν τού-τοις επιλέγουμε την «καλύτερη» λύση και την πιο «ξεκούραστη», να κάτσουμε, δηλαδή, στο σπίτι και να δούμε τηλεόραση. Μέσα σ” ένα τέτοιο σύστημα υποκατάστατων ζωής ο άνθρωπος φθείρεται, χάνει το νόημα της ζωής και κάνει τη ζωή πουλιού μέσα στο κλουβί. Μόνο που η αυτοφυλάκιση είναι δική του επιλογή.
Ο Αριστοτέλης ονόμασε τον άνθρωπο «ζώον κοινωνικόν». Δυστυχώς, ο άνθρωπος κατάφερε να του αφαιρεθεί ο επιθετικός προσδιορισμός του κοινωνικού. Έχασε την κοινωνικότητα του, αλλ” αυτό δε σημαίνει ότι του απόμεινε η ιδιότητα του ζώου στην πλήρη διάσταση της. Ένα ζώο κινείται, απολαμβάνει τη φύση, τρώγει υγιεινές τροφές. Ο άνθρωπος ακινητοποιείται, χάνει την επαφή με τη φύση και τρώγει «υγιεινές» τροφές, για να διατηρεί την υγεία του, που φθείρεται από την πολυφαγία και την ακινησία.
Η κακή χρησιμοποίηση, λοιπόν, των μέσων διευκόλυνσης της ζωής έχει καταντήσει δύσκολη τη ζωή μας. Ένα χαρτονόμισμα έχει αντίκρισμα σε χρυσό κι έτσι δικαιολογεί την ονομαστική του αξία. Η ζωή του ανθρώπου, όμως, στην κατάσταση που έχει περιέλθει σήμερα, δεν έχει κανένα αντίκρισμα. Το αντίκρισμα της ήταν οι άνθρωποι, που τώρα πια δεν υπάρχουν. Το μόνο που έχει απομείνει στον κόσμο είναι άτομα που πλανιώνται από δω κι από κει δίχως νόημα και προορισμό. Για να ξαναρχίσει η ζωή μας να λειτουργεί, πρέπει να της δώσουμε ζωή.
Κάποτε ο ευαγγελιστής των τεχνολογικών ανακαλύψεων, ο μεγάλος συγγραφέας Ιούλιος Βερν, είχε πει προφητικά ότι ο άνθρωπος στο μέλλον θα γίνει ένα διακοσμητικό αντικείμενο μέσα στο μηχανοποιημένο κόσμο που θα δημιουργήσει. Το μέλλον του Βερν είναι το δικό μας παρόν. Ο Βερν θέλησε να μας προειδοποιήσει για τα επακόλουθα που θα είχαν οι συνεχείς τελειοποιήσεις, που άφηναν απέξω τον άνθρωπο. Να μας προειδοποιήσει για μια εποχή, που θα ήταν η αρχή του τέλους της ζωής των ανθρώπων με την αρχική, την πρωταρχική έννοια της ζωής. Δυστυχώς, η προφητεία επαληθεύτηκε και δημιουργήσαμε ένα θαυμαστό κόσμο θαυμαστών πραγμάτων, στα οποία εντάξαμε τη ζωή μας, αντί να εντάξουμε τα πράγματα στη ζωή μας.
Τα πάντα λειτουργούν στην εντέλεια σε βάρος του ανθρώπου. Η ζωή του έγινε πιο «εύκολη» αλλά και πιο κουραστική μέσα στις τόσες ευκολίες. «Αλλοτριώνεται πρόσχαρα» και γι” αυτό δεν καταλαβαίνει πόσο βαθιά μπαίνει σ” ένα λαβύρινθο, που δεν έχει έξοδο και τελειωμό. Οι άνθρωποι ξυπνάνε από έναν τυχόν βραδινό εφιάλτη, για να ζήσουν έναν άλλο, τον ημερήσιο, καθημερινό εφιάλτη. Ζουν με το άγχος να προλάβουν, να τα προφτάσουν όλα. Ελάχιστες είναι οι στιγμές, που χαίρονται τη ζωή τους σαν πραγματικοί άνθρωποι κι όχι σαν αυτόματα όντα. Ένας κόσμος ζωντανών-νεκρών θα ήταν βέβαια ένας πολύ βαρύς χαρακτηρισμός για το σημερινό κόσμο, αλλ” ανταποκρίνεται σε κάποιες πολύ συνηθισμένες καταστάσεις της ζωής του. Στη σημερινή εποχή είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς ποιος είναι «ζωντανός» και ποιος «νεκρός». Αρκείται στο να παρατηρεί άτομα να κινούνται σαν να τα κατευθύνει κάποια αόρατη δύναμη και που είναι ανίκανα ν” αντισταθούν και να βαδίσουν αντίθετα στο ρεύμα της κατανάλωσης. Αγοράζουν περισσότερα από όσα χρειάζονται για να ζή-σουν. Τουλάχιστον, οι αρχαίοι Αιγύπτιοι πίστευαν πως η ζωή τους θα συνεχισθεί και μετά το θάνατο τους και γι” αυτό μετέτρεπαν τους τάφους τους σε σούπερ μάρκετ. Εμείς, όμως, γιατί αγοράζουμε τόσα, αφού δεν πρόκειται να τα πάρουμε μαζί μας;
Η εξήγηση είναι απλή: η μόνη δραστηριότητα που επιτρέπεται στο σημερινό άνθρωπο είναι η κατανάλωση, η αφθονία. Έτσι κυνηγά μόνος τον πλούτο της κόλασης του. Γιατί η καταναλωτική μανία μοιάζει με το ναρκωτικό. Όσο περισσότερο το παίρνεις, τόσο πιο πολύ το ζητάς, αν και ξέρεις πως αυτό μια μέρα θα σε καταστρέψει.
Με τη μανία για συνεχή και υπερβολική κατασκευή και προμήθεια πραγμάτων, που θα έκαναν τη ζωή μας ανετότερη, χάσαμε την άνεση και την ευρυχωρία μας. «Μας διώχνουνε τα πράγματα», όπως λέει ο Καρυωτάκης. Είμαστε εξόριστοι σ” έναν τόπο που δημιουργήσαμε μόνοι μας. Θεοποιήσαμε τα επιτεύγματα μας και υπακούμε σ” αυτά, βάζοντας παρωπίδες, ωτοασπίδες και ρινοασπίδες, για να μη δεχόμαστε άλλα ερεθίσματα. Υπάρχουν, όμως, κάποιοι πνευματικοί άνθρωποι, που με το φως της αλήθειας προσπαθούν να μας βοηθήσουν να συνειδητοποιήσουμε σε τι φαύλο κύκλο έχουμε πέσει και στριφογυρίζουμε δαιμονισμένα γύρω-γύρω, όπως ο σκύλος που θέλει να δαγκώσει την ουρά του. Μας δείχνουν μιαν έξοδο, όμως εμείς έχουμε γίνει τόσο «ασθενικοί», που μας είναι αδύνατο να φτάσουμε ως αυτή.
Ελπίζουμε πάντοτε να πληθύνουν τα φώτα σ” αυτό τον κόσμο, για να μπορέσουν όλοι οι άνθρωποι μια μέρα να βαδίσουν προς την έξοδο και να κοιτάξουν τον ουρανό, που έχουν ξεχάσει πια, τι χρώμα έχει.
(4 Απριλίου 1988)
Από το βιβλίο του Σαράντου Ι. Καργάκου: «Προβληματισμοί – ένας διάλογος με τους νέους.» Τόμος Ε΄
GUTENBERG – ΑΘΗΝΑ 1997

Τα τρία πιο σοβαρά λάθη που γίνονται κατά την εξομολόγηση




Για τη συγχώρηση των παραπτωμάτων μας απαραίτητη προϋπόθεση είναι η αλήθεια και η ει­λικρινής εξαγόρευση. Αλλά ποιοί είναι εκείνοι, πού, ενώ ξεκινούν με διάθεση εξαγορεύσεως των παραπτωμάτων τους, στο δρόμο σκοντάφτουν και δεν είναι ειλικρινείς στην όμορφη αυτήν ευκαιρία, όπου έχουν την δυνατότητα απαλλαγής από τα αμαρτήματα και τα πλημμελήματα τους;


Πρώτον: Αυτοί που κρύβουν τις αμαρτίες τους, γιατί ντρέπονται να τις εξαγορεύσουν. Ο Σατανάς πάντα ενθαρρύνει τον άνθρωπο, όταν πρόκειται να αμαρτήσει. Όταν όμως έλθει η ώρα της μετάνοιας, τον αποθαρρύνει με την ντροπή. Ντρέπομαι λέγει. Πώς να παρουσιάσω στο φώς αυτά που έκανα στο σκοτάδι; ο Ιερός Χρυσόστομος λέγει: συ να μη πεισθείς σ αυτήν την προτροπή του Σατανά. Και ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης προτρέπει τους χριστιανους λέγοντας: Με πολύ θάρρος αποκαλύψατε τα μεγάλα σας αμαρτήματα: αποκαλύψτε αυτά, που είναι φωλιασμένα στο βάθος της ψυχής σας: αποκαλύψτε, όπως αποκαλύπτει ο ασθενής στο γιατρό τα κρυμμένα του τραύματα. Έτσι και μόνο θα πετύχετε τη θεραπεία


Δεύτερον: Αυτοί που ομολογούν ότι αμάρτησαν, Αλλά το βάρος της αμαρτίας το ρίχνουν σε τρίτους. η διάθεση αυτή, της επιρρίψεως της αμαρτίας στους άλ­λους, φαίνεται καθαρά και στο πρώτο βιβλίο της Π. Διαθήκης, τη Γένεση. εκεί παρατίθεται από τον ιερό συγγραφέα, τον προφήτη Μωυσή, ένας διάλογος, που είναι ιδιαίτερα κατατοπιστικός. Λέγει ο Θεός στον Αδάμ, που παρέβη την εντολή και έφαγε από το δένδρο της γνώσεως του καλού και του κακού Ποιός σου ανήγγειλε ότι είσαι γυμνός, εκτός αν έφαγες από το δένδρο, από το όποιο και μόνο σου απαγόρευσα να φάγεις; και ο Αδάμ άπαντά: ή γυνή, ην έδωκας μετ εμού, αύτη μοι έδωκεν από του ξύλου, και έφαγον. Και είπε Κύριος ο Θεός τη γυναικί τι τούτο εποίησας; και είπεν η γυνή· ο όφις ηπάτησε με και έφαγον. στο διάλογο αυτόν, παρατηρούμε ότι ο Αδάμ ρίχνει την ευθύνη για την πτώση του στη γυναίκα, Αλλά και στον ίδιο το Θεό. δε φταίω εγώ, Αλλά η γυναίκα που Εσύ μου έδωσες. Και η Εύα ρίχνει την ευθύνη στον όφη. Αυτός με ηπάτησε λέγει.


Τρίτον: Αυτοί που αμαρτάνουν και θλίβονται, όχι γιατί έσφαλαν ενώπιον του Θεού, Αλλά γιατί φοβούνται ότι με την κοινολόγηση των πραγμάτων θα θιγεί η αξιοπρέπεια τους.


Πότε πρέπει να σας ανησυχήσει η μνήμη σας;





Σε τι κατάσταση βρίσκεται η μνήμη σας; Θυμάστε λ. χ. πού έχετε παρκάρει το αυτοκίνητό σας ή χρειάζεστε αρκετά λεπτά για να το βρείτε; Και είναι αυτό ανησυχητικό ή μήπως δεν χρειάζεται να σας προβληματίσει;


Η αφηρημάδα είναι πάρα πολύ συνηθισμένο φαινόμενο, αλλά έτσι όπως αυξάνονται τα κρούσματα της άνοιας, ιδίως της νόσου Αλτσχάιμερ, λογικό είναι να ανησυχεί κάποιος μήπως έχει αρχίσει να τα χάνει. Η νευρολόγος – ψυχίατρος Παρασκευή Σακκά, πρόεδρος της Εταιρείας Νόσου Αλτσχάιμερ και Συναφών Διαταραχών Αθηνών και διευθύντρια του Ιατρείου Μνήμης στο νοσοκομείο Υγεία, εξηγεί ποια παραστρατήματα της μνήμης είναι φυσιολογικά, ποια ενδέχεται να είναι ύποπτα και ποια πρέπει να μας οδηγήσουν αμέσως στον γιατρό.


Φυσιολογικά


Το να μη θυμόμαστε τα πάντα ανά πάσα στιγμή είναι σε πολλές περιπτώσεις φυσιολογικό για πολλούς λόγους.


Πρώτον, ο εγκέφαλος ξέρει πότε δεν χρειάζεται να συγκρατήσει κάποια ασήμαντη πληροφορία και έτσι τη σβήνει από τη βραχυχρόνια μνήμη για να αφήσει χώρο για σημαντικότερες.


Δεύτερον, αποφασίζει ο ίδιος αν μία πληροφορία αξίζει να αποθηκευτεί στη μακροπρόθεσμη μνήμη για μελλοντική χρήση ή πρέπει να διαγραφεί.


Και τρίτον, υπάρχουν πολλοί παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά τη μνήμη – από το στρες και τη στενοχώρια μέχρι την έλλειψη ύπνου και το να κάνουμε πολλά πράγματα ταυτοχρόνως (multi-tasking).


Ετσι, λοιπόν, φυσιολογικό είναι:


* Να ξεχάσετε γιατί πήγατε στο διπλανό δωμάτιο.


* Να χρειάζεστε πού και πού λίγα λεπτά για να θυμηθείτε πού παρκάρατε.


* Να τακτοποιείτε κάποια πράγματα και μετά να μην τα βρίσκετε.


* Να μη θυμάστε κάτι ασήμαντο που σας είπε την προηγούμενη ημέρα ένας φίλος.


* Να ξεχάσετε το όνομα ενός προσώπου που μόλις γνωρίσατε ή συναντήσατε πριν από χρόνια.


* Να «κολλάτε» προς στιγμήν και να μη βρίσκετε μια λέξη.


Υποπτα


Υπάρχουν ορισμένα συμπτώματα που αφορούν κυρίως την οπτική αναγνώριση προσώπων και αντικειμένων, τα οποία δείχνουν να ξεφεύγουν από την απλή αφηρημάδα. Αν και μπορεί να οφείλονται σε κάτι άλλο, όπως η κατάθλιψη, το άγχος ή η έλλειψη συγκέντρωσης, ενδέχεται επίσης να αποτελούν πρώιμα συμπτώματα άνοιας και νόσου Αλτσχάιμερ. Ετσι, λοιπόν, πρέπει να αρχίσετε να ανησυχείτε εάν:


* Ξαφνικά γίνουν δύσκολες κάποιες δουλειές που έως τώρα κάνατε άνετα (π.χ. παρότι ξέρετε να μαγειρεύετε καλά, πελαγώνετε για να ετοιμάσετε ένα εορταστικό δείπνο)


* Χάνετε τον προσανατολισμό σας σε γνωστά μέρη ή συστηματικά ξεχνάτε πού παρκάρατε


* Ξεχνάτε τα ονόματα συγγενών και κοντινών φίλων


* Εχετε προβλήματα στην αναγνώριση προσώπων, χρωμάτων, σχημάτων, λέξεων


* Αλλάζει η προσωπικότητά σας (π.χ. απομονώνεστε ενώ ήσασταν κοινωνικοί, γίνεστε απαθείς και αδιάφοροι)


* Συνειδητοποιείτε ότι βάζετε συνέχεια τα πράγματα σε λάθος θέσεις


* Επαναλαμβάνετε τις ίδιες ερωτήσεις


Επείγοντα


Η νόσος Αλτσχάιμερ επηρεάζει τη λειτουργία του ιππόκαμπου – μίας δομής στον εγκέφαλο, η οποία είναι υπεύθυνη για την πρόσφατη μνήμη. Ετσι, οι πάσχοντες αδυνατούν να θυμηθούν πράγματα που έκαναν πολύ πρόσφατα (ακόμη και πριν από λίγη ώρα), αφού δεν μπορούν να τα μεταφέρουν από τη βραχυπρόθεσμη μνήμη στη μακροπρόθεσμη. Στον ειδικό νευρολόγο γιατρό πρέπει να απευθυνθείτε αμέσως εάν:


* Ζητήσετε μία κούπα καφέ, διότι ξεχάσατε ότι μόλις ήπιατε.


* Ξεχνάτε το όνομα ενός αγαπημένου προσώπου (π.χ. του εγγονιού σας), αλλά διατηρείτε ζωντανές τις αναμνήσεις από τότε που ήταν πολύ νεότερο σε ηλικία.


* Η κρίση σας μειώνεται και κάνετε λάθος επιλογές (π.χ. φοράτε πουλόβερ το καλοκαίρι).


* Δυσκολεύεστε να κάνετε πράγματα που παλαιότερα σας φαίνονταν εύκολα (π.χ. να μαγειρέψετε, να οδηγήσετε, να διαχειριστείτε τα οικονομικά σας).


* Δυσκολεύεστε να προσανατολισθείτε στον χρόνο και στον χώρο, και χάνετε τον δρόμο σας σε περιοχές που γνωρίζατε καλά.


Αδελφοί Καραμαζὠφ του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι



Ο Μέγας Ιεροεξεταστής

Ἡ δράση ἐξελίσσεται στὸν 16ο αἰῶνα στὴν Ἱσπανία, στὴ Σεβίλλη, τὴν πιὸ φρικτή περίοδο τῆς Ἱερᾶς Ἐξέτασης, τότε που στό όνομα της δόξας του Θεοῦ ἄναβαν καθημερινά πυρές και σε μεγαλοπρεπῆ ὁλοκαυτώματα ἒκαιγαν αιρετικούς. Ἓκείνη την στιγμή ὃχι με τον τρόπο ποὺ ὑποσχέθηκε νὰ ξαναγυρίσει, στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων, μὲ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, σ᾿ ὅλη του τὴν οὐράνια δόξα, ἃλλά ξαφνικά ξαναγυρίζει κοντὰ στοὺς ἀνθρώπους, μὲ τὴ μορφὴ ποὺ εἶχε κατὰ τὴ διάρκεια τῶν τριῶν χρόνων τῆς δημόσιας ζωῆς του. Σιωπηλός, περνᾷ καταμεσὶς τοῦ πλήθους, μ᾿ ἕνα χαμόγελο ἀπέραντης συμπάθειας. 

Ἡ καρδιά του πλημμυρίζει ἀπὸ ἀγάπη, τὰ μάτια του ἀντανακλοῦν τὴ Γνώση, τὸ Φῶς, τὴ Δύναμη, ποὺ φωτίζουν καὶ ξυπνοῦν τὴν ἀγάπη στὶς καρδιές, τοὺς ἁπλώνει τὰ χέρια, τοὺς εὐλογεῖ, μιὰ ἀρετὴ ἐξυγίανσης βγαίνει ἀπ᾿ τὴν κάθε ἐπαφὴ μαζί του κι᾿ ἀκόμη ἀπ᾿ τὰ φορέματά του. Ὁ λαὸς χύνει δάκρυα χαρᾶς καὶ φιλᾷ τὸ χῶμα ὅπου πατᾷ. Τὰ παιδιὰ σκορπίζουν λουλούδια στὸ πέρασμά του καὶ φωνάζουν «Ὡσαννά!» Ἐκεῖνος, φωνάζουν. Εἶναι Ἐκεῖνος! δὲν μπορεῖ παρὰ νἆναι Ἐκεῖνος. Κάνει θαύματα μοιράζει έλεος. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ περνᾷ ἀπὸ τὴν πλατεῖα ὁ καρδινάλιος Μέγας Ἱεροεξεταστής. 

Εἶν᾿ ἕνας ψηλὸς γέρος, σχεδὸν αἰωνόβιος, μὲ στεγνὸ πρόσωπο, μάτια χωμένα στὶς κόγχες, μὰ ποὺ μέσα του λάμπει ἀκόμη μιὰ σπίθα. Δὲ φορεῖ πιὰ ἐκείνη τὴν περίλαμπρη στολή, ποὺ τὸν ἔκανε νὰ ξεχωρίζει χτὲς μέσα στὸ πλῆθος, τὴν ὥρα ποὺ ἔκαιγαν τοὺς ἐχθροὺς τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας· ἔχει ξαναβάλει τὸ παλιό, ἀσκητικό του ράσο. Οἱ βοηθοί του κι ὁ Μέγας Σκευοφύλακας τὸν ἀκολουθοῦν ἀπὸ ἀπόσταση, ὅλο σεβασμό. Σταματᾷ πλάι στὸ πλῆθος καὶ κοιτάζει ἀπὸ μακριά. 


Ζαρώνει τὰ πυκνά του φρύδια καὶ στὰ μάτια του ἀστράφτει μία τρομερὴ φλόγα. Τὸν δείχνει μὲ τὸ δάχτυλο καὶ διατάζει τοὺς φρουρούς του νὰ τὸν πιάσουν. Εἶναι τόσο μεγάλη ἡ δύναμή του καὶ ὁ λαὸς τόσο συνηθισμένος νὰ τὸν ὑπακούει, ποὺ ὅλοι παραμερίζουν, ὑπακούουν τρέμοντας· μέσα σε μία θανάσιμη σιωπή, οἱ χωροφύλακες τὸν πιάνουν καὶ τὸν φέρνουν μπροστά του. Σὰν ἕνας ἄνθρωπος ὅλο αὐτὸ τὸ πλῆθος γονατίζει μπρὸς στὸ Μεγάλο Ἱεροεξεταστὴ ποὺ σηκώνει τὸ χέρι του καὶ τὸν εὐλογεῖ κι ὕστερα χωρὶς νὰ πεῖ μία λέξη ἐξακολουθεῖ τὸ δρόμο του. Ὁδηγοῦν τὸν Κρατούμενο στὸ θλιβερὸ καὶ παλιὸ κτίριο τῆς Ἁγίας Σκεύης, καὶ τὸν κλείνουν ἐκεῖ, σ᾿ ἕνα μικρὸ ὑπόγειο κελλί. 

Ἡ ἡμέρα περνᾷ κι ἔρχεται ἡ νύχτα, μιὰ νύχτα Σεβιλλιάνικη ζεστὴ κι ἀποπνικτική. Ἡ ἀτμόσφαιρα «μυρίζει δάφνη και λεμόνι»1. Μέσα στο βαθύ σκότος ἀνοίγει ἡ σιδερένια πόρτα τῆς φυλακῆς κὶ ὁ μεγάλος ἱεροεξεταστὴς αὐτοπροσώπως, με μια λαμπάδα στο χέρι, μπαίνει άργά στο κελλί. Εἶναι μόνος, ἡ πόρτα πίσω του κλείνει ἀμέσως. Σταματάει στὸ κατώφλι κι ἐπι μακρόν, ἓνα λεπτό ἢ δύο, περιεργάζεται το πρόσωπό Του. Τελικὰ πλησιάζει, ἀκουμπάει το κηροπήγιο στὸ τραπέζι καὶ τοῦ λέει:
«Ἐσύ; Εἶσαι Ἐσύ;
«Μὴν ἀπαντάς, σώπα. Ἄλλωστε τί θὰ μποροῦσες νὰ πεῖς; Ξέρω πολὺ καλά τι θα πεῖς. Καὶ οὒτε ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ προσθέσεις τίποτε στὰ ὅσα εἶπες ἄλλοτε. Γιατί ἦρθες νὰ μᾶς ἀναστατώσεις; Γιατί, ναι, ἦρθες να μᾶς ἀναστατώσεις, τὸ ξέρεις και μόνος σου. Ἀλλὰ ξέρεις τί θὰ συμβεῖ αὔριο; Ἀγνοῶ ποιὸς εἶσαι κι οὔτε θέλω νὰ ξέρω: εἶσ᾿ Ἐσὺ ἢ μόνο τὸ ὁμοίωμά Του; Δεν ξέρω. Ὅμως αὔριο θὰ σὲ καταδικάσω καὶ θὰ καεῖς στὴν πυρά, ὅπως ὁ χειρότερος τῶν αἱρετικών, κι αὐτὸς ὁ ἴδιος λαὸς ποὺ σήμερα φιλοῦσε τὰ πόδια σου, θὰ ξεχυθεῖ αὔριο, με ένα μου νεῦμα, να μαζέψει ξύλα για την πυρά σου. Τὸ ξέρεις αὐτό; Ναι, ἲσως και να το ξέρεις. 

Όλα τα ἒχεις κληροδοτήσει στον Πάπα. Ἔτσι μὴν ἔρχεσαι τώρα τουλάχιστον, μην ἒνοχλεῖς προς το παρόν. Ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς ἀποκαλύψεις ἒστω καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ μυστικὰ τοῦ κόσμου ἀπ᾿ ὅπου ἔρχεσαι; Ὄχι, δὲν ἔχεις τὸ δικαίωμα· γιατὶ τούτη ἡ ἀποκάλυψη θἀρχόταν νὰ προστεθεῖ στὴν προηγούμενη, για να μην στερήσεις ἀπο τοὺς ἀνθρώπους τὴν ἐλευθερία, την οποία τόσο ὑπερασπιζόσουν ὃσο ἢσουν πάνω σὲ τούτη τὴ γῆ. 

Ὅτι διακυρήξεις τώρα θὰ θίξει τὴν ἐλεύθερη πῖστη τῶν ἀνθρώπων, διότι θὰ φανεί σαν θαῦμα· ὅμως, ἐσὺ ὁ ἴδιος πρὶν ἀπὸ δεκαπέντε αἰῶνες ἔβαζες πάνω ἀπ᾿ ὅλα τούτη τὴν ἐλευθερία τῆς πίστης. Δὲν εἶπες τάχα τόσες φορές: «Θέλω νὰ σᾶς καταστήσω ἐλεύθερους!»2. Ἔ, λοιπόν! Τοὺς εἶδες τοὺς «ἐλεύθερους» ἀνθρώπους. Ναί, ὅλο αὐτὸ μᾶς στοίχισε πολὺ ἀκριβά μὰ ἐπιτέλους τελειώσαμε τοῦτο τὸ ἔργο στ᾿ ὄνομά σου. 

Μᾶς χρειάσθηκαν δικαπέντε αἰῶνες σκληρῆς δουλειᾶς, γιὰ νὰ ἐγκαθιδρύσουμε τὴν ἐλευθερία· μὰ τώρα πιὰ ἔγινε, καὶ καλά. Δὲν τὸ πιστεύεις; Μὲ κοιτάζεις μάλιστα μὲ τρυφερότητα, χωρὶς οὔτε νὰ καταδεχτεῖς ν᾿ ἀγανακτήσεις; Μὰθε λοιπόν ὅτι οἱ ἄνθρωποι ποτὲ ἄλλοτε δὲν πίστεψαν τὸν ἑαυτό τους πιὸ λεύτερο ὅσο τώρα, κι ὡστόσο, ἡ ἐλευθερία τους εἶν᾿ ἐκείνη, ποὺ ἔρχονται νὰ τὴν καταθέσουν υποταχτικά στὰ πόδια μας. Αὐτὸ λοιπὸν εἶναι τὸ ἔργο μας, γιὰ νὰ λέμε τὴν ἀλήθεια· αὐτὴ εἶν᾿ ἡ ἐλευθερία ποὺ ὀνειρεύτηκες;




«Καθότι τώρα μόνο, ἒγινε δυνατόν για πρώτη φορά νὰ σκεφτοῦμε πάνω στὴν εὐτυχία τῶν ἀνθρώπων. Φυσικὰ ἐκεῖνοι στατιάτησαν· μπορούν ὅμως οἱ ἐπαναστατημένοι νὰ εἶναι ποτὲ εὐτυχισμένοι; Ἤσουν πληροφορημένος γιὰ ὅλα αὐτὰ δὲ σοῦ ἒλειψαν οἳ προειδοποιήσεις κι οι υποδείξεις, ὃμως εσύ δὲ λογάριασες τίποτα, ἀπέρριψες τὸ μοναδικὸ τρόπο γιὰ νὰ γίνουν οἱ ἄνθρωποι εὐτυχισμένοι μα εὐτυχῶς, φεύγοντας ἀνάθεσες την υπόθεση σ᾿ ἐμᾶς. Υποσχέθηκες, μᾶς παραχώρησες ἐπίσημα τὸ δικαίωμα νὰ λύνουμε καὶ νὰ δένουμε· τώρα, δὲν πιστεύω νὰ σκέφτηκες νὰ μᾶς τὸ ἀφαιρέσεις; Γιὰ ποιὸ λόγο λοιπὸν ἦρθες νὰ μᾶς ἀναστατώσεις;

«Τὸ Πνεῦμα, τὸ τρομαχτικό καὶ πανέξυπνο, τὸ Πνεῦμα τῆς καταστροφῆς καὶ της ανυπαρξίας μίλησε μαζί σου στὴν ἔρημο, κι οἱ Γραφὲς ἀναφέρουν ὅτι «σ᾿ ἔβαλε σὲ πειρασμό». Εἶν᾿ ἀλήθεια αὐτό; Καὶ μποροῦμε νὰ ποῦμε τίποτα πιὸ διεισδυτικό, ἀπ᾿ αὐτά ποὺ σοῦ εἶπε ἓθεσε σε ἐκεῖνα τα τρία ἐρωτήματα ἤ, γιὰ νὰ μιλήσουμε ὅπως οἱ Γραφές στοὺς τρεῖς «πειρασμοὺς» ποὺ ἀπέκρουσες; Κι ὡστόσο ἂν ὑπῆρξε ποτὲ στὴ γῆ ἕνα ἑκκωφαντικό θαῦμα, αὐτὀ ἔγινε κείνη τὴν ἡμέρα. Ἀκριβ­­ῶς στην εμφάνιση αὐτῶν τῶν τρίων ­ἐρωτημάτων συνἰστατο το θαύμα.

«Ἂν θα μπορούσαμε να φανταστοῡμε μόνο για δοκιμή χάριν παραδείγματος, ὅτι αὐτὰ τα τρία ἐρωτηματα του τρομαχτικοῦ πνεύματος χάθηκαν χωρίς να αφήσουν ίχνη στὶς Γραφές, κι ὅτι πρέπει νὰ τ᾿ ἀνασυστήσουμε, νὰ τὰ ἐπινοήσουμε ἐκ νέου γιὰ νὰ τὰ τοποθετήσουμε πάλι ἐκεῖ, καὶ συγκεντρώνουμε γι᾿ αὐτὸ τὸ σκοπὸ ὅλους τοὺς σοφοὺς τῆς γῆς, κυβερνῆτες, αρχιερε­­­­­­­­­­ῖς, διανοούμενους, φιλοσόφους, ποιητές, και να τους ἀναθέσουμε το μέλημα: σκεφτεῖτε καὶ συντάξετε πάλι τρία ἐρωτήματα τα ὁποῖα ὄχι μόνο να εἷναι αντάξια στὴ σημασία τοῦ γεγονότος, μὰ ἀκόμη καὶ νὰ ἐκφράζουν σὲ τρεῖς φάσεις ὅλη τη μελλοντικὴ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας, πιστεύεις ὅτι αὐτὸς ὁ Ἄρειος Πάγος τῆς ἀνθρώπινης σοφίας θὰ μποροῦσε νὰ φανταστεῖ τίποτα τὸ ἴδιο δυνατὸ καὶ τὸ ἴδιο βαθύ, μὲ τὰ τρία ἐρωτήματα ποὺ σοῦ ἑθεσε τότε τὸ ἰσχυρὸ Πνεῦμα στην έρημο; 
Αὐτὰ τὰ τρία ἐρωτήματα ἀποδείχνουν ἀπὸ μόνα τους ὅτι ἔχουμε νὰ κάνουμε μ᾿ ἕνα Πνεῦμα προαἰώνιο κι ἀπόλυτο, κι ὄχι μ᾿ ἕνα τρέχον ἀνθρώπινο μυαλό. Καθότι σ΄ αὐτά τά τρία ἐρωτήματα φαίνεται να ἑνώνεται σε ἒνα ὃλον και να προδιαγράφεται ἀτόφια ἡ μελλοντική ἀνθρώπινη ἱστορία και να προκύπτουν τρεῖς μορφὲς στις ὁποίες θα συγχωνευτοῡν ὃλες οἱ ἂλυτες ιστορικές ἀντιθέσεις τῆς ἀνθρώπινης φύσης ἐπί της γῆς. Τότε αὐτό δεν μπορούσε να εἶναι τόσο φανερό, διότι τὸ μέλλον ἧταν ἄδηλο, μὰ τώρα ποὺ κύλησαν δεκαπέντε αἰῶνες, βλέπουμε ὅτι τα πάντα στὰ τρία αὑτά ἐρωτήματα εἶναι τόσο διαγνωσμένα καὶ προοιωνισμένα και τόσο διακαιωμένα, πού δέν γίνεται πιά να προσθέσεις ἤ νά ἀφαιρέσεις κάτι ἀπό αύτά.

«Ἀποφάσισε μόνος σου ποιὸς εἶχε δίκιο: ἐσύ ἢ ἐκεῖνος ποὺ σοῦ ἒθεσε τότε τα ἐρωτήματα; Θυμήσου τὸ πρῶτο ἐρώτημα, ἂν και ὂχι αὐτολεξεί, το νόημα του ἧταν το ἑξῆς: «Θὲλεις νὰ πᾶς στὸν κόσμο μ᾿ ἄδεια χέρια με κάποια ὑπόσχεση ἐλευθερίας, την ὁποία αὐτοί, στην ἁπλοικότητα τους και στην εγγενῆ ἀνεντιμότητα τους, δεν μπορούν οὒτε να την φανταστοῦν, την ὁποία φοβοῦνται και τρέμουν, καθότι ποτέ και τίποτε δεν ἧταν για τον ἂνρθωπο και για την ἀνθρώπινη κοινωνία πιο ἀνυπόφορο ἀπό τὴν ἐλευθερία! 
Βλέπεις ὃμως αὐτὲς τὶς πέτρες στὴν ἄνυδρη γή; Μετάτρεψε τις σὲ ἂρτους κι ἡ ἀνθρωπότητα θὰ τρέξει πίσω σου σαν κοπάδι, εὐγνωμονούσα και ὑπάκουη, ἂν και αἰωνίως ἀνυσηχοῦσα ὃτι θα ἀποσύρης το χέρι σου και θα σταματήσουνε οἱ ἂρτοι». Ἀλλά δεν θέλησες να στερήσεις στον ἂνθρωπο την ἐλευθερία και ἀπέρριψες την πρόταση, διότι τι ἐλευθερία εἶναι αυτή ἄν ἡ ὑπακοή ἐξαγοράζεται με ἂρτους;



«Ἀντέτεινες πῶς ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἐπ’ ἂρτω μόνο ζήσεται3, το ξέρεις ὃμως ὅτι ἓν ὀνόματι τοῦ γήινου αὐτοῦ ἄρτου, τὸ ἐπίγειο πνεῦμα θὰ στασιάσει ἐναντίον σου, θ᾿ ἀγωνιστεῖ καὶ θὰ σὲ νικήσει, κι ὅλοι θα τὸ ἀκολουθήσουν φωνάζοντας: «Ποιὸς μπορεί να συγκριθεῖ με το θηρίο ἐτούτο, πού μᾱς ἒδωσε την ἐπουράνια φωτιά;»4 

Αἰῶνες θὰ περάσουν κι ἡ ἀνθρωπότητα θὰ διακηρύσσει δια του στοματος τῆς γνώσης και τῆς ἐπιστήμης ὃτι δεν ὑπάρχει ἔγκλημα, ἄρα οὔτε κι ἁμάρτημα, και ὑπάρχουν μόνο πεινασμένοι: «Τάισέ τους πρῶτα κι ὓστερα ἀπαίτησε ἀπ΄αὐτούς ἀρετη!» – να τι θά γράψουν στά λάβαρα πού θα ὑψώσουν ἐναντίον σου κι ἀπό τά ὁποία θα καταρεύσει ὁ οἷκος σου. Στὴ θέση τοῡ δικοῡ σου οἲκου θα ἀνεγερθεῑ καινούργιο οἰκοδόμημα, θὰ ὑψωθεῖ και πάλι ὁ οἶκος τῆς Βαβέλ, ποὺ θὰ παραμείνει δίχως ἀμφιβολία ἀτέλειωτος, ὅπως κι ὁ πρῶτος ἐκεῖνος· ἀλλὰ θὰ μποροῦσες νὰ γλυτώσεις τοὺς ἀνθρώπους ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν δοκιμασία, κι ἀπὸ χιλιόχρονα βάσανα. 

Γιατί θὰ ξανάρθουν νὰ μᾶς βροῦν ἀφοῦ θἄχουν κοπιάσει χίλια χρόνια νὰ χτίσουν τὸν πύργο τους! Θὰ μᾶς ἀναζητήσουν κάτω ἀπ᾿ τὴ γῆ, ὅπως ἄλλοτε, μέσα στὶς κατακόμβες ὅπου θἄμαστε κρυμένοι (θὰ μᾶς βασανίσουν πάλι) θὰ μας βροῡν και θα βοήσουν προς ἐμᾶς:«Ταΐστε μας, διότι ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς ὑποσχέθηκαν τὴν ἐπουράνια φωτιὰ δὲν μᾶς τὴν ἔδωσαν». Και τότε ἐμεῑς θ᾿ ἀποπερατώσουμε τὸν πύργο τους, καθότι θα τον αποπερατώσει μόνον ὅποιος τους ταΐσει, καὶ θὰ τοὺς ταΐσουμε μόνον εμεῑς, επ’ ὀνόματι σου, και λέγοντας ψέματα ὅτι εἷναι ἐπ’ ὀνόματί σου. Ὢ, ποτέ δεν θα ταῒσουν τους ἑαυτούς τους χωρίς ἐμᾶς! Ὃσο θα παραμένουν, καμιά ἐπιστήμη δεν θα τους δώσει ψωμί, ἀλλὰ θὰ καταλήξουν νὰ τὴν καταθέσουν στὰ πόδια μας τούτη τὴν ἐλευθερία τους, και να μᾶς ποῦν: «Ὑποτδουλῶστε μας καλύτερα, ἀλλά ταΐστε μας». 

Θὰ καταλάβουν ἐπιτέλους ὃτι ἐλευθερία και ἐπιούσιος ἃρτος ἐν αφθονία για τον καθένα δεν πᾱνε μαζί, διότι πότε, ποτέ δὲ θὰ μπορέσουν μόνοι τους νὰ τὸ μοιράστο­ῦν μεταξύ τους! Θὰ πεισθοῦν ἀκόμη γιὰ τὴν ἀνικανότητά τους νἆναι ἐλεύθεροι, ὄντας ἀδύναμοι, φα­ῡλοι, τιποτένιοι κι στασιαστές. Τοὺς ὑποσχέθηκες τὸν επουράνιον ἄρτο· ἀλλὰ, το ἐπαναλαμβάνω και πάλι, πῶς μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ στα μάτια τοῦ ἀδύναμου, μονίμως φαῦλου και μονίμως ἀχάριστου ἀνθρώπινου εἲδους με τον ἐπίγειο; Ἢ μήπως σε ενδιαφέρουν μόνον κάποιες δεκάδες χιλιάδες ψυχὲς σπουδαίων και δυνατῶν, ἐνῶ τά ὑπόλοιπα ἑκατομμύρια, πολυπληθῆ σαν τους κόκκους τῆς ἂμμου, ἀνίσχυρα, άλλά πού σ’ αγαπᾶνε, θα πρέπει ἁπλώς να γίνουν ὓλη για τους σπουδαίους και δυνατούς; 

Ὂχι, ἐμᾶς μᾶς εἶναι πολύτιμοι και οἱ ἀνίσχυροι. Εἶναι φαῦλοι και στασιαστές, ἀλλά στο τέλος θα γίνουν και ὑποταγμένοι. Θὰ μας θαυμάζουν καὶ θὰ μᾶς θεωρούν θεοὺς για το ὃτι, γινόμενοι ταγοί τους, συμφωνησαμε να ἂρουμε την ἐλευθερία τοὺς και να κυριαρχήσουμε ἐπ’ αυτῶν – τόσο τρομαχτικό θα τους εἶναι στο τέλος να εἶναι ἐλεύθεροι! Ἐμείς ὃμως θα ποῦμε ὃτι ὑπακούμε σε σένα και ἡγεμονεύουμε ἐξ όνόματός σου. Θα τους ἐξαπατήσουμε και πάλι, διότι δὲν θὰ σ᾿ ἀφήσουμε νὰ τοὺς ξαναπλησιάσεις.

«Στην ἀπάτη αὐτή θα συνίσταται το δικό μας μαρτύριο, ἀφοῦ θα εἲμαστε ὑποχρεωμένοι να ψευδόμαστε. Να τι σήμαινε αὐτό τὸ πρῶτο ἐρώτημα στὴν ἔρημο, καὶ να τι ἀπέρριψες στ᾿ ὄνομα τῆς ἐλευθερίας, την ὁποία ἒβαλες ὑπεράνω ὃλων. Κι ἐν τῶ μεταξύ, στο ἐρώτημα αὐτό περικλειόταν το μεγάλο μυστικό τοῦ κόσμου. Ἂποδεχόμενος τους «ἂρτους», θἆχες ἀπαντήσει στὸ γενικό και νπροαιώνιο δίλλημα τοῦ ανθρώπου κι ὡς ἀτομικῆς ὀντότητας κι ὡς ὁλόκληρης τῆς ἀνθρωπότητας μαζί, πού εἶναι: «Ποιόν να προσκυνήσω;» Δεν ὑπάρχει πίο διηνεκές και πιο βασανιστικό μέλημα γιὰ τὸν ἄνθρωπο από το, μένοντας ἐλεύθερος, να βρεῖ το συντομότερο δυνατόν ποιόν να προσκυνήσει. 
Ἀλλά, ὁ ἄνθρωπος ψάχνει να προσκυνήση ἐκείνο πού εἶναι ἀδιαμφισβήτητο, τόσο αδιαμφισβήτητο, ὣστε ὃλοι οἱ ἂνθρωποι ταυτόχρονα να καταλήξουν σε πάνδημο προσκύνημα. Καθότι το μέλημα αὐτῶν τῶν ἀξιολύπητων πλασμάτων δεν εἶναι μόνο να βροῦν ἐκεῖνο στο ὁποῖο θα ὑποκλιθῶ ἐγώ ἢ ὁ ἂλλος. ἀλλά να το κάνουν και ὃλοι μαζί. Να, αὐτή ἡ ἀνάγκη τοῦ πάνδημου προσκυνήματος εἶναι τὸ κυριότερο μαρτύριο τοῦ κάθε ἀνθρώπου ξεχωριστά καὶ ὃλης τῆς ἀνθρωπότητας μαζί, ἀπ΄άρχής τῶν αἰώνων. 
Γιὰ τὸ πάνδημο προσκύνημα ἐξόντωναν ὁ ἓνας τον ἂλλο διά πυρός και σιδήρου. Κατασκεύαζαν θεοὺς κι ὓστερα καλοῦσαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο: «Ἀρνηθεῖτε τοὺς θεούς σας κι ἐλᾶτε να προσκυνήσετε τοὺς δικούς μας, ἀλλιώς θα πεθάνετε κι ἐσεῖς και οἱ θεοί σας!» Κι ἔτσι θὰ γίνεται ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου, ἀκόμα και τότε πού θα ἒχουν ἐξαφανιστεῖ ἀπό τον κόσμο και οἱ θεοί: οὓτως ἢ ἂλλως θά πέσουν ἐνώπιον τῶν εἰδώλων. 
Ἢξερες, δὲν μπορούσες να μην ξέρεις αὐτὸ τὸ βασικὸ μυστικὸ τῆς ἀνθρώπινης φύσης, αλλά ἐσύ ἀπέρριψες τὸ μοναδικὸ ἀκατανίκητο λάβαρο ποὺ σοῦ προσφέρθηκε καὶ ποὺ ἀναμφισβήτητα θἆχε τυλίξει ὅλους του ἀνθρώπους μέσα του καὶ θὰ τοὺς ἔκανε νὰ κλίνουν τὸ κεφάλι μπρός σου, τὸ λάβαρο τοῦ ἐπιούσιου ἂρτου· τὸ ἀπώθησες στ᾿ ὄνομα τοῦ οὐράνιου ἄρτου καὶ τῆς ἐλευθερίας! 
Δες τι ἒκανές στην συνέχεια. Κι ὃλα πάλι εν’ ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας! Δὲν ὑπάρχει στὸ ξαναλέω, πιὸ βασανιστικό μέλημα γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἀπ᾿ τὸ νὰ βρεῖ ἐκεῖνον στον ὁποῖο θα μεταβιβάσει ὃσο δυνατόν συντομότερα το δῶρο τῆς ἐλευθερίας με το ὀποῖο αὐτό το δύστυχο πλάσμα γεννιέται. Ἀλλὰ θά εκπορθήση τὴν ἐλευθερία τῶν ἀνθρώπων μόνον ἐκεῖνος πού θα καθυσυχάσει την συνείδηση τους. 
Με τον ἂρτο σού δινόταν ἓνα ἀδιαμφισβήτητο λάβαρο: θα δώσεις ἂρτο και ὁ ἄνθρωπος θα προσκυνήσει, καθότι δεν ὑπάρχει τίποτα πιο ἀδιαμφισβήτητο ἀπό τον ἂρτο, άλλά ἂν την ἲδια στιγμή κάποιος ἄλλος, πλήν ἐσοῦ, κυριέψει τη συνείδηση του – ὢ, τότε θὰ πετάξει μακριά ἀκόμη καὶ τὸν ἄρτον σου, και θα πάει με ἐκεῖνον πού θάπλανέψει τη συνείδηση του.



«Πάνω σ᾿ αὐτὸ εἶχες δίκιο, καθότι τὸ μυστικὸ τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης δεν εἷναι μόνο νὰ ζεῖ, ἀλλά κι ὀ λόγος για τον ὀποῖο ζεῖ. Χωρὶς συγκεκριμένη ἰδέα γιὰ τὸ σκοπὸ τῆς ὕπαρξης, ὁ ἄνθρωπος δεν θα συμφωνήσει να ζήσει και θα προτιμήσει να αὐτοεξοντωθεῖ παρά να παραμείνει στη γῆ, ἔστω κι ἂν γύρω του εἶναι βουνά οἱ ἂρτοι. Αὐτό εἷναι ἒτσι, ὃμως δες τι ἒγινε: ἂντὶ νὰ γίνεις ο κυρίαρχος της ἀνθρώπινης ἐλευθερίας τῶν ἀνθρώπων, τους την ἐκανες ἀκόμα μεγαλύτερη! 

Ἢ μήπως ξέχασες ὅτι για τον ἄνθρωπο εἶναι προτιμότερη ἡ ἠρεμία, ἀκόμη κί ο θάνατος, ἀπ᾿ ὃ.τι ἡ ἐλευθερη ἐπιλογή στη γνώση τοῦ καλοῦ ἢ του κακοῦ; Δὲν ὑπάρχει τίποτα πιὸ δελεαστικό γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἀπ᾿ την ἐλευθερία συνείδησης, μὰ και τίποτα πιὸ βασανιστικό. Ἀλλά να, ἀντί να φτιάξεις σταθερά θεμέλια ποὺ θἆχαν καθησυχάσει γιὰ πάντα τὴν ἀνθρώπινη συνείδηση, πέταξες ἀόριστα νοήματα, μυστήρια κι ἀσαφῆ, προέταξες ὃλα ὃσα ἧταν πάνω ἀπό τις ἀνθρώπινες δυνάμεις, για τοῦτο και φέρθηκες σὰν νὰ μὴν τους ἀγαποῦσες διόλου. Ποιος; Ἐσύ ποὺ ἦρθες για νὰ τούς δώσεις τὴ ζωή Σου! 

Ἀντί να κυριαρχήσεις ἐπί τής ἀνθρώπινης ἐλευθερίας, την ἐπαύξησες και επιβάρυνες για πάντα με ὀδύνη τον ψυχικό κόσμο του ἀνθρώπου. Προτίμησες την ἐλεύθερη ἀγάπη του ἀνθρώπου, ἢθελες νὰ σ᾿ ἀκολουθήσει ἐλέυθερα, γοητευμένος και αἰχμαλωτισμένος ἀπὸ σένα. Κι ὁρίστε, ἀντὶ γιὰ τὸν ἀρχαῖο σταθερό κανόνα, ὁ ἄνθρωπος ἐπρεπε στο ἐξῆς να ἀποφασιζει μόνος του, τι εἶναι καλό και τι κακό, με ἐλεύθερη καρδιά, ἒχοντας ὠς καθοδήγηση μόνον τη μορφή σου. 

Εἶναι δυνατόν να μην σκέφτηκες ὃτι στο τέλος, ὃταν θά τόν ζορίσουν μέ τό τόσο τρομαχτικό ἂχθος ὃπως ἡ ἐλευθερία ἐπιλογῆς, θά ἀπαρνηθεῖ και θα ἀμφισβητήση μέχρι και τη μορφή σού και την ἀλήθεια σού; Στό τέλος θά φωνάξουν πὼς ἡ ἀλήθεια δὲ βρίσκεται σέ σένα, ἀφού τους ήταν άδιανότητο πώς τους άφήνεις στη σύγχυση και στόν παιδεμό ἂλλο, ὃπως ἒκανες ἐσυ κληροδοτώντας τους τόσες έγνοιες κι ἀξεδιάλυτα προβλήματα. Ἒτσι, ἒβαλες μόνος σου τίς βάσεις γιά τὴν καταστροφὴ τού βασιλείου σου· και μὴν κακίζεις κανένα γιά αὐτό.

«Ἐν τῶ μεταξύ, αὐτό σού εἶχε προταθεῖ; Ὑπάρχουν τρεῖς δυνάμεις, οἱ μοναδικές τρείς δυνάμεις στη γῆ, ποὺ μποροῦν ἐσαί νὰ κατανικοῦν και να αἰχμαλωτίζουν τὴ συνείδηση αὐτῶν τῶν ἀδυνάμων στασιαστῶν, για χάρη τῆς εὐτιχίας τούς εἶναι: τὸ θαῦμα, τὸ μυστήριο, και το κύρος! Ἐσύ ἀπέρριψες και το ἓνα και το ἂλλο και το τρίτο, κί ἐδωσες ὁ ἲδιος το παράδειγμα. Ὃταν τὸ τρομερὸ καὶ βαθὺ Πνεῦμα, σὲ ἒφερε στήν κορυφή τού Ναοῦ καὶ σοῦ εἶπε: «Ἂν εἶσαι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ; Πέσε κάτω ἀπὸ δῶ ψηλά, γιατί εἶναι γραμμένο πὼς οἱ ἄγγελοι ἐχουν έντολή να Σε προστατεύσουν και να Σὲ Σηκώσουν στα χέρια τους, για να μην χτυπήσουν τά πόδια Σού κάτω5, καὶ τότε θὰ μάθεις ἂν εἶσαι Υἰὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ θ᾿ ἀποδείξεις ἔτσι τὴν πίστη Σού στὸν Πατέρα Σου», ὃμως ἐσύ, ἀφοῦ τον ἂκουσες ἂπέριψες την πρόταση και δὲν ὑπέκυψες και δεν ρίχτηκες στο κενό.
 Ὢ, φυσικά, ἐδῶ φέρθηκες περήφανα και μεγαλειωδῶς, σαν Θεός, ἀλλά οἱ ἂνθρωποι, ἀλλά το ἀδύναμο στασιάζον γένος εἶναι θεοί νομίζεις! Ὢ, κατάλαβες τότε πῶς κάνοντας ἒστω και μόνον ἕνα βῆμα, μιὰ χειρονομία γιὰ νὰ ὁρμήσεις στο κενό, θὰ εἷχες ἀμέσως βάλει σε πειρασμό τὸν Κύριο καὶ θα εἷχες χάσει ὃλη τὴν πίστη σου σ᾿ Αὐτόν. Ὃμως επαναλαμβάνω, ὑπάρχουν πολλοὶ σὰν κι ἐσένα; Και εἶναι δυνατόν να φαντάστηκες ποτέ στ’ ἀλήθεια, ἔστω καὶ γιὰ μία στιγμὴ, ὅτι οἱ ἄνθρωποι θἆχαν τὴ δύναμη ν᾿ ἀντέξουν σ᾿ ἕνα τέτοιον πειρασμὸ; Ἒτσι ἂραγε εἷναι φτιαγμένη ἡ ἀνθρώπινη φύση, ὣστε ν᾿ ἀποδιώχνει τὸ θαῦμα καὶ σε τέτοιες τρομαχτικές στιγμὲς τῆς ζωῆς, στιγμές τῶν τρομερότερων βασικῶν και βασανιστικῶν ψυχικῶν ἐρωτημάτων της, να ἀκολουθεί μόνο τις ἀποφάσεις τῆς καρδιᾶς; 
Ὤ! Ἤξερες πὼς ὁ ἂθλος σου θα μείνει στα βιβλία, θα φτάσει στα βάθη τοῡ χρόνου και στα ἀπόμακρα σημεῑα τῆς γῆς, και ἢλπισες ὃτι ἀκολουθώντας σε, ὁ ἄνθρωπος θὰ παραμείνει με τὸ Θεὸ χωρὶς νὰ ἒχει ανάγκη το θαῦμα. Δεν ἢξερες ὃμως ὃτι, με το που θα ἀπορρίψει το θαῦμα, ὁ ἄνθρωπος θα απορρίψει ταυτόχρονα και το Θεό, διότι ο ἂνθρωπος δεν ἀναζητᾶ τόσο το Θεό ὃσο τά θάυματα6. Κι ὃπως ὀ ἂνθρωπος δεν εἷναι σε θέση νὰ ζήσει χωρίς θαῦμα, θα ἐπινοήσει γιά τὸν ἑαυτό του ἂλλα θαύματα, προσωπικά, και θα ὑποκλίνεται πιά στο θαῦμα τοῡ κομπογιαννίτη, στα μάγια τῶν γυναικῶν, ἒστω κί ἂν εἷναι ἐκατό φορές στασιαστής, αἱρετικός και ἂθεος.

«Δὲν κατέβηκες ἀπὸ τὸ σταυρὸ ὅταν σοῦ φώναζαν κοροϊδευοντάς σε και πειράζοντας σε: «Κατέβα εσύ ἀπὸ τὸ σταυρὸ κι ἐμεῖς θὰ πιστέψουμε ὃτι εἷσαι ἐσύ». Δὲν τὸ ἔκανες, γιατί και πάλι δὲ θέλησες νὰ ὑποδουλώσεις τὸν ἄνθρωπο με τό θαῦμα καί λαχταροῦσες μία πίστη ποὺ θἆταν ἐλεύθερη καὶ δὲ θὰ ἐμπνεόταν ἀπὸ θαύματα. 
Λαχταροῦσες ἐλεύθερη ἀγάπη κι ὄχι δουλικὴ ἒκσταση τοῦ ἀνελεύθερου μπροστά στην παντοδυναμία πού θα τον τρομοκρατοῦσε διά παντός. Κι ἐδῶ ὃμως ἀποτίμησες τους ἀνθρώπους πολύ ὑψηλά, διότι, φυσικά εἶναι ἀνελεύθεροι, ἔστω κι ἂν ἒχουν φτιαχτεί στατιαστές. Κοίτα γύρω σου καὶ κρῖνε, ὁρίστε, ἐχουν περάσει δεκαπέντε αἰῶνες, πήγαινε και κοίτα τους: ποιὸν ἀνύψωσες ὡς ἐσένα; Σοῦ τὸ ὀρκίζομαι ὁ ἄνθρωπος εἶναι φτιαγμένος πιὸ ἀδύναμος καὶ τιποτένιος ἀπ᾿ ὅσο νόμιζες! 
Μπορεῖ ἂραγε, εἶναι δυνατὸ ποτὲ νὰ ὁλοκληρωθεῖ ἕνας ἄνθρωπος, ὅπως ἐσύ; Ἒκτιμώντας τον τόσο, φέρθηκες σαν να εἷχες πάψει να τον συμπονᾶς, διότι ζητοῦσες απ’αύτόν πάρα πολλὰ, κί αὐτό το ἒκανε ποιος, ἐκεῖνος πού τον ἀγάῆσε περισσότερο ἀπὀ τὸν ἑαυτό του! Ἂν τοὺς ἐκτιμοῦσες λιγώτερο, θὰ ἀπαιτοῦσες ἀπό αὐτούς λιγότερα, κί αὐτό θα ἧταν πιο κοντά στὴν ἀγάπη, ἀφοῦ το φορτίο θα ἧταν ἐλαφρύτερο.

«Εἶναι ἀδύναμος και πρόστυχος. Και τί ποῦ τώρα έξεγείρεται παντοῦ ἐναντίον τῆς ἐξουσίας μας και κομπάζει για ὃτι ἐξεγείρεται; Αὐτό εἷναι ο κομπασμός ἑνός παιδιοῦ, ἑνός σχλιαρόπαιδου. Εἶναι μικρά παιδιά πού στασίασαν στην τάξη κι ἒδιωξαν τον δάσκαλό τους. Ἀλλὰ ο ἐνθουσιασμός των μικρών θὰ πάρει τέλος καὶ θὰ τοὺς στοιχίσει ἀκριβά. Θὰ γκρεμίσουν τοὺς ναοὺς καὶ θὰ πνίξουν τὴ γῆ στὸ αἷμα. 
Και τελικά θὰ καταλάβουν ἐπιτέλους αὐτὰ τ᾿ ἀνόητα παιδιά, ὃτι ἀκόμα και αν εἶναι στασιαστές, εἶναι ἀδύναμοι στασιαστές, δεν αντέχουν ούτε την ίδια τους την ἀνταρσία. Πνιγμένοι στα ἠλίθια δάκρυά τους θὰ παραδεχτούν τελικά ὅτι ὁ Δημιουργὸς κάνοντάς τους ἔτσι στασιαστές, ἢθελε ἀναμφίβολα νὰ γελάσει μαζί τοὺς. 
Θὰ ποῡν ὃτι εἶναι ἀπελπισμένοι, και τά λόγια τους αὐτά θα εἶναι βλασφημία, ἐξαιτείας της ὀποίας θα γίνουν ἀκόμη πιὸ δυστυχισμένοι, καθότι ἡ ἀνθρώπινη φύση δὲν ἀντέχει τὴ βλασφημία, καὶ καταλήγει νὰ παίρνει τὴν ἐκδίκησή της. Ταραχή, σύγχηση καί δυστυχία, να ποια εἶναι ή τωρινή μοίρα τῶν ἀνθρώπων κατόπιν ὃλων ὃσων ἐσύ ὐπέφερες γιὰ νὰ την ἐλευθερία τους!



«Ὁ μεγάλος προφήτης σου λέει, μέσα στὸ ὅραμά του και στις παραβολές του, ὅτι εἶδε ὅλους τους περιλαμβανόμενους στὴν πρώτη ἀνάσταση κί ὃτι ἦταν άπό κάθε φυλή δώδεκα χιλιάδες7. Μά ἂν ἧταν τόσοι, τότε μάλλον οὒτε αύτοί θα ἧταν ἄνθρωποι, ἀλλά θεοί. Ἂντεξαν την σταύρωση σου, ἂντεξαν δεκάδες χρόνια στη λιμοκτονοῦσα και γυμνή ἔρημο, τρεφόμενοι με ἀκρίδες και ρίζες….και βεβαίως, μπορεῖς με ὑπερηφάνια να ἐπέδειξες αὐτὰ τὰ παιδιὰ τῆς ἐλευθεριᾶς, τής ἐλεύθερης ἀγάπης, τῆς ἐλέυθερης και ὑπέροχης θυσίας τους ἐν ὀνόματί σου. 

Να θυμᾶσαι ὃμως ὃτι ἦταν μόνο μερικὲς δεκάδες χιλιάδες, θεοί κι αὐτοί. Οἱ ὑπόλοιποι; Τι φταῖνε οἱ λοιποί ἀδύναμοι ἂνρθωποι πού δεν μπόρεσαν να ἀντέξουν ὃσα οἱ παντοδύναμοι; Τι φταίει ἡ αδύναμη ψυχή ποὺ δὲν εἷναι σε θέση νὰ χωρέσει τόσο φοβερά δῶρα; Και εἷναι δυνατόν να εἷχες ἒρθει στ᾿ ἀλήθεια μόνον στους ἐκλεκτούς και γιὰ τοὺς ἐκλεκτούς; 

Ἂν εἷναι ἒτσι, τότε ἐδῶ ὑπάρχει ἓνα μυστήριο ἀκατανόητο γιὰ μᾶς, Καὶ ἂν εἶναι μυστήριο, τότε ἒχουμε κι ἐμεῖς δικαίωμα νὰ πρεσβέυουμε ἓνα μυστήριο και να κηρύττουμε ὃτι δεν εἷναι ἡ ἐλευθερη ἀπόφαση τῆς καρδιᾶς τους το βασικό, οὔτε ἡ ἀγάπη, ἀλλὰ τό μυστήριο στο ὁποίο ὀφείλουν νὰ ὑπακούουν τυφλά, ἀκόμη καὶ ἐνάντια στὴν συνείδησή τους. Αὐτὸ και κάνουμε.

«Διορθώσαμε τον ἂθλο σου και τον στηρίξαμε στὸ θαῦμα, στὸ μυστήριο καὶ στο κύρος. Κι οἱ ἄνθρωποι χάρηκαν πού τους κατεύθυνανε ἐκ νέου σὰν κοπάδι καὶ πού ἒφυγε ἐπιτέλους ἀπό τις καρδιές τους το τόσο τρομαχτικό βάρος ἐνός δώρου πού τους ἐφερε τόσα βάσανα. Κάναμε σωστά κηρύσσοντας και πράττοντας ἒτσι; Για πές! Μήπως δεν ἀγαπούσαμε την ἀνθρωπότητα, συνειδητοποιώντας τόσο ταπεινά την ἀδυναμία της, ἐλαφραίνοντας με ἀγάπη τὸ φορτίο της και ἐπιτρέποντας τήν ἀδύναμη φύση τής ἀκόμη και τήν ἁμαρτία, ἀλλά μὲ τὴν ἄδειά μας; 
Γιατί λοιπὸν ἦρθες τώρα να μάς ἐνοχλήσεις; Και τι με κοιτάς σιωπηλὸς καὶ διεισδυτικά με το πράο βλέμμα σου; Θύμωσε δὲν τὴ θέλω τὴν ἀγάπη σου, γιατί οὔτε ἐγὼ σ᾿ ἀγαπῶ. Τι ἐχω νὰ σού κρύψω; Ἢ μήπως δἐν ξέρω σὲ ποιὸν μιλάω; Ὃσα ἒχω να σοῦ πῶ, σοῦ εἶναι ἢδη γνωστά, τὸ διαβάζω στὰ μάτια σου αὐτό. Μήπως θά κρύψω ἀπό σένα τὸ μυστικό μας;

«Ἴσως τελικά να θέλεις νὰ τό ἀκούσεις ἀπ᾿ τὸ στόμα μου, ἂκου λοιπόν: δεν εἲμαστε με ἐσένα ἀλλὰ μ᾿ Ἐκεῖνον, να το μυστικό μας! Καιρό τώρα δεν εἲμαστε μέ σένα ἀλλά μ’ Ἐκεῖνον, ὀκτώ αἰῶνες τώρα. Πᾶνε ἀκριβώς ὀκτώ αἰῶνες ποὺ πήραμε ἀπ᾿ Αὐτὸν εἰκεῖνο πού ἐσύ ἀπερριψες ἀγανακτισμένος, το τελευταῖο τοῦτο δῶρο, ποὺ σοῦ πρότεινε, δείχνοντας σου ὃλα τὰ ἐπίγεια βασίλεια: πήραμε ἀπ’ Αὐτόν τὴ Ρώμη καὶ τὸ ξίφος τοῦ Καίσαρα, και ἀνακυρήξαμε τους εύτούς μας ἐπίγειους καίσαρες, μοναδικούς καίσαρες, παρότι μέχρι τώρα δὲν ἒχουμε προλάβει να ὀλοκληρώσουμε πλήρως το ἒργο μας. 
Ποιος εὐθύνεται ὃμως; Ὤ! Το πράγμα εἷναι ἀκόμα στὴν ἀρχή του, ἀλλά ἒχει ἀρχίσει. Θα περιμένουμε ἀκόμα πολύ μέχρι να ὀλοκληρωθεῖ, και θα ὑποφέρει ἀκόμα πολύ ἡ γῆ, ἀλλὰ θὰ τά καταφέρουμε, θὰ γίνουμε Καίσαρες καὶ τότε θὰ συλλογιστοῦμε καὶ τὴν παγκόσμια εὐτυχία. Κί ὡστόσο θὰ μποροῦσες ἀκόμα τότε νἆχες πάρει τὸ σπαθὶ τοῦ Καίσαρα. 
Γιατί ἀπέρριψες αὐτὸ τὸ τελευταῖο δῶρο; Δεχόμενος τὴν τρίτη συμβουλὴ τοῦ παντοδύναμου Πνεύματος, θὰ εἶχες ἐκπληρώσει ὃλα ὃσα ἀναζητεῖ ὁ ἂνθρωπος στη γῆ, δηλαδή: ποιόν να προσκυνήσει, σε ποιόν να ἀποθέσει τη συνείδηση του και με ποιόν τρόπο θα συμβληθοῦν ὃλοι σε μια ἀδιαμφισβήτητη, κοινή και εἰρηνική μυρμηγκοφωλιά, καθότι ἡ ἀνάγκη παγκόσμιας ἕνωσης εἶναι τὸ τρίτο καὶ τελευταῖο μαρτύριο τῶν ἀνθρώπων.

«Στο σύνολο της, ἡ ἀνθρωπότητα ἐτεινε πάντα νὰ ὀργανώνεται σὲ παγκόσμια κλίμακα, ἀνυπερθέτως. Υπῆρξαν πολλοί μεγάλοι λαοί με μεγάλη ἱστορία, ἀλλά ὃσο πιο ψηλά ἧταν οἱ λαοί με μεγάλη ἱστορία τόσο πιο δυστυχισμένοι ἧταν, διότι συνειδητοποιοῦσαν τὴν ἀνάγκη τῆς παγκοσμιότητας στην ἑνωση τῶν ἀνθρώπων. Οἱ μεγάλοι καταχτητές, οἱ Τιμούρ και οἱ Τσέγκις Χάν, ἐφόρμησαν σαν λαίλαπες πάνω στην γῆ, πασχίζοντας να καταχτήσουν την ὑφήλιο, μά κι αὐτοί, ἒστω και άσυνείδητα, ἐξέφρασαν την ἲδια μεγάλη ἀνάγκη τῆς ἀνρθωπότητας για παγκόσμια και γενική συνένωση. 
Ἂποδεχόμενος τον κόσμο και τὴν πορφύρα τοῦ Καίσαρα, θὰ θεμελίωνες το παγκόσμιο βασίλειο και θα πρόσφερες καὶ την παγκόσμια ἠρεμία. Καθότι ποιὸς θα ἐξουσιάσει τους ἀνθρώπους ἂν ὂχι ἐκεῖνοι πού ἐξουσιάζουν τὴ συνείδησή τους κι ἐκεῖνοι ἀπό τους ὁποίους ἐξαρτᾶται το ψωμί τους; Ἐμεῖς πήραμε τὸ ξίφος τοῦ Καίσαρα, καὶ παίρνοντας τὸ, βεβαίως, σε ἀρνηθήκαμε καί ἀκολουθήσαμε Ἐκεῖνον. 
Ὤ, θα περάσουν ἀκόμη αἰῶνες παρεκτροπῶν τοῦ ἐλεύθερου πνεύματος τῆς ἐπιστήμης και τῆς ἀνθρωποφαγίας τους, καθότι ἀρχίζοντας να σηκώνουν τον δικό τους Πύργο τῆς Βαβέλ, χωρὶς ἐμᾶς, θα καταλήξουν στην ἀνθρωποφαγία, Ἒ, τότε τὸ θηρίο θα συρθεῖ σ᾿ ἐμᾶς, θὰ γλύψει τὰ πόδια μας, θὰ τὰ μουσκέψει με τά αἱματοβαμμένα δάκρυα τῶν ματιῶν του. Κι ἐμεῖς θὰ καθήσουμε πάνω στο θηρίο και θὰ σηκώσουμε τὸ κύπελλο ποὺ πάνω του θα εἶναι γραμμένο: «Μυστήριο!» Τότε και μόνον τότε θα προκύψει για τους ἀνθρώπους το βασίλειο τῆς ἠρεμίας και τῆς εὐτυχίας.



«Περηφανεῦεσαι γιὰ τοὺς ἐκλεκτούς σου, ὃμως για σένα εἷναι ἁπλώς ἐκλεκτοί, ἐνῷ ἐμεῖς θὰ τους εἰρηνεύσουμε. Κι ἐξάλλου: τόσοι ἀπό αὐτούς τους ἐκλεκτούς, ἀπό τους δυνατούς, πού θα μπορούσαν να γίνουν ἐκλεκτοί, κουράστηκαν περιμένονντάς σε και μετέφεραν και θα μετάφέρουν ἀκόμα τις δυνάμεις τοῦ πνεύματός τους καὶ τὴ φλόγα τῆς ψυχῆς τους σε ἂλλον ἀγρό και θα καταλήξουν νὰ ὐψώσουν ἐναντίον σού το ἐλεύθερο λάβαρο τους. 

Εἶσαι ὃμως ἐσύ ὁ ἲδιος πού σήκωσες το λάβαρο αὐτό. Μ’ ἐμᾶς ὃλοι θα εἶναι εὐτιχισμένοι και δεν θα ἐξεγείρονται πλέον, οὒτε θα ἐξοντώνουν ὁ ἓνας τον ἂλλο, ὁπως με τη δική σου ἐλευθερία παντοῦ. Ὤ, θὰ τοὺς πείσουμε ὅτι θα γίνουν ἐλεύθεροι μόνο ὃταν ἀπαρνηθοῦν τὴν ἐλευθερία ὑπέρ ἡμῶν και μᾶς ὑποταχθοῦν. Τι νομίζεις, θα ἒχουμε μιλήσει σωστά ἢ θα ψευδόμαστε; Μόνοι τος θα πειστοῦν ὅτι ἒχουμε δίκιο, διότι θὰ θυμηθοῦν σὲ τι φρίκη δουλικότητας τοὺς εἶχε βυθίσει ἡ δική σου ἐλευθερία. 

Ἡ ἐλευθερία, το ἐλεύθερο πνέυμα και ἡ ἐπιστήμη θὰ τοὺς ὁδηγήσουν σε τέτοια ἀδιέξοδα και θὰ τοὺς φέρουν μπροστά σε τέτοια θαύματα και ἂλυτα μυστήρια, ποὺ κάποιοι ἀπο αὐτούς, οἱ ἀνυπόταχτοι και θηριώδεις, θὰ ἐξοντώσουν τους ίδιους τους ἑαυτούς τους, ἐνῶ ἄλλοι, οἱ ἀνυπόταχτοι ἀλλα ἀδύναμοι, θα ἐξοντώσουν ὁ ἓνας τον ἂλλο, και κάποιοι τρίτοι, οἱ έναπομοίναντες ἀδύναμοι και δυστυχισμένοι θὰ συρθοῦν ὣς τά πόδια μας και θα ἀναφωνήσουν: «Ναί, εἴχατε δίκιο, μόνο ἐσεῖς κατείχατε τὸ μυστικὸ Του· κι ἐπιστρέφουμε σε ἐσᾶς, σῶστε μας ἀπό ἐμᾶς τους ἲδιους!» 

Λαβαίνοντας ἀπὸ μᾶς τον ἂρτο, φυσικά, θὰ βλἐπουν ξεκάθαρα ὅτι τον ἂρτο τοὺς αὐτόν πού ἒβγαλαν με τά ἲδια τους τά χέρια, τους τόν παίρνουμε γιὰ νὰ τούς τὸν μοιράσουμε, χωρίς κανένα θαῦμα ἐδῶ, θὰ δοῦν ὅτι ἐμεῖς δὲν μετρέψαμε τά λιθάρια σε ἂρτους, ὂμως ἀλήθεια, περισσότερο ἀπ’ ὃ,τι για το ψωμί θα χαίρονται για΄το ὃτι το λαβαίνουν ἀπὸ τὰ χέρια μας! Διότι θὰ θυμοῦνται πολύ καλά ὃτι πρίν, χωρίς ἐμᾶς, οἱ ἂρτοι πού ἒφτιαχνάν, μετατρέποντας στα χέρια τους σε λιθάρια, ἐνώ ὃταν ἐπέστρεψαν σ’ἐμάς τά λιθάρια αύτά μετατρέποντας στα χέρια τους σε ἂρτους. Θὰ ἐκτιμήσουν πολύ, πάρα πολύ, το τι σημαίνει να ὑποτάσσεσαι μια για πάντα!

«Κι ὃσο οἱ ἄνθρωποι δὲ θὰ το κατανοούν αὐτό, θἆναι δυστυχισμένοι. Ποιὸς συντέλεσε περισσότερο σ’αὐτή τη μη κατανόηση; Πές μου! Ποιὸς διέσπασε καὶ τὸ σκόρπισε σε πρωτόγνωρα μονοπάτια; Το ποίμνιο ὃμως θὰ ξανασυγκεντρωθεῖ και θα ξαναυποταχτθεῖ, αὐτή τη φορά γιὰ πάντα. Τότε θὰ τοὺς προσφέρουμε μία ἤρεμη, ταπεινὴ εὐτυχία, τήν εὐτυχία τῶν ἀδύναμων πλασμάτων, ὃπως και ἒχουν πλαστεῖ.
Ὢ, θα τούς πείσουμε τέλος, νὰ μὴν εἶναι περήφανοι, διοτί ἐσύ τους ἀνύψωσες και ἐτσι τους ἒμαθες να περηφανεύονται. Θα τους ἀποδείξουμε ὅτι εἶναι ἀδύναμοι. ὃτι εἶναι μόνο ἀξιολύπητα παιδιά, μὰ πὼς ἡ παιδιάστικη εὐτυχία εἶναι γλυκύτερη ἀπό κάθ ἂλλη. Θὰ γίνουν ἂτολμοι και θα μᾶς κοιτᾶνε και θα σφίγγονται πάνω μας φοβισμένοι, σὰν τὰ τρυφερὰ κλωσσοπούλια κάτω ἀπ᾿ τὰ φτερὰ τῆς κότας. 
Θὰ μας θαυμάζουν καὶ θα σκιάζονται μπροστά μας, και θα εἶναι περήφανοι πού εἲμαστε τόσο δυνατοί και τόσο ἒξυπνοι, πού μπορέσαμε να ὑποτάξουμε ἓνα τόσο ταραγμένο ποίμνιο ἐκατομυρίων. Θα τρέμουν ἀνίσχυροι την ὀργή μας, το πνέυμα τους θα κιοτέψει, τά μάτια τους θα ἀποκτήσουν δακρύρροια, ὃπως των παιδιῶν και τῶν γυναικών, ἀλλά θα μεταπηδοῦν τόσο εὒκολα, κατόπιν νεύματος, στην εὐθυμία και το γέλιο, στη λαμπερή χαρά και στο εὐτιχισμένο παιδικό τραγουδάκι.

«Ναι, βέβαια, θὰ τοὺς ὑποχρεώνουμε νὰ δουλεύουν, μὰ τὶς ὦρες τῆς σχόλης τους, θὰ κάνουμε τὴ ζωή τους παιχνίδι, μὲ τραγούδια, μὲ χορωδίες, μ᾿ ἀθῴους χορούς. Ὤ, ναί! Θὰ τοὺς ἐπιτρέπουμε ἀκόμη καὶ ν᾿ ἁμαρτάνουν, γιατί εἶν᾿ ἀδύναμοι, κι ἐξαιτίας αὐτοῦ εἶναι ποὺ θὰ μᾶς ἀγαποῦν σὰν παιδιά. Θὰ τοὺς ποῦμε ὃτι κάθε ἁμαρτία τους θὰ ἐξιλεωθεῖ ἂν ἒχει διαπραχθεῖ κατόπιν ἀδεια μας· τοὺς ἐπιτρέπουμε να ἁμαρτἠσουν διότι τους ἀγαπᾶμε, καὶ την τιμωρία για τις ἁμαρτίες θα την πάρουμε πάνω μας, δεν γίνεται ἀλλιῶς. 
Θὰ την πάρουμε πάνω μας κι αὐτοί θα μᾶς λατρεύουν σὰν εὐεργέτες ποὺ ανέλαβαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τις δικές τους ἁμαρτίες. Και δεν θα ἒχουμε κανένα μυστικό ἀπ΄ αὐτούς. Θά τοὺς ἐπιτρέπουμε ἢ θὰ τοὺς ἀπαγορεύουμε νὰ ζοῦνε μὲ τὶς γυναῖκες τους καί τὶς ἐρωμένες τους, νἄχουν ἢ νὰ μὴ ἔχουν παιδιὰ -ἀνάλογα με το πόσο ὑπάκουοι θα εἶναι – και θα ὐποτάσσονται σε ἐμᾶς μὲ χαρά κι εὐθυμία. 
Τά πιο βασανιστικά μυστικὰ τῆς συνείδησής τους, ὃλα, ὃλα, θὰ τά φέρουν σ’ἐμᾶς κι ἐμαῖς θα τά λύσουμε ὃλα, και θα πιστέψουν στη λύση μας με χαρά, διότι αὐτό θα τους γλυτώσει ἀπό μία μεγάλη σκοτούρα και ἀπό τά τρομερά τωρινά βάσανα μιᾶς ἀπόφασης προσωπικῆς κι ἐλεύθερης. Και θα εἶναι ὃλοι εὐτυχισμένοι, ὃλα τά ἑκατομμύρια πλάσματα, ἐκτός άπό τις ἑκατό χιλιάδες πού θα τους διοικοῦν. 
Διότι μόνον ἐμεῖς, ἐμεῖς, ποὺ θὰ φυλᾶμε το μυστικό, μόνον ἐμεῖς θα εἲμαστε δυστυχισμένοι. Θα ὑπάρχουν δισεκατομμὐρια εὐτιχισμένων βρεφῶν και ἑκατό χιλιάδες μαρτύρων πού πῆραν ἀπάνω τους την κατάρα τῆς γνώσης τοῦ καλοῦ και τοῦ κακοῦ. Ἂθόρυβα θα πεθἀνουν, ἀθόρυβα θὰ σβήσουν ἐν ονόματι σου και μέσα στον τάφο δεν θα συναντήσουν παρὰ μόνο τὸ θάνατο.

«Ὃμως ἐμεῖς θὰ φυλάξουμε τὸ μυστικό· και για δική τους πάλι εὐτυχία θα τους δελεάζουμε μὲ τήν ούράνια και αἰώνια ἐπιβράβευση. Καθότι αν ὑποθέσουμε ὃτι ὑπάρχει κάτι στον ἂλλο κόσμο, σίγουρα δεν εἶναι για τύπους σαν αὐτους. Λένε και προφητεύουν ὅτι θὰ ἒρθεις και θά νικήσεις ἐκ νέου, περιτριγυρισμένος ἀπὸ τοὺς ἐκλεκτούς σου, με τους περήφανους και δυνατούς σου· ἀλλά ἐμεῖς θα ποῦμε ὃτι αύτοί ἒσωσαν μόνο τους ἑυατούς τους, ἐνῶ ἐμεῖς θἄχουμε σώσει ὅλο τὸν κόσμο. 
Λένε ὅτι θα ἀτιμαστεῖ ἡ πόρνη πού κάθεται πάνω στὸ θηρίο καὶ κρατάει στο χέρι της τὸ μυστήριο8, ὅτι θὰ ἐξεγερθοῦν ἐκ νέου οἰ αδύναμοι, καί θὰ ξεσκίσουν τὴν προρφύρα της καὶ θὰ γυμνώσουν το «πρόστυχο» σώμα της. Τότε ὁμως θὰ σηκωθῶ ἐγώ και θα σε δείξω στα δισεκατομμύρια τῶν εὐτιχισμένων βρεφῶν, πού δεν γνωρίζουν την ἁμαρτία. Κι ἐμεῖς, ποὺ ἐπωμιστήκαμε τις ἁμαρτίες τούς, γιὰ τὴν εὐτυχία τους, θα σταθοῦμε μπροστά σου και θα ποῦμε: «Δίκασε μας, ἂν μπορεῖς και τολμᾶς».

«Μάθε ὃτι δεν σε φοβᾶμαι. Μἀθε ὃτι ἢμουν κι ἐγώ στὴν ἔρημο, ὃτι κι ἐγώ τρεφόμουν μέ ἀκρίδες καὶ ρίζες· ὃτι κί ἐγώ ἒχω εὐλογήσει τὴν ἐλευθερία, με την ὁποία ἐσύ τοὺς ἀνθρώπους, κι ἐγώ προετοιμαζόμουν να ἐνταχθώ στις γραμμές των ἐκλεκτῶν σου, των δυνατῶν και ἰσχυρῶν, λαχταροῦσα να «συμπληρώσω τις γραμμές». Ἀλλὰ συνῆλθα και δεν θέλησα να ὑπηρετήσω την τρέλλα. 
Ἐπέστρεψα και συνενώθηκα με τη στρατιά ἐκείνων πού διόρθωσαν το ἒργο σου. Ἐφυγα ἀπό τοὺς περήφανους κὶ ἐπέστρεψα στοὺς ταπεινούς γιὰ τὴν εὐτυχία αὐτῶν τῶν ταπεινῶν». Ἀυτό πού σού λέω θά γίνει, και « Ἠ βασιλεία μας θα ἐγκαθιδρυθεῖ. Σοῦ ἐπαναλαμβάνω ὃτι αὔριο κιόλας θα δεῖς αὐτό το ὑπάκουο κοπάδι, με το πρῶτο νεῦμα μου, να τρέχει να φυσήξει τά ἀναμμένα κάρβουνα τῆς πυρᾶς σου, σ ΄ αὐτή πού θα σε κάψω γιατί ἧρθες να μᾶς ἐνοχλήσεις. Διότε ἂν ὑπήρξε κάποιος πού ἂξιζε την πυρά μας, αὐτὸς εἶσ᾿ ἐσύ. Αὔριο θὰ σὲ κάψω. Dixi.9»

Ὁ ἱεροεξεταστὴς σωπαίνει, περιμένει μία στιγμὴ τὴν ἀπάντηση τοῦ Κρατούμενου. Ἡ σιωπή του, τὸν βαραίνει. Eἶχε δεῖ με πόση προσοχή και ἠρεμία τὸν ἄκουγε ὅλη αὐτή τὴν ὥρα ὁ Ἒγκλειστος κοιτάζοντας τον κατάματα, ἀλλά, προφανῶς δεν ἢθελε να τον ἀντικρούσει. Ὁ γέρος θἀ ἢθελε τρομερά νὰ τοῦ ἒλεγε ὀ,τιδήποτε, ἒστω και πικρό, τρομαχτικό. 
Ἒκείνος ὃμως πλησιάζει σιωπηλὸς τὸ γέρο καὶ τον ἀσπάζεται ἐλαφρά στα ἀναιμικά ένενηντάχρονα χείλη του. Αὐτὴ ἦταν ἡ ἀπάντησή. Ὁ γέρος ἀναπηδάει, κάτι συσπᾶται στις ἂκρες τῶν χειλιῶν του· πηγαίνει στὴν πόρτα, τὴν ἀνοίγει καὶ τοῦ λέει: «Πήγαινε καὶ νὰ μὴν ξανάρθεις… μὴν ξανάρθεις πιά….ποτέ, ποτέ!» Καὶ τὸν ἀφήνει νὰ βγεί «στις σκοτεινές πλατεῖες τῆς πόλης». Ὁ Αἰχμάλωτος φεύγει.

  


Παραγωγή BBC 1975. Μέγας Ιεροεξεταστής: John Gielgud, Κρατούμενος: Michael Feast.
  1. Παραλαγή σε ένα στίχο από το ποίημα του Α. Σ. Πούσκιν, «Ο πέτρινος επισκέπτης»
  2. Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, κεφ 8, εδ. 31-36 και κατά Λουκάν Ευαγγέλιο κεφ. 4, εδ. 18
  3. Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, κεφ. 4, εδ. 4
  4. Παράφραση του εδ.4, κεφ 13 της Αποκάλυψης του Ιωάννου
  5. Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, κεφ 4, εδ 9-11
  6. Δες σχετικά και Πασκάλ, Σκέψεις, όπου μεταξύ άλλων κάνει αναφορά και στα λόγια του Αγίου Αυγουστίνου: «Δεν θα ήμουν χριστιανός αν δεν υπήρχαν τα θαύματα».
  7. Εννοεί τον Ιωάννη τον Θεολόγο ( Αποκἀλυψη, κεφ. 7 εδ.4-8 )
  8. Αποκάλυψη Ιωάννου, κεφ. 17, εδ. 3-5
  9. Είπα ( λατ.)
* Μετάφραση από τα ρώσικα Ελένη Μπακοπούλου, Αδελφοί Καραμαζὠφ του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ
[Πηγή: respublica, 07/08/2015]
via

Ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής

Ο ΜΕΓΑΣ ΙΕΡΟΕΞΕΤΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΕΛ ΓΚΡΕΚΟ

Προσωπογραφία Ἰσπανοῦ Καρδιναλίου, ἀντιπροσωπευτικοῦ τύπου τοῦ «Μεγάλου Ἱεροεξεταστῆ», ἔργον τοῦ περιφήμου ἕλληνα ζωγράφου Δομινίκου Θεοτοκοπούλου, τοῦ γνωστοῦ ἀνὰ τὸ παγκόσμιον μὲ τὴν προσωνυμία “Ἔλ Γκρέκο” - ὁ Ἕλληνας, (περίπου 1600 μ.Χ.).

Χαρακτηριστικὰ τοῦ “Μεγάλου Ἱεροεξεταστῆ”:

Τὸ καχύποπτό του ὕφος, τὸ βλοσυρό του βλέμμα, ἡ σκοτεινὴ ἔκφρασι τῆς κατακερματισμένης προσωπικότητος ἑνὸς διαχρονικοῦ φαρισαίου, ὁ ὁποῖος κρίνει τοὺς πάντας καὶ τὰ πάντα, ἐξαιρουμένου, βεβαίως, τοῦ αὐτοδικαιομένου ἑαυτούλη του!

Κοιτάζει ὁ ἀπεχθὴς ἐκπρόσωπος τοῦ Πάπα Ἱεροεξεταστὴς τὸν κόσμο, μέσα ἀπὸ τὰ ὀμματογυάλια τῆς ἐμπαθοῦς του προκαταλήψεως.

Οἱ δύο διαφορετικὲς “ἐκφράσεις” καθεκάστου τῶν χεριῶν του, φανερώνουν τὴ φρικτή του διπλοπροσωπία: Τὸ ἕνα του χέρι χαλαρό, ἐμφαίνοντας τὴν προβατόσχημη ἰδιότητά του· καὶ τὸ ἄλλο του χέρι σφιχτό, δηλώνοντας τὴν ἑτοιμότητά του νὰ κατασπαράξη ὅσους δὲν τυγχάνουν συμπαθεῖς στὰ «ἀλάθητα» γοῦστα τοῦ «ἀλαθήτου» προϊστάμενού του!


Φώτης Κόντογλου - Ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής. Οἱ τρεῖς πειρασμοί

(«Ὀρθόδοξος Τύπος», 10 Φεβρουαρίου, 1 Μαρτίου, 10 Ἀπριλίου, 1 Μαΐου 1970. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐδημοσιεύθη ἀρχικῶς εἰς τὴν «Ἐλευθερίαν» τῷ 1965, ὀλίγον πρὸ τοῦ θανάτου τοῦ συγγραφέως) 


Πολλά, ἀμέτρητα, εἶναι ὅσα γραφήκανε γιὰ τὸν Παπισμό, ἀλλὰ λίγα εἶναι σὰν αὐτὰ ποὺ ἔγραψε γιὰ τὸ αἰνιγματικὸ τοῦτο σύστημα ὁ πλέον βαθυστόχαστος κι᾿ ἀποκαλυπτικὸς Ρῶσος συγγραφέας Θεόδωρος Ντοστογέφσκης. Τοῦτο τὸ μοναδικὸ κείμενο εἶναι ἕνα κεφάλαιο μέσα στὸ βιβλίο τοῦ «Τ᾿ Ἀδέρφια Καραμάζωφ», κι᾿ αὐτὸ τὸ κεφάλαιο ἔχει γιὰ ἐπανώγραμμα «Ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής». Ὁ Ντοστογέφσκης, μ᾿ ὅλο ποὺ εἶναι ἕνα φιλοσοφικὸ πνεῦμα, ὡστόσο στὸν «Μέγαν Ἱεροεξεταστή» αἰσθάνεται καὶ γράφει σὰν Ὀρθόδοξος, ποὺ ξέρει καλὰ ποιὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Χριστὸς κι᾿ ἡ διδασκαλία του. 

Στὸν «Μέγαν Ἱεροεξεταστή» βάζει τὸν Χριστὸ ἀντιμέτωπο μὲ τὸν ψεύτικο ἀντιπρόσωπό του στὴ γῆ, μὲ τὸν Ἰησουίτη Ἱεροεξεταστή, τὸ φοβερὸ τέρας ποὺ ἔκαιγε τοὺς «αἱρετικούς» στ᾿ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἕνα πρᾶγμα ἀπίστευτο κι᾿ ἀκατανόητο. Εἶναι τρομερὸ νὰ σκεφθῇ κανένας τί μπορεῖ νὰ κάνῃ ὁ διάβολος γιὰ νὰ δυσφημήσῃ τὸν Χριστό, ἀφοῦ φτάνει στὸ σημεῖο νὰ φαίνεται ὁ σατανᾶς πὼς εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός! 

Σ᾿ αὐτὸ τὸ παράδοξο κείμενο τοῦ Ντοστογέφσκη, ὁ Ἱεροεξεταστὴς κάνει μία μακρυὰ ἐξομολόγηση στὸν Χριστό, ποὺ δὲν βγάζει μήτε μία λέξη ἀπὸ τὸ στόμα του γιὰ νὰ δώση ἀπάντηση στὰ ἐρωτήματα τοῦ ἱεροδικαστῆ, καὶ γιὰ τοῦτο ἀποκρίνεται ὁ ἴδιος σὲ ὅσα ἐρωτᾷ. Μὲ ἄλλα λόγια, ὅσα λέγει εἶναι ἕνας καταθλιπτικὸς μονόλογος ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα κάποιου πλάσματος ποὺ θαρρεῖς πὼς ἀνέβηκε ἀπὸ τὴν κόλαση. 

Ὁ Ἱεροεξεταστὴς καταδίκασε κάποιους «αἱρετικούς» σε θάνατο μὲ τὴ φωτιά, κι᾿ ἀφοῦ ἔγινε θανάτωση στὴ μεγάλη πλατεῖα μιᾶς σπανιόλικης πολιτείας, γύρισε πίσω στὸ κελλί του, ποὺ βρισκότανε στὸ κτίριο τοῦ «Ἱεροῦ Δικαστηρίου», ἱκανοποιημένος πῶς ἔκανε τὸ χρέος του, κατὰ τὸ σύστημα ποὺ ὑπηρετοῦσε μ᾿ ἕναν φρικτὸν φανατισμό. Τὸ σύστημά του ἤτανε ἕνας Χριστιανισμὸς ὄχι ὅπως τὸν δίδαξε ὁ Χριστός, ἀλλὰ παραμορφωμένος κι᾿ ἀγνώριστος ὁλότελα, μέχρι ποὺ νὰ μοιάζῃ μὲ θρησκεία τοῦ ἀντιχρίστου, κι᾿ αὐτὸ ἔγινε γιὰ νὰ μποροῦνε οἱ ἄνθρωποι νὰ τὸν δεχτοῦνε, ἐπειδὴ ἐκεῖνα ποὺ παραγγέλνει καὶ ποὺ ζητᾷ ὁ Χριστὸς ἀπὸ τοὺς πιστούς του εἶναι, κατὰ τὴ γνώμη τοῦ Ἱεροξεταστῆ καὶ τῶν ὁμοίων του, ἀπόλυτα κι᾿ ἀνεφάρμοστα, ὑπεράνθρωπα κι᾿ ἀπάνθρωπα. Δηλαδὴ ὁ Χριστιανισμὸς ἔγινε ἕνα σύστημα σὰν τὰ ἄλλα ἀνθρώπινα συστήματα, μιὰ κοσμικὴ ἐξουσία ποὺ ἔχει στὴν ἐξουσία της τοὺς πιστούς της, καὶ ποὺ τοὺς διοικεῖ, τοὺς κρίνει καὶ τοὺς καταδικάζει ὅπως ἡ πολιτικὴ ἐξουσία. Ἀπὸ τὸν Χριστὸ κράτησε μοναχὰ τὸ προσωπεῖο, κι᾿ ὅ,τι κάνει, λέγει πὼς τὸ κάνει στ᾿ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἐνῷ τὸ κάνει στ᾿ ὄνομα τοῦ σατανᾶ. Γιὰ τοῦτο ὁ Ἱεροεξεταστὴς ὁλοένα ἀναφέρει τὸν διάβολο μὲ σεβασμό, καὶ τὸν ὀνομάζει «Αὐτός», «τὸ Μέγα καὶ Σοφὸ Πνεῦμα», «τὸ Σοφὸ καὶ ἰσχυρὸ Πνεῦμα». 

Ἀλλὰ ἀναπάντεχα, ἐνῷ ὁ Ἱεροεξεταστὴς ἤτανε ἱκανοποιημένος ποὺ ἔκαψε τοὺς αἱρετικούς, ὑπηρετώντας τὸ σύστημα τῆς Παπικῆς Ἐκκλησίας, ἀναπάντεχα φανερώνεται ὁ Χριστὸς μέσα στὸν δρόμο, κι᾿ ὁ κόσμος τρέχει ἀπὸ πίσω του, κλαίγοντας ἀπὸ συγκίνηση. Μὲ ὅλο ποὺ δὲν λέγει ποιὸς εἶναι, κι᾿ οὔτε βγάζει μιλιὰ ἀπὸ τὸ στόμα του, ὡστόσο ὅλοι καταλάβανε πὼς ἤτανε ὁ Χριστός. Τρέξανε λοιπὸν καὶ τοῦ πήγανε τοὺς ἀρρώστους τους, κι᾿ Ἐκεῖνος τοὺς θεράπευε, ἀνάστησε μάλιστα κι᾿ ἕνα πεθαμένο παιδάκι, μπροστὰ στὴν καθεδρικὴ ἐκκλησιὰ τῆς Σεβίλλιας, ἐκεῖ ποὺ καίγανε τοὺς «αἱρετικούς» στ᾿ ὄνομά του. 

Ἐκείνη τὴ στιγμὴ πέρασε ἀπὸ κεῖ ὁ Ἱεροεξεταστής, ψηλός, κοκκαλιάρης, καραμουντζωμένος καὶ κατσουφιασμένος, ἴδιος σκιάχτρο, μὲ βαθουλωμένα μάτια ποὺ βγάζανε σπίθες, γέρος ἐνενήντα χρονῶν. 

Μόλις εἶδε τὸν Χριστὸ καὶ τὸ θαῦμα ποὺ ἔκανε, ἔδωσε διαταγὴ στὴν «ἁγία φρουρά», ποὺ τὸν φύλαγε, νὰ τὸν πιάσουνε. Πιάσανε λοιπὸν τὸν Χριστό, κι᾿ ὁ λαός, ποὺ λίγο πρὶν ἔκανε σὰν τρελλὸς ἀπὸ τὴ χαρά του γιὰ τὸν Χριστό, ἄνοιξε δρόμο, ταπεινὰ κι᾿ ὑπάκουα, γιὰ νὰ περάσουνε οἱ στρατιῶτες μὲ τὸν κατάδικο τὸν Χριστό, κι᾿ ὅλοι σκύψανε ὡς τὴ γῆ μπροστὰ στὸν Ἱεροεξεταστή. Καὶ κεῖνος βλόγησε σιωπηλὰ τὸν λαό, καὶ γύρισε στὸ διαμέρισμά του, ὅπως εἴπαμε στὴν ἀρχή. 

Αὐτὴ τὴ διήγηση τὴν παρουσιάζει ὁ Ντοστογέφσκης σὰν λογοτεχνικὸ ἔργο τοῦ Ἰβᾶν Καραμάζωφ, ποὺ ἤτανε ἕνας ἀπὸ τοὺς γυιοὺς τοῦ γέρου Καραμάζωφ, σπουδασμένος στὴν εὐρωπαϊκὴ φιλοσοφία. Καὶ τὸ διαβάζει στὸν μικρότερο ἀδελφό του, τὸν Ἀλιόσα, ποὺ εἶχε γίνει καλόγερος, ὑποτακτικὸς σ᾿ ἕναν ἅγιο γέροντα ξομολόγο, ἕναν «στάρετς», ὅπως τοὺς λέγουνε στὰ ρωσικά. 

Ὁ Ἀλιόσας, κάθε τόσο διακόπτει τὸν Ἰβὰν ποὺ διαβάζει, καὶ κάνει κάποιες παρατηρήσεις. Αὐτὲς δὲ τὶς βάζω στὸ κείμενο τοῦ Ντοστογέφσκη ποὺ δίνω παρακάτω, γιὰ νὰ μὴν κόβεται ὁ μονόλογος τοῦ Ἱεροεξεταστῆ. 

Πρέπει νὰ σημειώσω πὼς αὐτὸ τὸ κείμενο δὲν τὸ ἀφήνω ὅπως εἶναι γραμμένο ἀπὸ τὸν συγγραφέα, ἀλλὰ τὸ ἄλλαξα κάμποσο, σὲ πολλὰ τὸ ἄλλαξα πολύ, σὲ ἄλλα μέρη τὸ συντόμεψα καὶ σὲ ἄλλα μέρη προσπάθησα νὰ τὸ κάνω πιὸ ἁπλοποιημένο, ὥστε νὰ τὸ καταλάβη ὁ ἀναγνώστης καλύτερα. Τὸ ὕφος του Ντοστογέφσκη, ἐπειδὴ εἶναι νευρικό, ἀκατάστατο, καὶ συχνὰ ἔχει κάποια βορεινὴ ἀοριστία, τὸ ἄλλαξα, κάνοντάς το πιὸ ἥσυχο, πιὸ καθαρὸ καὶ πιὸ ἁπλό, γιὰ νὰ νοιώση ὁ ἀναγνώστης τὰ δύσκολα καὶ βαθειὰ νοήματα πιὸ εὔκολα. Κάπου-κάπου ἔβαλα καὶ κάποια λόγια τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ δὲν τὰ ἔχει ὁ Ῥῶσος συγγραφέας, γιὰ νὰ γίνουν οἱ ἰδέες του πιὸ χειροπιαστές, καθὼς καὶ μερικὰ ἐξηγητικὰ λόγια καὶ ὑποσημειώσεις. 

Ἡ βάση, ποὺ ἀπάνω της εἶναι γραμμένος «ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής», εἶναι, μὲ ἁπλὰ λόγια, τούτη: Πῶς ὁ Παπισμὸς εἶναι ἕνα σύστημα φοβερό, βγαλμένο ἀπὸ τὴν ἁμαρτωλὴ καὶ πονηρὴ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ θέλει νὰ ἐξουσιάζῃ ἀπάνω στοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ τοὺς κάνῃ ὑποτακτικούς του, χωρὶς ἀγάπη, χωρὶς πίστη, χωρὶς τίποτα χριστιανικό, ἀλλὰ γεμάτο ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ διαβόλου, ποὺ λέγει ὅμως πονηρὰ πῶς ἡ ἐξουσία του προέρχεται ἀπὸ τὸν Χριστό, καὶ πὼς ὅ,τι κάνει τὸ κάνει ἐν ὀνόματί Του. Αὐτὴ ἡ σατανικὴ ὑποκρισία εἶναι τὸ μυστικὸ αὐτοῦ τοῦ συστήματος, ποὺ τὸ κρύβουνε καλὰ οἱ ἱερωμένοι του. Ἀλλὰ ἕνας ἀπὸ αὐτούς, ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής, ἀπὸ τὴν ὀργὴ ποὺ ἔνοιωσε σὰν εἶδε τὸν Χριστὸ νὰ ἔρχεται πάλι σὲ τοῦτο τὸν κόσμο γιὰ νὰ χαλάσῃ τὸ «μεγάλο» ἔργο ποὺ ἔγινε μὲν στ᾿ ὄνομά του, χωρὶς ὅμως νὰ ἔχῃ σχέση μ᾿ αὐτὸ τὸ ἔργο ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ἀπὸ τὴν παραφορά του λοιπὸν τὸ φανερώνει, φωνάζοντας στὸν Χριστό: «Ἐμεῖς δεχθήκαμε τὸ ξίφος τοῦ Καίσαρα, ποὺ δὲν θέλησες νὰ τὸ πάρης Ἐσύ, κι᾿ ἔτσι σὲ πετάξαμε Ἐσένα κι᾿ ἀκολουθήσαμε Αὐτόν», δηλαδὴ τὸν διάβολο. Σήμερα ποὺ γίνονται τόσες συζητήσεις ἀπ᾿ ἀφορμὴ τῆς κίνησης ποὺ σηκώθηκε ἄξαφνα γιὰ τὸ σμίξιμο τοῦ Βατικανοῦ μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, κίνηση ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου τούτου, ποὺ ἐνσαρκώνει ὁ Παπισμός, κι᾿ ἐπειδὴ οἱ πολλοί, σχεδὸν ὅλοι, εἶναι ἀκατατόπιστοι στὰ ζητήματα τῆς θρησκείας, καὶ δὲν γνωρίζουν τί ἀντιπροσωπεύει ὁ Παπισμὸς καὶ τί ἀντιπροσωπεύει ἡ Ὀρθοδοξία, θεώρησα καλὸ νὰ γράψω μερικὰ ἄρθρα σχετικὰ μ᾿ αὐτὰ τὰ θέματα, κι᾿ ἀνάμεσα σ᾿ αὐτὰ εἶναι καὶ τοῦτο ποὺ γράφω ἀπ᾿ ἀφορμὴ τοῦ «Μεγάλου Ἱεροεξεταστῆ» τοῦ Ντοστογέφσκη. 


* * 

Στὸν μονόλογο ποὺ λέγει ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστὴς μπροστὰ στὸν Χριστὸ ποὺ στέκεται βουβός, γίνεται πολὺς λόγος γιὰ τοὺς τρεῖς πειρασμοὺς τοῦ Χριστοῦ. Γι᾿ αὐτό, καλὸ θὰ εἶναι νὰ κυττάξουμε τί λέγει τὸ Εὐαγγέλιο γι᾿ αὐτοὺς τοὺς πειρασμούς. Ἂς πάρουμε τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιο: «Τότε ὁ Ἰησοῦς ἀνήχθη εἰς τὴν ἔρημον ὑπὸ τοῦ πνεύματος, πειρασθῆναι ὑπὸ τοῦ διαβόλου, καὶ νηστεύσας ἡμέρας τεσσαράκοντα καὶ νύκτας τεσσαράκοντα, ὕστερον ἐπείνασε. Καὶ προσελθὼν αὐτῷ ὁ πειράζων εἶπεν: «Εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, εἰπὲ ἵνα οἱ λίθοι οὗτοι ἄρτοι γένωνται». Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε: «Γέγραπται, οὐκ ἐπ᾿ ἄρτω μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ᾿ ἐπὶ παντὶ ρήματι ἐκπορευομένω διὰ στόματος Θεοῦ». Τότε παραλαμβάνει αὐτὸν ὁ διάβολος εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν, καὶ ἴστησιν αὐτὸν ἐπὶ τὸ πτερύγιον τοῦ ἱεροῦ, καὶ λέγει αὐτῷ: «Εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, βάλε σεαυτὸν κάτω. Γέγραπται γὰρ ὅτι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ, καὶ ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσί σε, μήποτε προσκόψεις πρὸς λίθον τὸν πόδα σου». Ἔφη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς: «Πάλιν γέγραπται, οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου». Πάλιν παραλαμβάνει αὐτὸν ὁ διάβολος εἰς ὄρος ὑψηλὸν λίαν, καὶ δείκνυσιν αὐτῷ πάσας τὰς βασιλείας τοῦ κόσμου καὶ τὴν δόξαν αὐτῶν, καὶ λέγει αὐτῷ: «Ταῦτα πάντα σοὶ δώσω, ἐὰν πεσῶν προσκυνήσῃς μοι». Τότε λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς: «Ὕπαγε ὀπίσω μου σατανᾶ. Γέγραπται γάρ, Κύριον τὸν Θεόν σου προσκυνήσεις καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις». Τότε ἀφίησιν αὐτὸν ὁ διάβολος, καὶ ἰδοὺ ἄγγελοι προσῆλθον καὶ διηκόνουν αὐτῷ» (Ματθ. δ´, 1). 

Λοιπὸν ὁ Ἱεροεξεταστὴς λέγει στὸν Χριστό: «Τὸ φοβερὸ καὶ πονηρὸ Πνεῦμα, τὸ πνεῦμα τῆς ἀνυπαρξίας καὶ τῆς αὐτοκαταστροφῆς, μίλησε μαζί Σου στὴν ἔρημο καὶ γράφηκε στὸ Εὐαγγέλιο πῶς σὲ ἔβαλε σὲ δοκιμασία. Ἔτσι δὲν εἶναι; Εἶναι δυνατὸ νὰ εἰπωθῇ ἕνα πρᾶγμα πιὸ ἀληθινὸ ἀπὸ τὸ νόημα ποὺ ἔχουνε αὐτὰ τὰ τρία ἐρωτήματα ποὺ Σοῦ ἔβαλε καὶ ποὺ Ἐσὺ τὰ πέταξες, καὶ ποὺ στὰ Εὐαγγέλια λέγονται πειρασμοί; Ἂν ἔγινε ποτὲ στὴ γῆ ἕνα ἀληθινὸ θαῦμα, τρανταχτὸ σὰν κεραυνός, αὐτὸ ἤτανε μοναχὰ ἐκεῖνο ποὺ ἔγινε ἐκείνη τὴν ἡμέρα, τὴν ἡμέρα τῶν τριῶν πειρασμῶν. Ἂν συνάζαμε ὅλους τοὺς σοφοὺς τοῦ κόσμου, τοὺς ἐξουσιαστές, τοὺς ἀρχιερεῖς, τοὺς στοχαστές, τοὺς φιλοσόφους, τοὺς ποιητές, καὶ τοὺς λέγαμε: «Βρῆτε καὶ συνθέσετε τρία ἐρωτήματα, ποὺ νἄχουνε ἀνταπόκριση ὄχι μὲ τὸ ἄφθαστο ὕψος τῆς στιγμῆς ἐκείνης, ἀλλὰ μέσα σὲ τρεῖς φράσεις, σὲ τρεῖς λέξεις τῆς ἀνθρώπινης γλώσσας, νὰ κλείνεται ὁλόκληρη ἡ μελλοντικὴ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας, πιστεύεις, Ἐσύ, πῶς ὅλη ἡ σοφία τοῦ κόσμου μαζεμένη θὰ μποροῦσε νὰ συλλάβῃ κάποιο πρᾶγμα ποὺ νὰ εἶναι σὲ δύναμη καὶ σὲ βάθος ἰσάξιό με τὰ τρία ἐρωτήματα ποὺ Σοῦ πρότεινε τότε τὸ κραταιὸ καὶ πονηρὸ Πνεῦμα τῆς ἐρήμου;... Μέσα σ᾿ αὐτὰ τὰ τρία ἐρωτήματα βρίσκεται ὁλόκληρο τὸ μέλλον κι᾿ ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας σὰν προφητεία, καὶ σ᾿ αὐτὲς τὶς τρεῖς εἰκόνες σμίγουνε ὅλες οἱ ἀξεδιάλυτες ἀντιφάσεις ποὺ ὑπάρχουνε στὸν κόσμο. 

Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ δὲν ἤτανε αὐτὸ τόσο ὁλοφάνερο, ἐπειδὴ τὸ μέλλον τῆς ἀνθρωπότητας ἤτανε ἄγνωστο. Σήμερα ὅμως, ὕστερ᾿ ἀπὸ δεκαπέντε αἰῶνες, μποροῦμε νὰ δοῦμε πῶς μὲ αὐτὰ τὰ τρία ἐρωτήματα προφητευθήκανε τὰ πάντα, καὶ πῶς πόσο ἀληθινὰ βγήκανε, ποὺ ἡμεῖς νὰ μὴ μποροῦμε μήτε νὰ προσθέσουμε, μήτε ν᾿ ἀφαιρέσουμε τίποτα. Κρῖνε τώρα καὶ μόνος Σου ποιὸς εἶχε δίκιο τότε; Ἐσύ, ἢ Ἐκεῖνος ποῦ Σὲ ρωτοῦσε; Θυμήσου τὸ πρῶτο ἐρώτημα. Ἡ ἔννοιά του ἤτανε τούτη: Θέλεις νὰ πᾶς στὸν κόσμο μὲ ἀδειανὰ χέρια, καὶ μοναχὰ μὲ μιὰ ἀόριστη ὑπόσχεση γιὰ ἐλευθερία, ποὺ οἱ στενόψυχοι ἄνθρωποι δὲν μποροῦνε νὰ τὴν καταλάβουνε καθόλου, μάλιστα τὴν φοβοῦνται, γιατὶ γι᾿ αὐτοὺς δὲν ὑπάρχει τίποτα ποὺ νὰ εἶναι πιὸ ἀνυπόφορο ἀπὸ τὴν ἐλευθερία. Βλέπεις ὅμως τὶς πέτρες σ᾿ αὐτὴ τὴν γυμνὴ καὶ φλογισμένη ἔρημο; Κᾶνε τις ψωμιά, κι᾿ ἡ ἀνθρωπότητα θὰ σὲ ἀκολουθήσῃ σὰν κοπάδι, γεμάτη εὐγνωμοσύνη. Ἀλλὰ Ἐσὺ δὲν ἤθελες νὰ πάρῃς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τὴν ἐλευθερία, καὶ δὲν παραδέχτηκες αὐτὸ ποὺ σοῦ πρότεινε τὸ κραταιὸ Πνεῦμα, ἐπειδὴ σκέφθηκες τί εἴδους ἐλευθερία θὰ εἶναι αὐτὴ ποὺ ἀγοράζεται μὲ ψωμιά, καὶ τοῦ ἀποκρίθηκες: «Οὐκ ἐπ᾿ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος». Ἀλλὰ γνωρίζεις πῶς ἐν ὀνόματι αὐτοῦ τοῦ ἐπιγείου ἄρτου, τὸ πνεῦμα τῆς γῆς θὰ σηκωθῇ καταπάνω Σου καὶ θὰ Σὲ πολεμήσῃ καὶ θὰ Σὲ νικήσῃ;». 

Σημ. Φ.Κ. Αὐτὸν τὸν ξεσηκωμὸ τοῦ πνεύματος τῆς γῆς, δηλαδὴ τῆς σαρκικῆς καλοπέρασης, καταπάνω στὸν Χριστό, τὸν βλέπουμε σήμερα περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη ἐποχή. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ πνεῦμα προέρχεται καὶ ἡ κίνηση ποὺ γίνεται γιὰ νὰ ἑνωθοῦνε οἱ λεγόμενοι Χριστιανοί, ἀφοῦ μάλιστα τὸ διακηρύττουν ὅτι γίνεται γιὰ τὴν ἐπίγεια εὐδαιμονία τῆς ἀνθρωπότητας, καὶ τὴν ἐπικροτοῦνε ὅλοι οἱ σαρκικοὶ ἄνθρωποι. 

Γιὰ τοὺς ἄλλους δυὸ πειρασμούς, ποὺ πρότεινε ὁ διάβολος στὸν Χριστό, δηλ. νὰ πέση ἀπὸ τὴν σκεπὴ τοῦ ναοῦ γιὰ νὰ τὸν ἁρπάξουν οἱ ἄγγελοι, καθὼς καὶ γιὰ τὸν ἄλλον, νὰ προσκυνήσῃ τὸν σατανᾶ καὶ νὰ πάρῃ στὴν ἐξουσία του τὰ βασίλεια τῆς γῆς, μιλᾷ ὁ Ἱεροεξεταστὴς μέσα στὸ κείμενο τοῦ Ντοστογιέφσκη ποὺ βάζουμε παρακάτω. 

Εἴπαμε λοιπὸν πὼς ἡ «ἁγία φρουρὰ» ἔπιασε τὸν Χριστὸ κατὰ διαταγὴ τοῦ Ἱεροεξεταστῆ. Τὸν πήγανε καὶ τὸν κλείσανε σὲ μία στενή, θολωτὴ καὶ σκοτεινὴ φυλακὴ τοῦ Ἁγίου Δικαστηρίου. 

Σὰν νύχτωσε, ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής, μ᾿ ἕνα φανάρι στὸ χέρι, ξεκλειδώνει τὴ σιδερόπορτα καὶ μπαίνει μέσα. Σταματᾷ καὶ κυττάζει κατάματα τὸν φυλακισμένο, σὰν νὰ τὸν τρυπὰ μὲ τὸ σουβλερὸ μάτι του. Ὕστερα βάζει τὸ φανάρι ἐπάνω στὸ τραπέζι, πλησιάζει τὸν Χριστό, καὶ τοῦ λέγει: «Εἶσαι Ἐσὺ ὁ ἴδιος;». Δὲν παίρνει καμμιὰ ἀπόκριση. Μὰ κατάλαβε πὼς εἶναι ὁ Χριστός, καὶ γι᾿ αὐτὸ τὸν ρωτᾷ: «Γιατί ἦρθες νὰ μᾶς ἐνοχλήσῃς;». Ὁ Χριστὸς στέκεται βουβός. Γιὰ τοῦτο, ὁ Ἱεροεξεταστὴς ἀπαντᾷ ὁ ἴδιος στὰ ἐρωτήματά του. 

Λέγει λοιπὸν στὸν Χριστό: «Πρὶν ἀπὸ χίλια πεντακόσια χρόνια ἦρθες νὰ διδάξῃς στοὺς ἀνθρώπους τὴν ἐλευθερία. Μὰ ἐμεῖς, ἀφοῦ τοὺς ὑποδουλώσαμε, τοὺς κάναμε νὰ πιστεύουν πὼς εἶναι ἐλεύθεροι, ἂν καὶ φέρανε τὴν ἐλευθερία τους καὶ τὴν ρίξανε στὰ πόδια μας. 

Αὐτὸς ὁ δρόμος εἶναι ὁ μόνος ποὺ κάνει τοὺς ἀνθρώπους εὐτυχισμένους. Μὰ Ἐσὺ δὲν θέλησες νὰ τὸν ἀκολουθήσῃς. Εὐτυχῶς ὅμως ποὺ μᾶς ἔδωσες τὴν ἐξουσία «τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν», καὶ κάνουμε ἐκεῖνο ποὺ Ἐσὺ δὲν τὸ ἔκανες. Τώρα δὲ μπορεῖ νὰ σκέπτεσαι πῶς μπορεῖ νὰ μᾶς πάρης πίσω αὐτὴν τὴν ἐξουσία. Λοιπόν, γιατί ἦρθες νὰ μᾶς ἐνοχλήσῃς; 

Τὸ Μέγα Πνεῦμα Σοῦ ἔβαλε τρία ἐρωτήματα, τότε ποὺ Σὲ πείραξε στὴν ἔρημο. Μέσα σ᾿ αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα βρίσκεται ὅλη ἡ μέλλουσα ἱστορία τῆς οἰκουμένης καὶ τῆς ἀνθρωπότητας. Ἐνῷ τὸ κραταιὸ Πνεῦμα Σοῦ εἶπε νὰ τὸ προσκυνήσῃς γιὰ νὰ γίνουν «οἱ λίθοι ἄρτοι», Ἐσὺ τοῦ ἀποκρίθηκες: «Δὲν θὰ ζήσῃ ὁ ἄνθρωπος μοναχὰ μὲ τὸ ψωμί», δηλ. μόνο με τὶς ὑλικὲς ἀπολαύσεις. Ἐσὺ δηλαδή, ἀντὶ αὐτὴ τὴ χεροπιαστὴ ὑλικὴ ἐπιτυχία, τοὺς ἔδινες μία ἐλευθερία ποὺ δὲν μποροῦν νὰ τὴν καταλάβουν οἱ ἄνθρωποι, γιατὶ ὁ νοῦς κι᾿ ἡ καρδιά τους εἶναι περιωρισμένα. Ἡ ἐλευθερία ποὺ τοὺς ἔδωσες, εἶναι γι᾿ αὐτοὺς τὸ πιὸ ἀνυπόφορο πρᾶγμα. Ἐνῷ ἂν ἔκανες τὶς πέτρες ψωμιά, ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα θὰ Σὲ ἀκολουθοῦσε μὲ εὐγνωμοσύνη. Ἐσὺ ὅμως εἶπες: «Δὲν θὰ ζήσῃ μὲ ψωμὶ μοναχὰ ὁ ἄνθρωπος». Ξέρεις λοιπὸν πὼς ἐν ὀνόματι αὐτοῦ τοῦ ἐπίγειου ψωμιοῦ θὰ σηκωθῆ καταπάνω Σου τὸ πνεῦμα τῆς Γῆς (τοῦ κόσμου); Ξέρεις ἀκόμα πὼς ἡ ἀνθρωπότητα μὲ τὸ στόμα τῶν σοφῶν της καὶ τῶν διανοουμένων της θὰ διακηρύξη, ὕστερ᾿ ἀπὸ αἰῶνες, πῶς δὲν ὑπήρξανε μήτε ἁμαρτίες, μήτε ἐγκλήματα, παρὰ μοναχὰ πεινασμένοι ἄνθρωποι; Ἐσὺ τὰ ξέρεις αὐτά. Ἡ σημαία ποὺ θὰ σηκωθῇ καταπάνω Σου θὰ γράφῃ ἀπάνω: «Πρῶτα χόρτασέ μας, κι᾿ ὕστερα ζήτα ἀπὸ μᾶς νὰ κάνουμε τὸν λόγο Σου!». Μὲ αὐτὴ τὴ σημαία θὰ γκρεμίσουν τὸν ναό Σου, καὶ στὴ θέση του θὰ χτίσουνε ἕνα φοβερὸ πύργο τοῦ Βαβέλ. 

Ἐμεῖς ὅμως θὰ τοὺς χορτάσουμε, καὶ θὰ τελειώσουμε αὐτὸν τὸν πύργο τοῦ Βαβέλ. Καὶ θὰ τοὺς ποῦμε ψέματα πὼς αὐτὸ ποὺ κάνουμε τὸ κάνουμε στ᾿ ὄνομά Σου. Ἐσὺ τοὺς ὑποσχέθηκες «τὸν οὐράνιον ἄρτον». Μπορεῖ αὐτὸ τὸ ψωμὶ νὰ συγκριθῆ μὲ τὸ χεροπιαστὸ ψωμί, μὲ τὸ ἐπίγειο ψωμί; Καλά, τέλος πάντων, γιὰ «τὸν οὐράνιον ἄρτον» θὰ Σὲ ἀκολουθήσουν χίλιοι, δέκα χιλιάδες, ἑκατὸ χιλιάδες. Ἀλλὰ τί θὰ γίνουνε τὰ ἑκατομμύρια καὶ τὰ δισεκατομμύρια πλάσματα ποὺ δὲν θἄχουνε τὴ δύναμη νὰ περιφρονήσουν τὸ ἐπίγειο ψωμί, γιὰ νὰ λάβουν «τὸν οὐράνιον ἄρτον» Σοῦ; Ἐμεῖς θὰ γίνουμε σωτῆρες γι᾿ αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια, καὶ θὰ μᾶς θεοποιήσουνε, γιατὶ ἐμεῖς πήραμε ἀπάνω μας τὴν ἐλευθερία τους. Ἐμεῖς ὅμως θὰ ποῦμε πὼς ἔχουμε γιὰ ἀρχηγὸ Ἐσένα, καὶ πὼς πήραμε τὴν ἐξουσία ἀπὸ Ἐσένα. Θὰ λέμε ψέματα, μὰ αὐτὸ θὰ εἶναι χρέος μας. Νά, αὐτὰ εἶχα νὰ πῶ γιὰ τὸ πρῶτο ἐρώτημα τοῦ πειρασμοῦ, ποὺ Σοῦ πρότεινε στὴν ἔρημο. Περιφρόνησες τὸ μόνο μέσον ποὺ μ᾿ αὐτὸ θὰ μποροῦσες νὰ κάνῃς νὰ σὲ λατρεύουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, κι᾿ ὄχι μοναχὰ ἐκεῖνοι οἱ λίγοι (δηλ. ἐκεῖνοι ποὺ κρατοῦνε τὸν ἀληθινὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ, Φ.Κ.). Οἱ ἄνθρωποι θέλουν νὰ παραδώσουν τὴν ἐλευθερία τους σὲ κάποιον. Κι᾿ Ἐσύ, ἀντὶ νὰ πάρῃς τὴν ἐλευθερία τους καὶ νὰ γίνῃς ἐξουσιαστής τους, τοὺς χάρισες ἀκόμα περισσότερη ἐλευθερία. Αὐτὸ ξεπερνᾷ τὴ δύναμή τους, καὶ γιὰ τοῦτο Ἐσὺ στάθηκες γι᾿ αὐτοὺς σκληρός, καὶ δὲν τοὺς ἀγάπησες μὲ τὸ νὰ τοὺς δώσῃς τὴν ἐλευθερία. Γι᾿ αὐτό, Ἐσὺ ὁ ἴδιος συνήργησες στὸ γκρέμισμα τῆς βασιλείας Σου, καὶ δὲν πρέπει νὰ κατηγορᾶς κανέναν γι᾿ αὐτὴ τὴν καταστροφή». 

Ὁ Ἱεροεξεταστὴς ἐξακολούθησε νὰ μιλᾷ δίχως νὰ παίρνῃ ἀπάντηση ἀπὸ τὸν Χριστό, ποὺ στεκότανε μπροστά του. Τοῦ μιλᾷ γιὰ τὸν δεύτερο πειρασμό: 

«Τὸ πονηρὸ καὶ ἰσχυρὸ Πνεῦμα Σου εἶπε ἀκόμα νὰ πέσῃς ἀπὸ τὴν σκεπὴ τοῦ ναοῦ, γιὰ νὰ Σὲ σηκώσουν οἱ ἄγγελοι γιὰ νὰ μὴν πάθῃς τίποτα. Μὰ Ἐσὺ κι᾿ αὐτὸ δὲν τὸ παραδέχθηκες, καὶ τοῦ ἀποκρίθηκες: «Οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου». Καὶ τότε ποὺ Σὲ σταυρώσανε καὶ Σοῦ φωνάζανε περιπαιχτικὰ «κατέβα, ἂν μπορῇς, ἀπὸ τὸν σταυρό», Ἐσὺ δὲν κατέβηκες νὰ τοὺς κάνῃς νὰ σέρνονται μπροστά Σου, γιατὶ δὲν ἤθελες νὰ καταργήσῃς τὴν ἐλευθερία τους. 

Γι᾿ αὐτό, ὁ προφήτης καὶ μαθητής Σου ἔγραψε πὼς εἶδε στὴν πρώτη ἀνάσταση μοναχὰ δώδεκα χιλιάδες σωσμένους (Ἀποκάλυψις Ἰωάννου ζ´, 5. Λέγει ὅμως γιὰ δώδεκα χιλιάδες ἀπὸ κάθε φυλὴ τοῦ Ἰσραήλ, Φ.Κ.). Λοιπόν, μοναχὰ αὐτοὶ οἱ λίγοι ἤτανε ἐκεῖνοι ποὺ βαστάξανε τὸν σταυρό Σου καὶ γινήκανε παιδιὰ τῆς ἐλευθερίας Σου, δηλαδὴ οἱ δυνατοί; Κι᾿ οἱ ἄλλοι; Τί θὰ γίνουν οἱ ἄλλοι; Ἦρθες λοιπὸν στὸν κόσμο μοναχὰ γιὰ τοὺς λίγους ἐκλεκτούς; Μὰ αὐτὸ εἶναι ἕνα μυστήριο ποὺ δὲν τὸ καταλαβαίνουμε. 

Λοιπόν, ἐμεῖς τελειοποιήσαμε τὸ ἔργο Σου, καὶ κάναμε ἕνα σύστημα ποὺ νὰ μὴν χάνονται κι᾿ οἱ ἀδύνατοι. Ὥστε δὲν εἴχαμε δίκιο νὰ κάνουμε ὅπως κάναμε;(1). Δὲν ἀγαπήσαμε ἐμεῖς τὴν ἀνθρωπότητα ὅπως φερθήκαμε; Γιατί λοιπὸν ἦρθες νὰ μᾶς τὸ χαλάσης; 

Ὅλα ὅσα Σου λέγω γνωρίζω πῶς τὰ ξέρεις. Λοιπόν, γιατί νὰ Σοῦ κρύψω τὸ μυστικό μας; Ἀλλὰ ἂς Σοῦ τὸ πῶ, νὰ τ᾿ ἀκούσῃς ἀπὸ τὸ στόμα μου: «Λοιπόν, δὲν ἤμαστε μὲ Σένα, ἀλλὰ μ᾿ Αὐτὸν (τὸν διάβολο). Ἀπὸ ὀχτακόσια χρόνια πήγαμε μ᾿ Αὐτόν» (2)

Ἀπὸ ὀχτὼ αἰῶνες δεχθήκαμε ἀπ᾿ Αὐτὸν τὸ τρίτο δῶρο ποὺ Σοῦ πρόσφερε, δείχνοντάς Σου τὰ βασίλεια τῆς γῆς, κι᾿ Ἐσὺ δὲν τὰ δέχτηκες, τὰ πέταξες. Ἡ ἐξουσία εἶναι τρομερὴ δύναμη, καὶ Σοῦ τὴν πρόσφερε τὸ σοφὸ Πνεῦμα, κι᾿ Ἐσὺ δὲν τὴν πῆρες. Ἐμεῖς ὅμως τὴν πήραμε. Ναί. Πήραμε ἀπ᾿ Αὐτὸν τὴ Ρώμη καὶ τὸ σπαθὶ τοῦ Καίσαρα, κι᾿ ἀνακηρύξαμε τοὺς ἑαυτούς μας ἐπίγειους αὐτοκράτορες, μάλιστα κοσμοκράτορες, ἂν καὶ τὸ ἔργο αὐτὸ δὲν τελείωσε ἀκόμα. Καὶ ποιὸς φταίει γι᾿ αὐτό; Τὸ ἔργο μας βρίσκεται ἀκόμα στὴν ἀρχή, ἀλλὰ θὰ βαστάξῃ στὸν αἰῶνα, ὡς νὰ πεθάνῃ ἡ γῆ. Ὅπως καὶ νὰ εἶναι, ἐμεῖς θὰ τὸ τελειώσουμε, θὰ ἤμαστε Καίσαρες. 

Ἐσὺ ὅμως θὰ μποροῦσες νὰ ἀδράξῃς τὸ σπαθὶ τοῦ Καίσαρα ἀπὸ τότε ποὺ Σοῦ τὸ πρόσφερε τὸ τρομερὸ καὶ σοφὸ Πνεῦμα, πρὶν ἀπὸ χίλια πεντακόσια χρόνια. Ἂν εἶχες ἀκούσει τὴ συμβουλή του, θὰ εἶχες πραγματοποιήσει ὅσα ποθοῦν οἱ ἄνθρωποι. Θὰ εἴχανε γίνει ἕνα κοπάδι ποὺ θὰ σκέπαζε τὴ γῆ, ποὺ θὰ Σὲ προσκυνοῦσε. Γιατὶ ἡ ἀνθρωπότητα ἔχει μέσα της τὴν ἐπιθυμία νὰ γίνῃ μία παγκόσμια ὀργάνωση. Οἱ μεγάλοι κατακτητές, ὅπως ὁ Ταμερλάνος κι᾿ ὁ Τζέκις-Χάν, θελήσανε νὰ ὑποτάξουνε ὅλον τὸν κόσμο, φανερώνοντας ἔτσι κι᾿ αὐτοί, χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζουνε, πὼς ὁ πόθος τῆς ἀνθρωπότητας εἶναι νὰ κάνῃ μία παγκόσμια ἕνωση. 

Ἂν εἶχες δεχθῇ τότε τὴν ἐξουσία τούτου τοῦ κόσμου καὶ τὴ χλαμύδα τοῦ Καίσαρα, θὰ εἶχες τώρα ἱδρύσει ἕνα παγκόσμιο κράτος καὶ θὰ εἶχες χαρίσει τὴν εἰρήνη σ᾿ ὅλον τὸν κόσμο. Γιατί, ποιὸς ἄλλος μπορεῖ νὰ κυριαρχήσῃ ἀπάνω στοὺς ἀνθρώπους, παρὰ ἐκεῖνος ποὺ ἐξουσιάζει τὰ ψωμιά τους, «τοὺς ἄρτους» τους; Ἐσὺ ὅμως ἔλεγες: «Ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου». Ἀλλὰ ἐμεῖς δεχθήκαμε τὸ σπαθὶ τοῦ Καίσαρα, κι᾿ ἔτσι Σὲ πετάξαμε Ἐσένα, κι᾿ ἀκολουθήσαμε Αὐτόν, τὸ μέγα καὶ κραταιὸ Πνεῦμα. Οἱ ἄνθρωποι δὲν θὰ μπορέσουνε νὰ τελειώσουνε τὸν πύργο τοῦ Βαβὲλ ποὺ ἀρχίσανε νὰ χτίζουνε, ἂν δὲν ἀναλάβουμε ἐμεῖς, ἀλλοιῶς θὰ φαγώνουνται μεταξύ τους. Καὶ σὰν ἀναλάβουμε ἐμεῖς, τότε θὰ ἀνατείλει γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τὸ κράτος τῆς εἰρήνης καὶ τῆς εὐδαιμονίας. 

Ἐσὺ εἶσαι περήφανος γιὰ τοὺς λίγους ποὺ θὰ ἔχῃς («τὸ μικρὸν ποίμνιον», ποὺ εἶπε ὁ Χριστός, Φ.Κ.), ἐνῷ ἐμεῖς θὰ χαρίσουμε τὴν εἰρήνη καὶ τὴν εὐτυχία σὲ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Ποιὸς ξέρει ἂν κι᾿ αὐτοὶ οἱ διαλεχτοί Σου δὲν θὰ βαρεθοῦν νὰ Σὲ περιμένουνε, κι᾿ ἂν στὸ τέλος δὲν σηκωθοῦνε κι᾿ αὐτοὶ καταπάνω Σου! Ἔννοια Σου. Θὰ τοὺς πείσουμε πὼς θὰ εἶναι ἐλεύθεροι καὶ εὐτυχισμένοι, ἂν ἀφοσιωθοῦν σὲ μᾶς. Θὰ συρθοῦνε μπροστά μας καὶ θὰ κράζουνε: «Εἴχατε δίκιο· μοναχὰ ἐσεῖς γνωρίζετε τὸ μυστικὸ τοῦ Μεγάλου Πνεύματος!». Θὰ δοῦνε πὼς ἐμεῖς μπορεῖ νὰ μὴν κάνουμε ψωμὶ τὶς πέτρες, ἀλλὰ θὰ τὸ παίρνουνε ἀπὸ τὰ χέρια μας, καὶ θὰ θυμοῦνται πὼς πρὶν καὶ τὸ ψωμὶ στὰ χέρια τους γινότανε πέτρες. 

Ἐσὺ ῾μπόδισες τοὺς ἀνθρώπους νἄρθουνε σὲ μᾶς. Ἐσὺ κομμάτιασες τὸ κοπάδι καὶ τὸ ἔκανες νὰ σκορπίσῃ σὲ ἄγνωστους δρόμους. Ἀλλὰ θὰ μαζευτῇ πάλι, καὶ θὰ γίνῃ ὑπάκουο σὲ μᾶς. Κι᾿ αὐτὴ τὴ φορὰ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. 

Θὰ τοὺς χαρίσουμε ἐμεῖς μιὰ εὐτυχία ταπεινὴ καὶ ἥσυχη, ποὺ εἶναι γιὰ ἀδύναμα πλάσματα, ὅπως εἶναι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι. Θὰ τοὺς διδάξουμε τὴν ταπείνωση, ἐπειδὴ Ἐσὺ τοὺς σήκωσες πολὺ ψηλά(3), καὶ περηφανευθήκανε. Ἐμεῖς θὰ τοὺς δώσουμε νὰ καταλάβουνε πὼς εἶναι ἀδύνατα καὶ φοβιτσάρικα ἀνθρωπάρια. 

Θὰ μᾶς θαυμάζουνε καὶ θὰ εἶναι περήφανοι γιὰ μᾶς, ποὺ ἤμαστε τόσο δυνατοὶ καὶ τετραπέρατοι, καὶ γιατὶ μπορέσαμε καὶ δαμάσαμε ἕνα κοπάδι τόσο μεγάλο μὲ ἑκατομμύρια κεφάλια ποὺ θὰ σκύβουν μπροστά μας(4), θὰ τρέμουνε τὸν θυμό μας. Μὰ θὰ μᾶς ἀγαποῦνε κιόλας, γιατὶ θὰ τοὺς δίνουμε συγχώρεση τῶν ἁμαρτιῶν, ἐπειδὴ θὰ τοὺς ποῦμε πὼς ἐμεῖς ἔχουμε τὴ δύναμη νὰ σβήσουμε τὶς ἁμαρτίες τους, καὶ πὼς μποροῦνε νὰ κάνουνε ἁμαρτίες, καὶ πὼς τὶς συγχωροῦμε ἀπὸ ἀγάπη. 

Ὅλα ὅσα λέγω θὰ γίνουνε, καὶ τὸ βασίλειό μας θὰ στεριωθῇ ἀπάνω σὲ γερὰ θεμέλια. Αὔριο θὰ δῇς αὐτὸ τὸ κοπάδι, ποὺ εἶναι ὑπάκουο σὲ κάθε χειρονομία μου, νὰ πλημμυρίσῃ τὸ μέρος ποὺ θὰ προστάξω νὰ Σὲ κάψουνε, καὶ νὰ συνδαυλίζῃ τὴ φωτιά. Γιατί, ἂν ὑπάρχη ἕνας ποὺ εἶναι ἄξιος νὰ καῇ, αὐτὸς εἶσαι Ἐσύ! Αὔριο θὰ Σὲ κάψω». 

Ἐδῶ τελειώνει αὐτὸς ὁ βασανιστικὸς μονόλογος κι᾿ ἡ καταχθόνια αὐτὴ ἱστορία. Μιὰ ἱστορία συμβολική, πού, ὅπως εἴπαμε, τὴν εἶχε γράψει ὁ Ἰβὰν Καραμάζωφ καὶ τὴ διάβαζε στὸν ἀδελφό του Ἀλιόσα, τὸν καλόγερο, τὸν φανατισμένο Ὀρθόδοξο. Ὁ Ἀλιόσας κάθε τόσο ἔκοβε στὴ μέση τὸν Ἰβάν, γιὰ νὰ τοῦ κάνῃ κάποια παρατήρηση. Ἀνάμεσα σὲ ἄλλα, εἶπε καὶ τὰ παρακάτω: 

«Οἱ Ἰησουῖτες εἶναι ὁ ῥωμαϊκὸς στρατὸς γιὰ τὸ μελλοντικὸ ἐπίγειο κράτος, μ᾿ ἕναν Καίσαρα ἐπὶ κεφαλῆς, τὸν Πάπα, τὸν αὐτοκράτορα. Σκοπός τους εἶναι τὸ ν᾿ ἀποχτήσουνε δύναμη καὶ πρόστυχα ἐπίγεια πλούτη. Αὐτὸς εἶναι ὅλος-ὅλος ὁ σκοπός τους. Σὲ Θεὸ φαίνεται πὼς δὲν πιστεύουν. Τὸ μεγαλύτερο μυστικό τους, ποὺ θὰ τὸ κρύβουνε καλά, εἶναι ἡ ἀθεΐα τους. Ὁ Ἱεροεξεταστής σου, Ἰβάν, δὲν πιστεύει σὲ Θεό. Αὐτὸ εἶναι ὅλο τὸ μυστήριό του». 


Σημειώσεις: 

(1) Οἱ παπικοὶ κάνουνε μία θρησκεία βολική, μὲ θεατρινισμούς, μὲ τραγούδια, μὲ φιέστες, μὲ παρδαλὰ φορέματα, μὲ ζωγραφιὲς εὐχάριστες, κ.λπ. (Φ.Κ.). 

(2) Θέλει νὰ πῇ γιὰ τὸ σχίσμα ποὺ χώρισε τὸν Παπισμὸ ἀπὸ τὴν Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. 

(3) «Ἐγὼ εἶπα, θεοί ἐστε» (Ἰωάν. Ι´, 35) (Φ.Κ). 

(4) Οἱ παπικοὶ καυχιοῦνται καὶ περηφανεύονται γιατὶ εἶναι ἑκατομμύρια οἱ ὀπαδοί τους (Φ.Κ.) 



Feature (Side)

Πρόσφατα

Random

*

Archives

© 2013 Point of view. All rights resevered. Designed by | point me