Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

AD (728x90)

  • 2793 Pine St

  • 1100 Broderick St

  • 868 Turk St

  • 420 Fell St

Η Αντίληψη του Ερωτικού Πόθου





Όποιος κι εάν είναι ο χαρακτήρας της ερωτικής μας συνάντησης (έντονη, ιστορική, πραγματική), πραγματοποιείται πρώτα στη σφαίρα του φαντασιακού μας.
Το μυαλό μας, τείνει να μας ταυτίζει με τις προσδοκίες του άλλου, ενώ ταυτόχρονα αντιλαμβανόμαστε το άλλο πρόσωπο, ως απάντηση στις δικές μας. Υπάρχει, δηλαδή, μία αμφίδρομη σχέση, φαντασιακής προβολικής ταύτισης, όπου τα άτομα φέρνουν τις προσδοκίες τους και τη διάθεση να ταυτιστούν με τις προσδοκίες του άλλου. Το πρόσωπο του πάθους μας, τροφοδοτεί τη φαντασία και τις προσδοκίες μας, τόσο έντονα που εάν αποδειχθεί το αντίθετο, τότε αισθανόμαστε ότι ξαφνικά βρισκόμαστε μπροστά σε κάποιο άγνωστο ή ανεπιθύμητο πρόσωπο.

Τελικά, αυτό που επιθυμούμε ή/και ερωτευόμαστε δεν είναι το πρόσωπο, αλλά η εικόνα που προβάλλουμε πάνω σε αυτό, στη βάση των δικών μας προσωπικών βιωμάτων και εν συνεχεία προσδοκιών. Ο έρωτας δείχνει να είναι μία έντονη συγκέντρωση της προσοχής μας πάνω σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Όλος μας ο κόσμος γίνεται το πρόσωπο αυτό κι η πραγματικότητα μας, τείνει σταδιακά να αντικατασταθεί στη συνείδηση μας από το πρόσωπο αυτό: το πεδίο της όρασης και της προσοχής έλκονται συνεχώς από το ερωτικό μας υποκείμενο. Κάθε μας προσπάθεια να μετατοπίσουμε την προσοχή μας σε κάτι άλλο, αποβαίνει μοιραία. Τα όρια της συνείδησης μας συρρικνώνονται σε μεγάλο βαθμό, που έχουμε «μάτια» μόνον για το υποκείμενο του πόθου μας.

Η επιτυχία/ευτυχία της σχέσης μας, λέει η Melani Klein , εξαρτάται από τον βαθμό σύγκλισης των ασυνειδήτων των δύο συντρόφων. Μας αναφέρει πως, τα αισθήματα που τρέφει ένας άντρας για μία γυναίκα έχουν πάντοτε τις ρίζες τους στην πρωταρχική του σχέση με τη μητέρα του ή με το πρώτο άτομο το οποίο τον φρόντιζε. Επειδή η πρωταρχική σχέση με τη μητέρα, στην ενήλικη ζωή, δεν είναι συνειδητή, εκδηλώνεται με διάφορους ασυνείδητους τρόπους. Ως εκ τούτου, τα κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ του πρωτεύοντος υποκειμένου και της ερωτικής συντρόφου, μπορούν να έχουν κοινά εξωτερικά χαρακτηριστικά, έως τη χροιά της φωνής ή κάποιο χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς της. Ακόμα κι όταν ένας άνδρας επιλέξει μία γυναίκα, της οποίας τα χαρακτηριστικά είναι εκ διαμέτρου αντίθετα με εκείνα της μητέρας του, συμπεραίνουμε ότι η σχέση μεταξύ γιού και μητέρας, τα πρώτα χρόνια της ζωής του, είναι πιεστικά στενή. Σε τέτοιες περιπτώσεις, συχνά παρατηρείται μία εξαδέλφη ή φίλη, να λάβει τη θέση του πρωτεύοντος υποκειμένου στην ερωτική φαντασία του αγοριού. Σε γενικές γραμμές, ο άνδρας ψάχνει στις ενήλικες ερωτικές του σχέσεις να ξαναβρεί τις εντυπώσεις και φαντασίες που είχε για το πρωτεύον υποκείμενο. Στις γυναίκες ισχύει ο ίδιος κανόνας, με μόνη διαφορά ότι, ενώ το πρωτεύον υποκείμενο είναι πάντοτε το ίδιο, δηλαδή η μητέρα, στην πορεία το κορίτσι στρέφει την αγάπη της προς τον πατέρα της. 





Σύμφωνα με τον Jacques Lacan , η αφετηρία του οιδιπόδειου συμπλέγματος συμπίπτει με τη σημαντικότερη διαδικασία ωρίμανσης για την ψυχική εξέλιξη του προσώπου, καθώς αποτελεί την διαδικασία μέσα από την οποία συγκροτείται το «εγώ»: «στην αρχή της ζωής του, το παιδί είναι πλήρως εξαρτημένο από την μητέρα του και δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσει την εικόνα του στον καθρέφτη. Το «εγώ» του δεν έχει δημιουργηθεί ακόμα.» Κατά τη διάρκεια του δεύτερου έτους της ζωής του, το παιδί σιγά- σιγά θα αρχίσει να ξεχωρίζει την εικόνα του και να ταυτίζεται με αυτήν. Αυτή είναι η πρωταρχική ταύτιση. Έως τότε, η μητέρα του είναι απολύτως απαραίτητη, ώστε να το ανακουφίζει και να το ενθαρρύνει στην ψυχική του ανάπτυξη.

Ως ενήλικες, λοιπόν, αισθανόμαστε απερίγραπτη έλξη και τάση συγχώνευσης με κάποιο άλλο πρόσωπο, ως βίωμα ερωτικού πάθους. Η σχέση που θα δημιουργηθεί, τείνει να κατεδαφίζει τους υφιστάμενους φραγμούς μεταξύ των συντρόφων, ξένων έως την ώρα της ερωτικής συγχώνευσης. Όταν όλοι οι φραγμοί μεταξύ των δύο ερωτικών συντρόφων κατεδαφιστούν, τότε μάλλον αναδύεται κάθε πιθανή δυνατότητα για την επίτευξη μίας μοναδικής εγγύτητας με τον ερωτικό μας σύντροφο.

Είναι αυτή που παίζει τον πρωταρχικό ρόλο στον ψυχισμό μας, είναι ο έντονος συναισθηματικός φόρτος που μας ωθεί σε πρωτόγνωρα βιώματα με έντονο πάθος, που συνήθως δεν μπορούμε να διαχειριστούμε. Αυτός ο συναισθηματικός φόρτος, έχει συνήθως αυτή την σεξουαλική ενόρμηση που μας μετουσιώνει και μας φέρνει σε αυτήν την μοναδική κοινωνία με το αντικείμενο του πόθου μας. 



Η Χαρίκλεια Μανουσάκη είναι Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας κι Επικοινωνίας - Επιστημονική Συνεργάτης σε Θέματα Ψυχικής Υγείας και Διαχείρισης Σχέσεων
Solutions Focused Coaching, Συστημική Σύμβουλος, Συστημική Αναπαράσταση, Play Therapy, EFT, NLP, Marte Meo Διαβάστε περισσότερα

via

Ο Ραβίνος και ο Θησαυρός





Κάποτε, ζούσε στην Κρακοβία ένας Ραβίνος που λεγόταν Ισαάκ. Ένα βράδυ, ονειρεύτηκε ότι έπρεπε να ταξιδέψει στην Πράγα, όπου ένας θησαυρός βρισκόταν θαμμένος κάτω από μια μεγάλη γέφυρα στο παλάτι του βασιλιά. Ο Ραβίνος αρχικά δεν έδωσε καμία σημασία στο όνειρο, αλλά όταν το ξαναείδε για έκτη φορά, αποφάσισε τελικά να ψάξει για τον θησαυρό.

Μετά από ένα μακρινό ταξίδι, ο Ραβίνος έφτασε στην Πράγα και αμέσως κίνησε για το παλάτι. Η γέφυρα όμως φρουρούνταν μέρα – νύχτα από στρατιώτες. Ο Ραβίνος άρχισε να παρατηρεί τη γέφυρα κρατώντας απόσταση ασφαλείας, αλλά όπως στεκόταν εκεί κάθε μέρα, τελικά προκάλεσε υποψίες στον αρχηγό των φρουρών. Πλησίασε λοιπόν τον Ραβίνο και τον ρώτησε τι γύρευε στο παλάτι. Εκείνος κατάλαβε ότι ο φρουρός ήταν ευγενικός άνθρωπος και του διηγήθηκε το όνειρό του.

Ο φρουρός γέλασε δυνατά. «Αν είναι δυνατόν, Ραβίνε, φαίνεσαι σοφός άνθρωπος και παίρνεις στα σοβαρά τα όνειρα; Αν ήμουν τόσο αφελής όσο εσύ, δεν θα βρισκόμουν εδώ τώρα, αλλά στην Πολωνία. Και θα σου εξηγήσω γιατί. Βλέπω κι εγώ ένα όνειρο ξανά και ξανά. Μάλιστα, έτυχε να το δω και χτες το βράδυ. Στο όνειρό μου, μια φωνή μου λέει να πάω στην Κρακοβία, στο σπίτι κάποιου Ισαάκ και να σκάψω σε μια γωνιά της κουζίνας όπου υπάρχει ένας κρυμμένος θησαυρός. Τι λες εσύ Ραβίνε, δεν θα ήταν τρέλα αν ταξίδευα όλη αυτή τη διαδρομή ρωτώντας για κάποιον που ονομάζεται Ισαάκ; Οι μισοί άντρες σε αυτή την πόλη έχουν το ίδιο όνομα!».

Ο Ραβίνος έμεινε έκπληκτος. Ευχαρίστησε τον φρουρό και επέστρεψε στην Κρακοβία όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Έτρεξε στο σπίτι του και άρχισε να σκάβει σε όλες τις γωνιές της κουζίνας. Εκεί βρήκε έναν θησαυρό που ήταν τόσο μεγάλος, ώστε δεν τον απασχόλησαν τα χρήματα ξανά για όλη την υπόλοιπη ζωή του. 


Κάπως ετσι συμβαίνει σε όλους μας. Οι θησαυροί που αναζητούμε βρίσκονται πάντα πολύ πιο κοντά από ότι μπορεί να φανταζόμαστε. Σπάνια όμως μπορούμε να τους αντιληφθούμε αμέσως. Και έτσι, πολλές φορές, ο μόνος τρόπος για να τους ανακαλύψουμε, είναι να ταξιδέψουμε μακριά και μετά από μικρό ή μεγάλο διάστημα αναζήτησης να ανακαλύψουμε ότι ήταν πάντα εκεί, μπροστά μας

Ίσως ο θησαυρός δεν βρίσκεται καν κάπου εκεί έξω, αλλά μέσα μας, στα συναισθήματα και στο νου μας. Εκεί βρίσκονται όλες οι απαντήσεις και τα εργαλεία που χρειαζόμαστε να φτάσουμε την πολυπόθητη ευτυχία.

via

Εξαρτήσεις και Δημιουργικότητα




«Ο εθισμός δεν χορταίνει από αυτό που δεν θέλεις πια»


Ας παρατηρήσουμε για λίγο τη ζωή μας και θα ανακαλύψουμε πλήθος εθισμών, τελετουργιών, συνηθειών, καταναγκασμών. Που εξυπηρετεί μια δομημένη προβλέψιμη καθημερινότητα; Σαν η ίδια η καθημερινότητα να απαιτεί να γίνουμε εθισμένα-εξαρτημένα άτομα, για να «τη βγάλουμε». Τα πάντα είναι προγραμματισμένα. Και εμείς προγραμματίζουμε τον εαυτό μας για να ανταπεξέλθει στο πρόγραμμα. Μου έρχεται στο μυαλό η έννοια του νευρωτικού ανθρώπου του Freud. H βάση του νευρωτικού ανθρώπου, είναι το άγχος (και κατόπιν η γνωστή Κυρία Ενοχή). Είμαστε «στην πρίζα».
Ναι, θέλεις να ζήσεις και για να ζήσεις χρειάζεσαι λεφτά. Για να έχεις λεφτά, πρέπει να δουλέψεις. Και πού χάνεται το παιχνίδι και φτάνουμε στο σημείο να ζούμε για να δουλεύουμε και όχι να δουλεύουμε για να ζούμε; Και πώς ξεχάσαμε τι θα πει να ζούμε..!
Θυμάμαι μια φίλη που ως «μάρτυρας» έβγαζε 14ωρα σε μια δουλειά που απεχθανόταν και «την αρρώσταινε» (δουλεύοντας συχνά και συχνά και Σαββατοκύριακα). Χρειαζόταν 2 ώρες να πάει και να έρθει, σπαταλώντας βενζίνη, έτρωγε εκεί πρωινό και μεσημεριανό από τα delivery της γειτονιάς, χρησιμοποιούσε το κινητό της για επικοινωνίες της δουλειάς και επέστρεφε στο σπίτι κατάκοπη με τα νεύρα σμπαράλια, μόνο και μόνο για να φάει με το άγχος και τη σιχαμάρα για την επόμενη μέρα. Τώρα πείτε μου, αν αυτό είναι η ζωή που εννοούσε ο οποιοσδήποτε Θεός όταν μας έδωσε το δώρο! Αυτό λοιπόν που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι, μιας και σπατάλαγε πάνω από το μισό μισθό της στη βενζίνη, το φαί και το κινητό, και ενώ ήταν όχι απλά δυσαρεστημένη αλλά «σκασμένη» από τη δουλειά της, συνέχιζε να δουλεύει εκεί.
Κατόπιν, χρειάζεται κάπου να ξεσπάσεις, και εκεί καλά κρατούν οι εθισμοί. Η συγκεκριμένη είχε εθισμό στο φαγητό. Η γευστική απόλαυση έδινε την παρηγοριά, το «αλάτι» της ζωής, την ηδονή και ταυτόχρονα έδινε τροφή στη νευρωτική κατάσταση με νέο κύμα ενοχών, αυτοκαταστροφής, αυτουποτίμησης, στρες. Και μετά δουλειά για να μη τα σκεφτόμαστε. Και παράπονο. Θλίψη.
Εθισμοί από το Άλφα ως το Ωμέγα
Προτείνω εδώ, να δούμε τους εθισμούς με μια ευρύτερη έννοια.
Με μια πρώτη πλοήγηση στο διαδίκτυο, θα δείτε ότι μπορεί να είμαστε εθισμένοι από το Αλφα-γράμμα της αλφαβήτου ως το Ωμέγα, σε
• Ουσίες
• Αντικείμενα
• Συμπεριφορές
• Συναισθήματα
Αναφέρω κάποια από αυτά:
Μπορούμε να είμαστε εθισμένοι σε
Φάρμακα (ασπιρίνες, αντικαταθλιπτικά,αγχολυτικά κλπ). Φαί. Γυμναστική-άσκηση. Τζόγος. Ψώνια shopping. Σεξουαλικές δραστηριότητες. «Βιντεοπαιχνίδια». Internet. Δουλειά. Πορνογραφία .Λεφτά .Τηλεόραση. Κλοπή (κλεπτομανία). Δύναμη-εξουσία. Ψέματα. Φήμη-δόξα. Αδρεναλίνη. Θεός και θρησκεία. Πολιτική.Τελειότητα. Ανθρώπους και σχέσεις. Στην αγάπη. Μπορούμε να είμαστε εθισμένοι ακόμα και με τον ίδιο μας τον εαυτό!
Ο,τιδήποτε γίνεται σε υπερβολικό βαθμό και καταναγκαστικά, μπορεί να ειδωθεί ως εθισμός.
Όταν λέμε καταναγκαστικά, δεν εννοούμε ότι δεν παίρνουμε απόλαυση από το αντικείμενο του εθισμού ή την εθιστική συμπεριφορά τη στιγμή που συμβαίνει. Εννοούμε ότι υπάρχει μια έντονη παρόρμηση για αυτά και κατόπιν μπορεί να μετανιώνουμε και να αισθανόμαστε ενοχές-που αυξάνουν το στρες.
Επίσης, ότι αν στερηθούμε το αντικείμενο του εθισμού εντελώς, δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε κανονικά, να συνεχίζουμε τις ζωές μας χωρίς τον εθισμό. Η «δόση» μας είναι απαραίτητη. Πρόκειται για ουσίες, αντικείμενα, συμπεριφορές ή συναισθήματα που γίνονται μέρος της καθημερινότητας και απαραίτητα για να συνεχίζουμε. Για παράδειγμα, αν σου πουν «δεν θα ξαναπιείς καφέ ποτέ», εσύ δεν μπορείς να το αντέξεις ή να το διανοηθείς.






Οι εθισμοί, προκαλούν φυσιολογική-σωματική και ψυχική ανάγκη σε αυτόν που υποφέρει. Είναι μια εξάρτηση σε κάτι είτε χημική, είτε διανοητική, είτε συναισθηματική. Σχετίζονται νευρολογικά με συστήματα επιβράβευσης και κινήτρων.
Άλλες έννοιες που σχετίζονται με τους εθισμούς, είναι η εμμονή, ο καταναγκασμός, ο παρορμητισμός, η ανακούφιση. Συχνά «επακόλουθα» τον εθισμών είναι το άγχος και η κατάθλιψη.
Οι εθισμένοι άνθρωποι, μπορεί να δομούν τη ζωή τους με τέτοιο τρόπο ώστε να συμπεριλαμβάνει τον εθισμό ή την εθιστική συμπεριφορά, πράγμα που προσφέρει ευχαρίστηση-τουλάχιστον παροδική, με αποτέλεσμα συχνά να αποκλείουν τον εαυτό τους από το πλήρες δυναμικό τους για χαρά, ευτυχία. Ίσως κάποια στιγμή ο εθισμένος άνθρωπος να συνειδητοποιήσει ότι η ζωή του πέρασε με εκείνον να έχει αποκλείσει πολλές άλλες ευκαιρίες απόλαυσης, για χάρη αυτής του εθισμού. Στην πραγματικότητα, οι εθισμοί τείνουν να περιορίζουν την ατομικότητα των ανθρώπων ωθώντας τους σε συγκεκριμένες συμπεριφορές και προς την απομόνωση.
Τώρα θα μου πείτε, αν όλα- ουσίες, συμπεριφορές, συναισθήματα- μπορούν να είναι εθισμοί, τότε τι κάνουμε;
Στο DSM (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disordes), μπορείτε να βρείτε την επιστημονική περιγραφή του τι θεωρείται εθισμός και τα κριτήρια διάγνωσης. Στο παρόν άρθρο, με αφορμή την έννοια του εθισμού, θέλω να μας βάλω να σκεφτούμε λίγο ευρύτερα για το πώς τον συμπεριλαμβάνουμε στη ζωή μας, ακόμα και αν δεν είμαστε εθισμένοι με την κλινική έννοια, δηλαδή να κάνουμε παραλληλισμούς και συσχετίσεις.

Γιατί δομούμε τη ζωή μας στις εξαρτήσεις;

Από την άποψη της ψυχολογίας, μπορούμε να πούμε ότι ο εθισμός είναι μια ανάγκη συναισθηματικής ικανοποίησης: μιας αίσθησης ασφάλειας, ή της αίσθησης παρηγοριάς-αγάπης, ή ακόμα και μιας αίσθησης «ελέγχου» πάνω στη ζωή.
Ενώ αρχικά η εθιστική πράξη συνοδεύεται από συναισθήματα απόλαυσης, χαράς, ανακούφισης, από ένα σημείο και μετά γίνεται αναγκαία για τα συναισθήματα αυτά. Ακόμα όμως και η απόλαυση, είναι συχνά μόνο επιφανειακό του γιατί μας χρειάζεται ο εθισμός. Διάφορες αιτίες, περιστατικά της ζωής μας, γεγονότα, τραυματικές εμπειρίες μπορεί να βρίσκονται κάτω από έναν εθισμό και να τον πυροδοτούν.
Από κοινωνιολογικής πλευράς, οι εθισμοί μπορεί να προκύπτουν και ως αποτέλεσμα του νευρωτικού τρόπου ζωής των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών- ως απάντηση-άμυνα στο στρες, ή ως συμμόρφωση με κοινωνικά πρότυπα και αξίες ή νοοτροπίες ζωής.
Από μια υπαρξιακή-φιλοσοφική σκοπιά θα λέγαμε ότι οι εθισμοί, δηλαδή η ανάγκη μας για εξάρτηση, μπορεί να περιλαμβάνει το φόβο του θανάτου, ή της αδυναμίας μας να πιστέψουμε και να αναλάβουμε την ελευθερία μας, της αίσθησης κενού-ματαιότητας (ψάχνουμε κάτι για να νιώσουμε έκσταση).
Από μια «πνευματική» σκοπιά, η εξάρτηση προκύπτει όταν έχουμε χάσει την επαφή με το κέντρο – την αυθεντική μας εσωτερική πηγή ή την ψυχή μας. Αυτό που ψάχνουμε με τους εθισμούς είναι στην πραγματικότητα η αγνή χαρά παρά η επιφανειακή ικανοποίηση των αισθήσεων ή η αποφυγή των συναισθημάτων. Οι εθισμοί είναι μια ατυχής προσπάθεια να ικανοποιηθεί η λαχτάρα μας για πνευματική τροφή-ολοκλήρωση, η λαχτάρα για πνευματικότητα ή επαφή με το υπερβατικό.
Ίσως παράγοντες όλων των παραπάνω συνδυάζονται και συνυπάρχουν ταυτόχρονα που μας ωθούν στο να γινόμαστε εξαρτησιακές προσωπικότητες (addictive personalities).

Αποδεσμεύοντας τις εξαρτήσεις

Τώρα, ο σκοπός αυτού του άρθρου δεν είναι να μας πάρει από κάτω διαβάζοντας όλα αυτά. Έχει σημασία να μπορέσεις να παρατηρήσεις τους εθισμούς σου, χωρίς να κρίνεις ή να κατακρίνεις τον εαυτό σου.
Το επόμενο βήμα της παρατήρησης και συνειδητοποίησης, είναι να αρχίσεις να σπας έναν-έναν τους εθισμούς, τουλάχιστον αυτούς που μπορείς.
Το κλειδί βρίσκεται στο να αντικαταστήσεις τον εθισμό με μια νέα προοπτική και νοοτροπία έξω και πάνω από την παγίδα μέσα στην οποία ασυνείδητα σκλάβωσες τον εαυτό σου μέσω της εξάρτησης.
Προς αυτή την κατεύθυνση, διαθέτουμε ένα καταπληκτικό εφόδιο, που είναι η δημιουργικότητα!
Η δημιουργικότητα συνδέεται με
τη φαντασία,
την ευελιξία,
την καινοτομία/πρωτοτυπία,
τον αυθορμητισμό,
τη διαίσθηση
και την ικανότητα να μη φοβάσαι την αποτυχία ή το να κάνεις λάθος, αλλά να τα αντιλαμβάνεσαι ως αναπόσπαστο στάδιο μάθησης.
Μπορούμε λοιπόν να γίνουμε δημιουργικοί στον εθισμό, όχι με το να πούμε όχι στον εθισμό πολεμώντας τον, αλλά με το να πούμε ναι σε νέα πράγματα, καταστάσεις που θα παράγουν νέα συναισθήματα και θα διευρύνουν την αντίληψή μας και τις νοοτροπίες μας.
Όταν δούμε τι άλλο υπάρχει πέρα από τον εθισμό και μας αρέσει, τότε ίσως δεν έχουμε πια ανάγκη τον εθισμό. Όταν γεμίσουμε με νέα ενδιαφέροντα πράγματα και συναισθήματα, τότε ίσως η ένταση και η εξάρτηση του εθισμού να μπει στο παρασκήνιο. Ίσως δημιουργηθούν νέα πράγματα, νέες ασχολίες, νέοι άνθρωποι, νέα συναισθήματα που να μη συνάδουν πια με τον εθισμό. Ο εθισμός έτσι θα αποδυναμωθεί από μόνος του.
Για να δούμε όμως τι υπάρχει πέρα από τον εθισμό, πρέπει να πούμε ναι και να τολμήσουμε σε πράγματα που πριν δεν θα επιλέγαμε, ή θέλαμε να επιλέξουμε αλλά φοβόμασταν, πρέπει να σπάσουμε τη ρουτίνα, τη συνήθεια, να γίνουμε ανορθόδοξοι για τα δεδομένα μας:

Πότε ήταν η τελευταία φορά που έκανες κάτι για πρώτη φορά;

Πες περισσότερα ναι εκεί που θα έλεγες όχι. Αντέστρεψε τα δεδομένα. Φέρε τον εαυτό σου προ εκπλήξεως. Η καινοτομία σε μια προγραμματισμένη και προβλέψιμη ζωή, ανοίγει το εύρος της αντίληψης και συνείδησης και έτσι μπορείς να απαλλαγείς από τα στερεότυπα με έναν έμμεσο τρόπο.
Η διαδικασία της ψυχοθεραπείας μπορεί επίσης να σε βοηθήσει να ανακαλύψεις τη φύση των εθισμών σου και να ανοίξεις σε νέες συμπεριφορές και λειτουργίες. Να δεις τα πράγματα από άλλη προοπτική. Να τολμήσεις να δοκιμάσεις νέες δράσεις που βασίζονται σε νέες νοοτροπίες και αυθεντικούς στόχους για τη ζωή σου. Η ίδια η απόφασή σου να ξεκινήσεις ψυχοθεραπεία είναι από μόνη της μια καινοτομία: φτάνοντας στο γραφείο ενός ψυχοθεραπευτή, σημαίνει ότι ήδη έχεις κάνει πολλή δουλειά μέσα σου και σηματοδοτεί την αποφασιστικότητά σου να φύγεις από κάτι παλιό προς τα νέα πράγματα που επιθυμείς να είσαι.
Προτεινόμενη Βιβλιογραφία
A.C.Moss,K.R.Dyer (2010). Psychology of Addictive Behaviour.Palgrave MCMillan
C.Nakken (2006). To προφίλ του εθισμού. Εκδ.Ισόρροπο
D.Chopra (1998). Overcoming addiction: the spiritual solution.Three Rivers Press,N.York.
Shadock J.S., Sadock V.A. (2001). Kaplan ‘s & Shadock ’s Εγχειρίδιο Κλινικής Ψυχιατρικής. Επιστημονικές εκδόσεις ΠΑΡΙΣΙΑΝΟΥ Α.Ε., Αθήνα.
Δανάη Χορομίδου – ψυχολόγος, απόφοιτος Παν/μίου Αθηνών – ψυχοθεραπεύτρια-ψυχοδραματιστής
 Συνεργάτης του ΨΥΚΑΠ - Ιστότοπος: www.danaichor.blogspot.gr

via

"Η υπομονή αγιάζει"







Πριν μερικά χρόνια μία κυρία έστειλε ένα γράμμα στον μακαριστό γέροντα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη και του έγραφε ότι έχει πολλά βάσανα, μεγάλο σταυρό και δεν μπορεί να σηκώσει τον Σταυρό της.


Και ο γέροντας Εφραίμ της απάντησε: «Μου γράφεις ότι έχεις πολλά βάσανα. Και εγώ σου λέγω τόσο το καλύτερο για την ψυχή σου! Ο Θεός που σου δίδει αυτά τα βάσανα γνωρίζει ότι τόσα βαστάζεις, σε τόσα αντέχει η ψυχή σου, αν σου δώσει περισσότερα θα πέσεις, εάν σου δώσει ολιγότερα βάσανα σε αδικεί, από αιώνιο μισθό, από αιώνια χαρά.



Εις τα μέρη των Αθηνών ήτο ένας παπουτσής πολύ σκληρός άνθρωπος, είχε ένα κοριτσάκι μικρό, το όποιο πολύ το παίδευε. Το καημένο έκανε υπομονή έως ότου χτίκιασε, δηλ. έπαθε φυματίωση, και έπεσε στο κρεβάτι. Δεν γόγγυζε, δεν αντιμιλούσε του θετού πατέρα της, αλλά ήταν όλο υπομονή. Στο τέλος πέθανε, αφού προηγουμένως μία Γερόντισσα το έκανε καλογριούλα και το ονόμασε Ανυσία μοναχή. Όταν της έκαναν ανακομιδή τα λείψανά της ευωδίασαν. Αυτό είναι σημάδι αγιότητας. Βλέπετε πως πληρώνει ο Χριστός την υπομονή; Εάν γνωρίζαμε τα αιώνια αγαθά, που θα μας χαρίσει ο Πανάγαθος Θεός θα τον παρακαλούσαμε να έχουμε εδώ πάντοτε θλίψεις, βάσανα και πίκρες, για να χαιρόμαστε εκεί αιωνίως. Η Εκκλησία μας λέγει ότι, εάν ο άνθρωπος γνώριζε τα αιώνια αγαθά θα υπέμεινε ευχαρίστως όλες τις θλίψεις και τα βάσανα από κτίσεως κόσμου μέχρι της συντέλειας του αιώνος, για αυτά τα ανέκφραστα αγαθά, αλλά επειδή δεν γνωρίζει για αυτό εύκολα απογοητεύεται και εύκολα απελπίζεται. 








Στην Κρήτη μία γυναίκα πολύ υπέφερε από τον άνδρα της. Ήσαν φτωχοί, πάμφτωχοι. Ο άνδρας ήτο καπνιστής μανιώδης και έπινε πολύ. Όταν δεν είχε χρήματα για το πιοτό και τα τσιγάρα στη γυναίκα του ξεθύμαινε και πολύ ξύλο της έδινε. Μία βραδιά πήγε στο σπίτι του και πολύ χτύπησε τη γυναίκα του. Αυτή όμως, Μαρία το όνομα της, υπέμενε γενναίως και όλο την Παναγία επεκαλείτο. Τα μεσάνυχτα σηκώθηκε, χτενίστηκε, φόρεσε τα καλά της ρούχα και πλάγιασε, για να μην ξυπνήσει πλέον. Απέθανε. Όταν, μετά ένα χρόνο, την έκαναν ανακομιδή όλος ο τόπος ευωδίασε. Δεν είχαν ακόμη φτάσει σκάφτοντας στα οστά της και μία άρρητος ευωδιά εξήλθε. Όταν έβγαλαν τα οστά της γέμισε ο τόπος αρρήτου ευωδιάς. Έκλαιγαν όλοι. Ο άνδρας της συγκινημένος και αυτός άλλαξε πλέον βίο. Σταμάτησε να καπνίζει και να πίνει και έζησε εν ειρήνη και μετάνοια. Έτσι λοιπόν βραβεύει, έτσι ανταμείβει ο Χριστός εκείνους πού κάνουν υπομονή. Μακάρι με τις ευχές του μακαριστού Γέροντος Εφραίμ του Κατουνακιώτη ο Χριστός να χαρίζει την αγία υπομονή του σε όλους μας.


Τον Μάιο του 1988 επισκέφτηκε τον Γέροντα Παΐσιο ένας φίλος μου αρχιμανδρίτης. Ανάμεσα στα άλλα σοφά που του είπε ο γέροντας τόνισε ιδιαίτερα την ανάγκη της υπομονής θυμίζοντας τα λόγια του Χριστού: «Εν τη υπομονή υμών κτήσασθε τας ψυχάς υμών» Όταν ο αρχιμανδρίτης τον ρώτησε: «Γιατί πάτερ δεν πάτε σε γιατρό, για να ανακουφιστείτε από τους πόνους;», ο Γέροντας απάντησε: «Πάτερ, ιερεύς εσείς με ρωτάτε γιατί δεν πάω στους γιατρούς; Ότι κερδίζουμε με τις προσευχές, με τις νηστείες, με τον αγώνα που νομίζουμε ότι κάνουμε, τα ξοδεύουμε. Για αυτό πρέπει να κάνουμε αποταμίευση, υπομένοντας τις θλίψεις πού επιτρέπει ο Θεός».


Μετά του διηγήθηκε μία πολύ διδακτική ιστορία: Εδώ στην Αθωνιάδα Σχολή είναι δύο αδέρφια, που προέρχονται από πρώην μουσουλμανική οικογένεια. Ο πατέρας αυτών των παιδιών, αν και δεν ήξερε πολλά πράγματα, δεν ικανοποιείτο από τη μουσουλμανική θρησκεία. Έβλεπε τη χριστιανική θρησκεία ανώτερη από τη μουσουλμανική, για αυτό φρόντισε, κατηχήθηκε και βαφτίστηκε Χριστιανός Ορθόδοξος. Δεν καταλάβαινε πολλά πράγματα. Όμως δυο πράγματα έλεγε συνεχώς και προσπαθούσε να τα εφαρμόζει. Πρώτον ότι πρέπει να τηρούμε τις εντολές του Θεού, για να πετύχουμε τη σωτηρία μας και δεύτερον ότι ο Χριστός είναι δίκαιος.


Από την ώρα που έγινε Ορθόδοξος, η γυναίκα του και οι δικοί του τού κήρυξαν τον πόλεμο. Όταν πήγαινε και γονατιστός προσευχόταν σε ένα δωμάτιο, η γυναίκα του τον ειρωνευόταν και του έλεγε: «Άντε καημένε, δεν υπάρχει τίποτα, δεν υπάρχει Χριστός, μόνο Αλλάχ υπάρχει και Μωάμεθ». Εκείνος όμως συνέχιζε τον πνευματικό του αγώνα με υπομονή. Ένας μουσουλμάνος ιερέας, για να τον καταφέρει να επιστρέψει στη μουσουλμανική θρησκεία είπε στη γυναίκα του και στους δικούς του να μην του δίνουν φαγητό και να μην του δίνουν ρούχα να αλλάζει. Είπε ακόμη στη γυναίκα του, την ώρα που ο άνδρας της προσεύχεται να παίρνει έναν κουβά νερό και να τον περιλούζει και έπειτα να μην του δίνει ρούχα να αλλάζει. Αυτά, λοιπόν, εφάρμοσαν η γυναίκα του και οι δικοί του. Εκείνος όμως με θαυμαστή υπομονή και καρτερία αγωνιζόταν τηρώντας τις εντολές του Θεού. Δεν θύμωνε και δεν αγανακτούσε και αν βρισκόταν κανένα ξεροκόμματο το έτρωγε. Ακόμη συνέβη και το εξής θαυμαστό. Αυτός εργαζόταν στη Νομαρχία. Εκεί έβλεπε τις αδικίες που γίνονταν και δεν το άντεχε. Έτσι παραιτήθηκε από την δουλειά του και προτίμησε να εργάζεται ως οικοδόμος.


Το μαρτύριό του κράτησε περισσότερο από δύο χρόνια, ώσπου μία ευλογημένη μέρα, την ώρα που προσευχόταν, η γυναίκα του πήγε και γονάτισε δίπλα του. Εκείνος ξαφνιασμένος τη ρώτησε: «Τί θέλεις γυναίκα;» Εκείνη απάντησε συγκινημένη, θέλω να προσευχηθώ και εγώ και θέλω να γίνω και εγώ χριστιανή. «Γιατί είδες τίποτα;» τη ρώτησε πάλι. «Σκέφτηκα, απάντησε εκείνη, ότι αν ο Θεός των χριστιανών ήταν τόσο καλός σαν εσένα, τότε θα ήταν πολύ καλύτερος από τον Αλλάχ και τον Μωάμεθ. Τώρα που εσύ αγωνίζεσαι να μοιάσεις στο Θεό, σκέφτομαι πόσο καλύτερος είναι ο Θεός των χριστιανών». Πράγματι μετά από λίγο καιρό έγιναν και αυτή και τα παιδιά τους χριστιανοί Ορθόδοξοι.


Όταν τα δυο αδέρφια πήγαν για πρώτη φορά στο Κελλί του Γέροντα Παϊσίου δεν έφαγαν το λουκούμι και δεν ήπιαν το νερό που είχε ο πατήρ Παΐσιος για τους προσκυνητές. Όταν το είδε αυτό ο γέρων Παΐσιος τα ρώτησε γιατί δεν έφαγαν το λουκούμι και εκείνα απάντησαν: «Θέλαμε πάτερ πρώτα να προσκυνήσουμε στο εκκλησάκι σας και έπειτα να φάμε λουκούμι». Κι ο πατήρ Παΐσιος θαύμασε τη συμπεριφορά αυτών των παιδιών λέγοντας: «Τόσοι άνθρωποι έρχονται να με δουν, αλλά μόνο αυτά τα παιδιά φέρθηκαν με αυτόν τον τρόπο».


Βλέπετε αδελφοί μου, πόσο αναγκαία και πόσο σπουδαία είναι η αρετή της υπομονής και πόσο ευεργετικά και σωτήρια αποτελέσματα έχει; Μακάρι με τις ευχές του μακαριστού γέροντα Παϊσίου ο Θεάνθρωπος Κύριος να χαρίζει σε όλους μας αυτή τη μεγάλη και σωτήρια αρετή. 



(Νικόλαος Βοϊνέσκος)

--------------------------------------------
(από το περιοδικό «ΠΡΩΤΑΤΟΝ», Απρίλιος –Ιούνιος 2013, Αριθ. 130)
via

Τὰ καρκινώματα τὰ «ξηλώνουν», δὲν τὰ ἀναζωογονοῦν - «Ἕνας ὑπόνομος ἀναθυμιάσεων, ποὺ δηλητηριάζει ἐδῶ καὶ δεκαετίες ἕναν ὁλόκληρο λαό».




ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ.»: Ὅταν πρὸ τριακονταετίας διαλαλοῦσαν τὸ ἐμπόρευμά τους καὶ ἐπαγγέλλονταν μεσσιανικὰ τὴν «Ἀλλαγή», δὲν ψεύδονταν (ὅπως νομιζόταν). Ἔλεγαν τὴν ἀλήθεια: ὑπόσχονταν δηλ. «Ἐξαλλαγή» (ἢ Μετάλλαξη. Ὡς γνωστὸν στὴν ἰατρικὴ ὁ ὅρος αὐτὸς σημαίνει οὐσιαστικῶς τὸν καρκίνο: Ὅταν δηλ. ἕνα γονίδιο, λόγῳ βλάβης, προκαλεῖ τὴν γένεση καρκινικῶν κυττάρων καὶ τὸν σχηματισμὸ κακοήθων ὄγκων, τότε λέγεται πὼς ἔχει ὑποστεῖ ἐξαλλαγή, καὶ ἔχει μετατραπεῖ σὲ ὀγκογονίδιο.). Καὶ τὴν πέτυχαν τὴν Ἐξαλλαγή. Ἕνας ὁλόκληρος λαὸς ἐξαλλάχθηκε. Ἀλλοτριώθηκε. Ἐκμαυλίστηκε. Ἀποκόπηκε ἀπὸ τὶς παραδοσιακές του Ἀξίες μεθοδικὰ καὶ χειρουργικά. Καὶ ἔγινε ἀγνώριστος.

.               Γνωστή, πασίγνωστη ἡ φράση τοῦ Ἀβραὰμ Λίνκολν (1809-1865), «μπορεῖς νὰ τοὺς ἐξαπατᾶς ὅλους γιὰ λίγο καιρό, λίγους ὅλο τὸν καιρό, ἀλλὰ ὄχι ὅλους γιὰ ὅλο τὸν καιρό». Κι ὅμως σὲ τούτη ἐδῶ τὴν χώρα «ποτὲ τόσο λίγοι, δὲν ἐξαπατοῦν τόσο πολλούς, ὅλο τὸν καιρό». Τὸ «ἐξαπατοῦν» εἶναι ἐνεστώτας διαρκείας, ὅπως λέμε στὴν γραμματική, διότι διαρκεῖ καὶ διαιωνίζεται ἡ ἐξαπάτηση τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὸ πυορρέον ἀπόστημα ποὺ ὀνομάζεται ΠΑΣΟΚ.
.               Εἶναι καταπληκτικό! Κανέναν δὲν ἐκφράζει, οἱ πάντες τὸ ἀπεχθάνονται, πλὴν εὐαρίθμων, ἀμετανοήτων ζητωκραυγαστῶν. Κι ὅμως, τὸ καρκίνωμα βρίσκεται στὴν ἐξουσία. Κρίσιμες καὶ κομβικὲς θέσεις τοῦ κρατικοῦ μηχανισμοῦ, τὶς κατέχουν κομματικοὶ σαλταδόροι, ἀνίκανες μετριότητες. Οἱ βατραχομυομαχίες καὶ οἱ καμποτινισμοὶ τῶν στελεχῶν του ἀκόμη ἀποτελοῦν εἴδηση. Χυδαιολογεῖ -«ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας τὸ στόμα λαλεῖ»- κάποια Τώνια Ἀντωνίου, ἡ ὁποία ψήφιζε μὲ χέρια καὶ ποδάρια, τὰ καταστρεπτικὰ «μνημόνια» καὶ τὰ ΜΜΕ (Ἐπιρροῆς-Ἐπιβολῆς-Ἐκχαυνώσεως-Ἐκμαυλισμοῦ-Ἐξαχρειώσεως) προβάλλουν τὰ λεκτικὰ κοπρίσματά της, ἕνα εἶδος ἐπαίνου γιατί «τὰ λέει ἔξω ἀπὸ τὰ δόντια». Κι ἐδῶ εἶναι καὶ ὁ τρισάθλιος Φαρισαϊσμὸς καὶ ἡ ἐμετικὴ ὑποκρισία τοῦ συστήματος. Ὅταν ἀκούγονται ἀπὸ Χρυσαυγίτες ὑβρεοβωμολοχίες, διαρρηγνύουν τὰ ἱμάτιά τους οἱ συνήθεις γυμνοσάλιαγκες τῆς παραπολιτικῆς, ὑποδύονται τοὺς πνευματικοὺς θεματοφύλακες τῆς ἠθικῆς τοῦ λαοῦ. Ὅταν βρίζει ἡ κ. Τώνια, εἶναι ἐλευθεροστομία καὶ μαγκιὰ (τσογλανομαγκιά). Ὅσοι καντιποτένιοι κηφῆνες αὐτοεντάσσονται ἐντὸς τοῦ λεγομένου εὐφημιστικῶς «δημοκρατικοῦ τόξου», ἀπολαμβάνουν ἀσυλία καὶ ἀνοχὴ λόγων καὶ πράξεων. Ἡ βορβορώδης εὐτέλεια, ἡ φαυλολογία καὶ ἡ αἰσχροήθεια ἐπιτρέπονται στοὺς τοξοδημοκράτες καὶ ἂς καταρρακώνεται τὸ δημόσιο ἦθος. Ὁ δὲ πρωθυπουργὸς ἀντὶ νὰ διώξει κλωτσηδὸν τὰ ὑπολείμματα, τὰ σέρνει μαζί του. Δὲν κατανοεῖ ὅτι στὴν παροῦσα συγκυρία, ἡ μεγαλύτερη εὐεργεσία γιὰ τὸν τόπο θὰ ἦταν νὰ ἀποτινάξει ἀπὸ πάνω του τὸ πασοκικὸ ὄνειδος. Νὰ τοὺς ἀφαιρέσει τὸν ἔσχατο συγκολλητικό τους ἱστό, τὸ κίνητρο τῆς καννιβαλικῆς συνύπαρξής τους: Τὴν ἐξουσία. Δὲν καταλαβαίνει ὅτι μ τν ξαφάνιση ατο τοῦ κόμματος κλείνει νας πόνομος ναθυμιάσεων, πο δηλητηριάζει δ κα δεκαετίες ναν λόκληρο λαό!
.               Εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουμε ὑπουργὸ παιδείας στέλεχος τοῦ κόμματος ποὺ μαγάρισε τὴν παιδεία τοῦ λαοῦ;

 

 

 


.               Ἐρωτῶ: Ποιός δίδαξε σὲ παιδιὰ 13 ἐτῶν νὰ πραγματοποιοῦν καταλήψεις καὶ βανδαλισμούς, στὰ σχολεῖα μὲ αἴτημα, παλαιότερα, τὴν κατάργηση τῶν ἐξετάσεων; Μήπως βελτιώθηκε ἡ ἐκπαίδευση ἀπὸ τὶς καταλήψεις; Ποιός, μέσῳ τοῦ καταστρεπτικοῦ νόμου-πλαισίου τοῦ 1982, εὐνόησε τὴν ἀναξιοκρατία, τὴν εὐνοιοκρατία, τὸν Νεπωτισμὸ καὶ τὴν… «ἐνδογαμία» στὰ ΑΕΙ. (Δηλαδὴ ἡ πλήρωση θέσεων ΔΕΠ σ’ ἕνα τμῆμα ἀπὸ ἄτομα ποὺ ἔκαναν τὸ διδακτορικό τους ἐκεῖ). Τὸ 2007 ὁ καθηγητὴς Χαρ. Μουτσόπουλος δήλωσε, ὅτι περισσότεροι ἀπ’ τοὺς μισοὺς καθηγητὲς στὸ τμῆμα του (ἰατρικὴ) «κληροδότησαν» τὶς θέσεις τους στὰ παιδιά τους («Βῆμα», 14.1.2007). Ποιός ποινικοποίησε τὴν πειθαρχία καὶ ἐπέβαλε τὴν ἀτιμωρησία στὸ σχολεῖο, καρυκεύοντας τὴν διάλυση μὲ τὸ ἀπατηλὸ σύνθημα «ΠΡΩΤΑ Ο ΜΑΘΗΤΗΣ»;
.               Ἔχω κρατήσει ἐπιστολὴ μιᾶς καθηγήτριας τεχνικοῦ λυκείου, στὴν ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ τῆς 5ης Νοεμβρίου 1991. Ἤμουν νεοδιόριστος δάσκαλος, ἄψητος καὶ «ἄβγαλτος» καὶ μοῦ προκάλεσε μεγάλη ἐντύπωση. «Μέσα στὴν τάξη τὴν ὥρα τοῦ μαθήματος κάθε παιδὶ συμπεριφέρεται, ὅπως νομίζει. Ἄλλος κάθεται μὲ τὰ πόδια ἁπλωμένα στὸ διπλανὸ θρανίο, ἄλλος κοιμᾶται ἢ προκλητικὰ κάνει πὼς κοιμᾶται. Ἄλλος μιλάει ἢ χασκογελάει μὲ τὸν διπλανό του καὶ ἄλλοι τραγουδοῦν χτυπώντας ρυθμικὰ τὰ θρανία. Συχνὰ μαθήτριες βγάζουν καθρεφτάκι καὶ τσατσάρα καὶ χτενίζονται ἢ βάφουν τὰ νύχια τους. Συμβαίνει, ἐπίσης, ἕνας μαθητὴς νὰ βγαίνει ἀπὸ τὴν τάξη, χωρὶς νὰ ζητήσει ἄδεια. Ὅταν τὸν ρωτήσεις ποῦ πάει, μπορεῖ νὰ λάβεις τὴν πιὸ προκλητικὴ ἀπάντηση: Ὅτι πηγαίνει ἔξω νὰ πάρει ἀέρα ἢ ὅτι πείνασε καὶ πηγαίνει νὰ φάει. Ἡ πιὸ συνηθισμένη ἀπάντηση σὲ παρατήρηση εἶναι: Καὶ τί ἔγινε; Ἢ «ποιό τὸ πρόβλημα ἢ ποιόν ἐνοχλῶ;». Σήμερα ἔχουν τὰ κινητὰ καὶ «συζητοῦν» ἐν ὥρᾳ μαθήματος. Ποιό τὸ πρόβλημα ἐξ ἄλλου;
.               paideia1aΔιαβάζω τὸν ἐπίλογο τοῦ βιβλίου «Ἡ Παιδεία σὲ κρίση», τοῦ Γ. Τσέντου, ἐκδ. «Τῆνος»: «Τὸ σχολεῖο εἶναι εἰκόνα τῆς κοινωνίας. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄποψη, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι τόσο εὔκολο γιὰ μερικοὺς ἀπὸ ἐμᾶς νὰ καταδικάζουμε τοὺς νέους, ὅτι ἔχουν πάρει λάθος δρόμο. Οἱ νέοι δὲν ἔχουν πάρει λάθος δρόμο, ὄχι. Ἁπλῶς –καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ τραγικὸ– βαδίζουν μπροστὰ ἀπὸ ἐμᾶς στὸν δρόμο ποὺ ἐμεῖς τοὺς δείξαμε νὰ βαδίζουν. Ἐμεῖς εἴμαστε αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι στὴν πράξη βάζουμε πάνω ἀπ’ ὅλα τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ τὰ χρήματα. Ἐμεῖς μὲ τὰ λόγια μὲν ἐξαίρουμε τὰ ὑψηλά, ἀλλὰ ἀσχολούμαστε ὁλημερὶς μὲ τὰ χαμηλά. Ἐμεῖς, στὴν καλύτερη περίπτωση, μιλᾶμε γιὰ ἀρχὲς καὶ ἀξίες, ἀλλὰ στὴν πράξη ἀποκοπτόμαστε ὅλο καὶ περισσότερο ἀπὸ αὐτές. Ὅταν, λοιπόν, ἐμεῖς ἐνεργοῦμε ἔτσι, θὰ ἦταν παράλογο νὰ ἔχουμε ἀπὸ τοὺς νέους τὴν ἀπαίτηση νὰ βαδίζουν ἄλλο δρόμο. Ἁπλῶς, ἀφοῦ πρῶτα τοὺς διδάξαμε ἐμεῖς, τώρα μᾶς διδάσκουν αὐτοί, δείχοντάς μας ποῦ ὁδηγεῖ ὁ δρόμος ποὺ ἐν τῇ ἀφελείᾳ μας ἐπιλέξαμε νὰ βαδίσουμε».

 

 

 


.               Καί, γιὰ νὰ ἐπανέλθω στὸ θέμα, ποιό κόμμα σάρωσε τὴν γλῶσσα μας, ἐπιβάλλοντας τὴν μονόχνωτη «δημοτικιά», τὸ ξύλινο ἀριστεροκομματικὸ ἰδίωμα, τὸ «κάλεσμα» καὶ «πισωγύρισμα» καὶ λοιπὲς μπουρδολογίες; (Ν μν μιλήσω γι τν βίαιη κατάργηση τς στορικς ρθογραφίας, τς ρτιμελος μορφς τς γλώσσας μας, διότι οἱ περισσότεροι, ἰδίως οἱ νεώτεροι, καὶ δικαίως, τὰ βρίσκουν… κινέζικα αὐτά).
.               Ποιός κατέστρεψε ἀδίστακτα, ἐν ὀνόματι κάποιου νεφελώδους «προοδευτισμοῦ» καὶ ἀβασάνιστου, δῆθεν ἐξευρωπαϊσμοῦ, τὶς ἐθνικές μας ρίζες, μέσῳ τῶν σχολικῶν βιβλίων;

 

 

 


.               Λιμοκτονοῦν πνευματικὰ τὰ παιδιὰ σὲ μία χώρα ποὺ κορδακίζεται καὶ διαλαλεῖ -τώρα λόγῳ καὶ Ἀμφιπόλεως- ὅτι ὑπῆρξε λίκνο τοῦ πολιτισμοῦ καὶ θεματοφύλακας τιμαλφῶν ἀξιῶν παναθρώπινης ἐμβέλειας. Τὰ βιβλία, ἡ ἀλλαγή τους, ἐκπονήθηκε τὸ 2003 ἐπὶ ΓΑΠ καὶ εἰσῆλθαν τὸ 2006 στὰ σχολεῖα, ἐπὶ Γιαννάκου. Ὁ ἠθικὸς καὶ φυσικὸς αὐτουργὸς ποὺ λέει τὸ ποινικὸ Δίκαιο. (Τὸ δὲ ἰνστιτοῦτο ἐκπαιδευτικῆς πολιτικῆς, ἄντρο καὶ αὐτὸ «ἐκσυγχρονιστῶν», θεωρεῖ τὰ βιβλία «ἐξαιρετικά»! Θυμίζω τὴν περίπτωση Ρεπούση).
.               Ὁ κατάλογος τῶν πασοκικῶν ἀνομιῶν δὲν κλείνει ἐδῶ. Μόλυνε τ πάντα ατ « κατάρα τς φυλς». Κι ὅμως αὐτὸ τὸ «ἐξαίσιον πτῶμα» τὸ αἱματοδοτεῖ ἡ ΝΔ, τὸ συντηρεῖ στὴν ζωή, διότι ἡ ἀπώλεια τῆς ἐξουσίας τρομάζει τὰ δύο κόμματα. (Τὸ ἐναπομεῖναν 20% ποὺ ψηφίζει τοὺς κ. Κυριάκο, Μίλτο, Ἄδωνι καὶ λοιποὺς συντηρητικοὺς νοικοκυραίους τῆς πάλαι ποτὲ Δεξιᾶς). Τὸ ΠΑΣΟΚ παρασύρει στὸν βοῦρκο καὶ τὸν συγκάτοικο, ἡ μέθη τῆς ἐξουσίας ναρκώνει.
.               «Πρὸς γὰρ τὸ τελευταῖον ἐκβὰν ἕκαστον τῶν πρὶν ὑπαρξάντων κρίνεται». Ἡ τελευταία πράξη, αὐτὴ κρίνει καὶ τὰ προηγούμενα. Ἡ σαμαρικὴ νεοδημοκρατία θὰ μείνει στὴν Ἱστορία, ἐκτὸς τῶν ἄλλων δυσωδιῶν, καὶ γιὰ τὴν ἔσχατη ἀναζωογόνηση τοῦ μεγάλου ὀνείδους αὐτῆς τῆς μεγάλης Ἱστορίας.

 

Έγραψε ὁ Δημ. Νατσιός Δάσκαλος-Κιλκίς

via

Η ουσία του Θεού και η γνώση του εκ μέρους μας




Μπορούμε να γνωρίσουμε το Θεό;



Να τον γνωρίσουμε; Και τι να γνωρίσουμε από το Θεό; Την ουσία, τη φύση, την τελειότητά του; Αδύνατο. Ως προς τούτο ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει: «Ἄπειρον τό θεῖον καί ἀκατάληπτον· καί τοῦτο μόνον αὐτοῦ καταληπτόν, ἡ ἀπειρία καί ἀκαταληψία». Δηλαδή· άπειρος είναι ο Θεός και παντέλειος και σε εμάς τους ατελείς και πεπερασμένους ανθρώπους ακατάληπτος. Τούτο μόνο μπορούμε ως προς το Θεό να εννοήσουμε· ότι ακριβώς είναι άπειρος και ακατάληπτος και ο νους μας ως εκεί είναι αδύνατο να φθάσει. Και αλήθεια, πώς να φθάσει; Και πώς να τον γνωρίσουμε το Θεό; Πώς να εισέλθουμε εμείς στα βάθη της ουσίας του και να ερευνήσουμε τη φύση, τη σύσταση και υπόστασή του; Αδύνατο. Και είναι αδύνατο, διότι ο Θεός είναι ουσία και φύση νοερά και εμείς άνθρωποι σαρκικοί και γήινοι. 
Ο Θεός είναι άπειρος και εμείς πεπερασμένοι. Ο Θεός είναι τέλειος και εμείς ατελείς. Ο Θεός είναι ο δημιουργός μας και εμείς τα δημιουργήματά του. Πώς, λοιπόν, να χωρέσει το άπειρο στο πεπερασμένο και να γνωρίσει το ατελές το τέλειο, το δημιούργημα το δημιουργό του; «Ὁ Θεός ἡμῶν ἀπρόσιτος καί τῷ νῷ ἡμῶν ἀχώρητος». Ούτε να τον πλησιάσουμε τόσο κοντά μπορούμε, για να τον γνωρίσουμε στην εντέλεια, ούτε ο μικρός και στενός και περιορισμένος νους μας μπορεί να χωρέσει τον άπειρο και παντέλειο Θεό. Αυτό εννοεί και η Αγία Γραφή, όταν λέγει· «Θεόν οὐδείς ἑώρακε πώποτε» (Ιωάν. α΄ 18) και ότι το Θεό «εἶδεν οὐδείς ἀνθρώπων, οὐδέ ἰδεῖν δύναται» (Α’ Τιμόθ. στ΄ 16) (1). Είπε και ο ίδιος ο Θεός στον προφήτη Μωυσή που ζήτησε να δει το Θεό· «οὐ δυνήσῃ ἰδεῖν τὸ πρόσωπόν μου· οὐ γὰρ μὴ ἴδῃ ἄνθρωπος τὸ πρόσωπόν μου καὶ ζήσεται» (Εξόδ. λγ΄ 20). Δεν θα μπορέσεις να δεις το πρόσωπό μου. Διότι δεν θα μπορέσει να ζήσει άνθρωπος, που θα αντικρύσει το πρόσωπό μου. Δεν μπορούμε, λοιπόν, οι άνθρωποι να γνωρίσουμε το Θεό, καθό μικροί και πεπερασμένοι και ατελείς. Και το πιο σημαντικό, καθό αμαρτωλοί εμείς και εκείνος άγιος. Άγνωστος λοιπόν σε εμάς ο Θεός. Άγνωστος και στους Αγγέλους. Και σε ποιον είναι γνωστός; Είναι γνωστός στο μονογενή του Υιό, ο οποίος γεννήθηκε προ πάντων των αιώνων από αυτή την ουσία του Πατρός. Το λέγει σαφώς η Αγία Γραφή· «Θεὸν οὐδεὶς (από τους ανθρώπους) ἑώρακε πώποτε· ὁ μονογενὴς υἱὸς ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο» (Ιωάν. α΄ 18). Το Θεό κανείς άνθρωπος δεν τον είδε ποτέ. 
Ο μονογενής Υιός του που είναι πάντοτε ενωμένος μαζί του, εκείνος μας τον φανέρωσε και μας μίλησε για το Θεό. Και «οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τὸν υἱὸν εἰ μὴ ὁ πατήρ, οὐδὲ τὸν πατέρα τις ἐπιγινώσκει εἰ μὴ ὁ υἱὸς καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ υἱὸς ἀποκαλύψαι» (Ματθ. ια΄ 27). Κανείς άλλος δε γνωρίζει καλά τον Υιό του Θεού παρά μόνο ο Πατήρ, και τον Πατέρα πάλι κανείς δεν τον γνωρίζει στην εντέλεια παρά ο Υιός, και από τους ανθρώπους εκείνος, στον οποίο ο Υιός θα θελήσει να τον φανερώσει και όσο πρέπει θα τον φανερώσει. Ακόμη και το Πνεύμα το Άγιο, σαν Θεός που είναι και αυτό, γνωρίζει το Θεό, διότι λέγει·«τό Πνεῦμα πάντα ἐρευνᾷ καί τά βάθη τοῦ Θεοῦ» (Α΄ Κορινθ. β΄ 10). Λέγει και ο Μέγας Βασίλειος, ότι η ουσία του Θεού είναι «παντί ἀπερίοπτος», σε όλους ακατάληπτη και απρόσιτη (απλησίαστη)«καί ὑπερβαίνει ἡ κατάληψις αὐτῆς», ξεπερνά η κατανόησή της «οὐκ ἀνθρώπους μόνον, ἀλλά καί πᾶσαν λογικήν φύσιν», όπως είναι οι Άγγελοι και όλα τα ουράνια πνεύματα, «Υιῷ δέ μόνον γνωστός ὁ Πατήρ καί Ἁγίῳ Πνεύματι». 
Μόνο στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα είναι γνωστός ο Πατήρ. Δεν μπορούμε, λοιπόν, οι άνθρωποι να γνωρίσουμε το Θεό, τη φύση, την ουσία του, την εσωτερική ζωή του Θεού. Εδώ, για να καταλάβουμε καλά το πράγμα, πρέπει να αναφέρουμε το παράδειγμα του αρχαίου φιλοσόφου Ιέρωνος. Τον κάλεσε, λέγει, ο βασιλιάς των Συρακουσών και του είπε· θέλω να μου πεις τι είναι ο Θεός. Ο φιλόσοφος του απάντησε. Δος μου τρις μέρες προθεσμία να σκεφθώ. Ο βασιλιάς του δίνει. Όταν σε τρεις μέρες παρουσιάσθηκε, λέγει στο βασιλιά. Θέλω άλλες τρεις μέρες. Και έπειτα άλλες τρεις και άλλες τρεις. Ο βασιλιάς απόρησε και τον ρωτά· γιατί τόσες αναβολές; Και ο Ιέρων του λέγει. Όσο περισσότερο σκέπτομαι τι είναι ο Θεός, τόσο πιο σκοτεινό μου φαίνεται το ζήτημα και τόσο πιο δύσκολη η απάντηση.

Και όμως μπορούμε να γνωρίσουμε το Θεό, αφού ο Θεός «οὐκ ἀμάρτυρον ἑαυτόν ἀφῆκεν» (Πράξ. ιδ΄ 17). Δεν άφησε τον εαυτό του τελείως άγνωστο και κρυμμένο. Μας είναι αδύνατο να έχουμε βέβαια τέλεια γνώση του Θεού. Δεν έχουμε όμως και παντελή άγνοια του Θεού και αφού ο ίδιος ο Θεός αποκάλυψε τον εαυτό του σε εμάς και με τη φύση και τα έργα της δημιουργίας του, και με την εσωτερική μαρτυρία της ψυχής μας. Ακόμη με το νόμο που μας έδωσε, και με τον Υιό του που μας απέστειλε. Λαμβάνουμε δε τόση γνώση, όση χωρεί η φύση μας, όσο παίρνει το μικρό μυαλό μας. Και όση μας χρειάζεται για τη θρησκευτική μας μόρφωση και κατάρτιση. Και όση μας προσφέρει ο Θεός με τη θεία του Αποκάλυψη. Και οι Πατέρες της Εκκλησίας, μολονότι τονίζουν το αδύνατο να γνωρίσουμε το Θεό, αναφέρουν το αδύνατο αυτής της γνώσεως στην ουσία του Θεού, στα βάθη, στο τι είναι ακριβώς ο Θεός στην εσωτερική του φύση και Θεότητα. Και μας λέγουν, ότι από τις θείες ενέργειες μπορούμε να γνωρίσουμε το Θεό. «Ἡμεῖς δέ, λέγει ο Μ. Βασίλειος, ἐκ μέν τῶν ἐνεργειῶν (από τις ενέργειές του, από όσα κάνει για το καλό και τη σωτηρία μας, από αυτά) γνωρίζομεν τόν Θεόν ἡμῶν, τῇ δέ οὐσίᾳ αὐτῇ προσεγγίζειν οὐχ ὑπισχνούμεθα» (στην ουσία του όμως δε λέμε πως μπορούμε να τον πλησιάσουμε) Γιατί; Διότι «αἱ μέν γάρ ἐνέργειαι αὐτοῦ πρός ἡμᾶς καταβαίνουσιν, ἡ δέ οὐσία αὐτοῦ μένει ἀπρόσιτος». Οι πράξεις και τα έργα του φθάνουν έως εμάς και τις βλέπουμε. Η ουσία του όμως μένει μυστηριώδης και απλησίαστος. Μερική γνώση του Θεού μπορούμε να λάβουμε, και τη λαμβάνουμε από τις θείες ιδιότητες και ενέργειές του, από την πρόνοια και φροντίδα που φθάνουν έως εμάς και με τις οποίες δείχνει ο Ύψιστος το ενδιαφέρον του για το καλό και την πρόοδο τη δική μας (2).

Και τούτο το διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες, λέγοντας· ότι η ψυχή «ὅτε πάντα τόν ἐπιχυθέντα ρύπον τῆς ἁμαρτίας ἀφ’ ἑαυτῆς ἀποτίθεται (όταν πετάξει η ψυχή από επάνω της όλη τη λέρα της αμαρτωλής ζωής της) καί μόνο τό «κατ’ εἰκόνα» καθαρόν φυλάττῃ… ὡς ἐν κατόπτρῳ θεωρεῖ τήν εἰκόνα τοῦ Πατρός, τόν Λόγον, καί ἐν αὐτῷ τόν Πατέρα», λέγει ο Μέγας Αθανάσιος. Ο άνθρωπος που διατηρεί αγνή και καθαρή την ψυχή του, είναι σαν να έχει εμπρός του καθρέπτη και βλέπει μέσα σε αυτόν το Θεό, και τον Πατέρα και τον Υιό. Και ο Γρηγόριος ο Νύσσης τα ίδια διδάσκει και θεολογεί: «Ὁ πάσης τῆς κτίσεως καί ἐμπαθοῦς διαθέσεως τήν ἑαυτοῦ καρδίαν ἀποκαθάρας, ἐν τῷ ἰδίῳ κάλλει τῆς θείας φύσεως καθορᾷ τήν εἰκόνα», επειδή «τῆς ἰδίας φύσεως ἀγαθῶν ὁ Θεός ἐνετύπωσε», τῇ ἀνθρωπίνῃ «κατασκευῇ τά τιμήματα, οἷόν τινά κηρόν σχήματι γλυφῆς προτυπώσας». «Ἡ θεότης δέ ἐστί καθαρότης, ἀπάθεια καί κακοῦ παντός ἀλλοτρίωσις. Εἰ οὖν ταῦτα ἐν τῷ ἀνθρώπῳ ἐστί, Θεός πάντως»· ἐν αὐτῷ ἐστί «καί ἡ καθαρότης, ὁ ἀγιασμός, ἡ ἁπλότης, πάντα τοιαῦτα τα φωτοειδῆ τῆς θείας φύσεως ἀπαυγάσματα, δι’ ὧν Θεός ὁρᾶται». Με απλά λόγια· Άνθρωπε, όσο η αμαρτία σκοτίζει την ψυχή σου, και εκείνα του Θεού τα μυστικά, που θα μπορούσες να τα γνωρίσεις από φυσικού σου, σου μένουν κρυφά και άγνωστα. Μόνο δε αν καθαρίσεις τον εαυτό σου από αμαρτωλά αισθήματα και πάθη, μόνο τότε σου ανοίγεται ο δρόμος και η θύρα της γνώσεως του Θεού, και κατά τη δύναμη του νου σου και ανάλογα προς το φωτισμό που παίρνεις από το Άγιο Πνεύμα πλησιάζεις το Θεό και γνωρίζεις τα απαραίτητα από όσα κάνει ο Θεός για τη σωτηρία σου.

Ονόματα του Θεού

Έχει ονόματα ο Θεός με τα οποία πρέπει να τον ονομάζουμε και να τον προσφωνούμε; Έχει. Και τέτοια ονόματα χαρακτηριστικά του Θεού αναφέρει η Αγία γραφή. Έτσι τον ονομάζει «Πνεύμα», «Πνεῦμα ὁ Θεός». Τον λέγει «Αγάπη», «Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί», λέγει ο ιερός Ευαγγελιστής του. Τον αποκαλεί «Φως». «Ὁ Θεός φῶς ἐστί»· ο Θεός «φῶς οἰκεῖ ἀπρόσιτον», όπως λέγει ο Απόστολός του. Αλλά και ο ίδιος ο Θεός έδωσε όνομα στον εαυτό του. Το όνομα αυτό είναι το «ὁ Ὤν». Όταν έστειλε τον προφήτη Μωυσή στο Φαραώ και τους Αιγυπτίους, για να ελευθερώσει τους Εβραίους από την τυραννία τους, είπε ο Μωυσής στο Θεό. Και αν με ρωτήσουν ποιος σε έστειλε γι’ αυτόν τον σκοπό, τι θα τους απαντήσω; Και ο Θεός του είπε· θα τους πεις «ὁ Ὤν ἀπέσταλκέ με» (Εξόδ. γ΄ 12, 15). Και επειδή ο ίδιος ο Θεός έδωσε στον εαυτό του το όνομα τούτο, γι’ αυτό και γύρω από την κεφαλή του Παντοκράτορος Κυρίου στις εικόνες της Εκκλησίας μας είναι γραμμένο το τρισγράμματο αυτό όνομα:«ὁ Ὤν».

α) «Ὁ Ὤν»

Και τι θα πει «ὁ Ὤν»; Θα πει ο υπάρχων. Εκείνος που υπάρχει, όχι σαν να τον έφτιαξε κάποιος άλλος, αλλ’ υπάρχει από τον εαυτό του, που πάντοτε, αχρόνως, προαιωνίως και αϊδίως υπάρχει, εκείνος που υπάρχει, χωρίς να έχει αρχή ούτε και τέλος. Αυτό θα πει και το «αΐδιος»: πάντοτε, αέναος, ο ίδιος και απαράλλακτος, χωρίς ποτέ να μεταβάλλεται και να αλλάζει. Όπως τον λέγει και στη θεία του Λειτουργία ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος· «ἀεί ὤν, ὡσαύτως ὤν». Και αυτό το όνομα ταιριάζει μάλλον στο Θεό, αυτό «παρουσιάζεται μᾶλλόν πως τῆς θείας οὐσίας ὄνομα». «Ὁ Ὤν» θα πει: εγώ είμαι που πάντοτε υπάρχω. Γι’ αυτό και όταν κάνει την απόλυση ο ιερέας στις ακολουθίες της Εκκλησίας μας, έτσι αρχίζει: «Ὁ Ὤν, εὐλογητός Θεός ἡμῶν».

β) Ο Θεός ονομάζεται Πνεύμα
Όπως είπε ο Κύριος στη Σαμαρείτιδα. Και τούτο πάλι τι θα πει; Ότι ο Θεός δεν είναι Ον υλικό με σώμα και μάτια και χέρια, όπως είμαστε εμείς οι άνθρωποι, αλλ’ είναι Πνεύμα, το Πνεύμα, το απόλυτο, το άυλο, το άπειρο, το άχρονο και υπερτέλειο Πνεύμα, πρόσωπο πέρα ως πέρα πνευματικό, που ούτε τα μάτια μας, ούτε η σκέψη μας μπορούν να το συλλάβουν και εννοήσουν. Και παρουσιάζει μεν η Γραφή το Θεό με μάτια και χέρια και αυτιά και πόδια, αλλ’ αυτές είναι εκφράσεις ανθρώπινες, και θέλει με αυτές να μας δηλώσει τις ενέργειες του Θεού για εμάς τους ανθρώπους.

γ) Ο Θεός ονομάζεται αγάπη



Τούτο είναι το πιο συγκινητικό όνομα και ιδίωμα του Θεού. Και τούτο θέλει να πει, πως ο Θεός είναι προσωπικός Θεός, διότι μόνο το πρόσωπο αγαπά και σκορπίζει αγάπη και ευσπλαχνία. Ο Θεός, λοιπόν, είναι όλος αγάπη. Γνωρίζει μόνο να αγαπά. Να αγαπά και να μη μισεί. Να αγαπά και να μην εκδικείται, όσο κακοί και βλάσφημοι και υβριστές της θείας του Μεγαλοσύνης είναι οι άνθρωποι. Να αγαπά και να ευλογεί, να ευεργετεί, να συγχωρεί, να σώζει από κάθε κακό, από κάθε κίνδυνο και τους χειρότερους ανθρώπους. Αυτό θα πει, ο Θεός είναι αγάπη. Και έπειτα «ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ», όπως λέγει ο ιερός Ευαγγελιστής του. Ο Θεός αγάπη. Και η Θρησκεία του θρησκεία της αγάπης. Και η Εκκλησία του Εκκλησία αγάπης. Και η βασιλεία του βασιλεία αγάπης. Και τούτο πάλι σημαίνει, ότι όποιος είναι του Θεού και ανήκει στην Εκκλησία του Θεού και ακολουθεί τη θρησκεία του Θεού και εμπνέεται από το Ευαγγέλιο του Υιού του Θεού είναι και αυτός αγάπη, γεμάτος αγάπη και σκορπίζει προς όλους την αγάπη με τα έργα της αγάπης και φιλανθρωπίας, της συγγνώμης, της ευεργεσίας.

δ) Ο Θεός ονομάζεται Φως

Και τούτο ο Ευαγγελιστής Ιωάννης το αποκαλύπτει και λέγει· «ὁ Θεὸς φῶς ἐστι καὶ σκοτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία» (Α΄ Ιωάν. α΄ 5). Ο Θεός είναι φως, άκτιστο φως, «φῶς νοερόν τούς τῆς ψυχῆς ἡμῶν ὀφθαλμούς εἰς τήν ἀντίληψιν αὐτοῦ ἀνακινοῦν» και «φῶς τῶν κεκαθαρμένων διανοιῶν, οὐχί τῶν σωματικῶν τούτων ὀφθαλμῶν», όπως λέγει ο ιερός Αυγουστίνος. Φως πνευματικό, το οποίο ανοίγει και φωτίζει τα μάτια της ψυχής στο να τον αντιλαμβανόμαστε και κατά κάποιον τρόπο να τον βλέπουμε. Είναι φως των καθαρισμένων διανοιών και όχι των σωματικών μας οφθαλμών. Φως νοερό και άγιο. Μπορούμε να το δούμε τούτο το φως; Αδύνατο. Μία ακτίνα είδαν οι μαθητές στο όρος Θαβώρ και έπεσαν κάτω από τη λάμψη του. Πώς να ατενίσουμε εμείς τούτο το φως της θεότητας, άνθρωποι γήινοι και σαρκικοί, δηλαδή χωματένιοι και αμαρτωλοί όντες; Είναι απρόσιτο και απροσπέλαστο. Πάντως ο Θεός είναι φως, «ὅ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον».
«Πνεύμα ο Θεός» – «Αγάπη ο Θεός»  «Φως ο Θεός». Και τα τρία αυτά χαρακτηριστικά, αλλά και λαμπρά και ένδοξα ονόματα του Θεού ο θεολογικότατος ευαγγελιστής Ιωάννης μας τα δίδει. Και μας τα δίδει σαν ένα προνόμιο και πνευματικό κεφάλαιο σε εμάς τους ανθρώπους. Και να θεολογούμε κάπως και εμείς και να εισχωρούμε, έστω και λίγο, στα ασύλληπτα μεγαλεία του Θεού μας. Και έτσι να καταλαβαίνουμε την ύψιστη τιμή που μας γίνεται να ανήκουμε στο Θεό, που είναι Πνεύμα και αγάπη και φως. Και μόνο αυτό; Το ουσιαστικότερο. Να γνωρίζουμε καλά το Θεό μας και ενούμενοι και εμείς μαζί του να επιτυγχάνουμε τη θέωσή μας. Και θέωσή μας είναι να γινόμαστε και εμείς εν τω Θεώ και διά του Θεού πνεύμα και αγάπη και φως. Άνθρωποι δηλαδή πνευματικοί και φωτεινοί, που μεταδίδουν και στους άλλους ανθρώπους πνεύμα και αγάπη και φως.



via

Θείος έρωτας




Στο παρακάτω απόσπασμα από τα «Αρεοπαγιτικά συγγράμματα», μας εξηγείται το γιατί δεν είναι κακό να χρησιμοποιούμε την φράση «θείος έρωτας», προκειμένου να περιγράψουμε την αγάπη προς τον Θεό.

«Όμως, για να μη φανεί ότι λέγοντας αυτά τα πράγματα παραβαίνομε τα θεία Λόγια ας τα ακούσουν όσοι διαβάλλουν τον όρο έρως. Λέγει, ‘’Εράσθητι αυτής και τηρήσει σε· παριχαράκωσον αυτήν, και υψώσει σε· τίμησον αυτήν, ίνα σε περιλάβη’’ (Παροιμίες 4: 6.8). Μερικοί μάλιστα από τους ιερολόγους μας νόμισαν ότι το όνομα του έρωτος είναι θειότερο από το όνομα της αγάπης. Γράφει ο θείος Ιγνάτιος· ‘’ο εμός έρως εσταύρωται’’ (Ρωμαίους 7:3). Αλλά και στα κείμενα που εισάγουν στα Λόγια θα εύρεις λόγους που λέγουν τα εξής περί της θείας Σοφίας· ‘’Εραστής εγενόμην του κάλλους αυτής’’ (Σοφία Σολομώντα, 8:2). Ώστε λοιπόν να μη φοβηθούμε αυτή τη λέξη του έρωτος ούτε να μας θορυβήσει κανένας λόγος φοβίζοντάς μας γι’ αυτόν.

Εγώ πραγματικά νομίζω ότι οι θεολόγοι θεωρούν ταυτόσημες τις λέξεις της αγάπης και του έρωτος· γι’ αυτό μάλιστα στα θεία αναφέρουν περισσότερο τον όντως έρωτα, εξ αιτίας της άτοπης αντιλήψεως εκείνων των ανθρώπων. Ενώ δηλαδή ο όντως έρως υμνείται, όχι μόνο από μας, αλλά και από τα ίδια τα Λόγια, θεοπρεπώς, τα πλήθη μη μπορώντας να χωρέσουν το ενοειδές της ερωτικής θεωνυμίας γλίστρησαν όπως τους ταίριαζε προς τον μεριστό και σωματοπρεπή και διηρεμένο έρωτα, που δεν είναι αληθινός έρως, αλλά είδωλο ή έκπτωσις του όντως έρωτος· διότι το ενιαίο του ενός θείου έρωτος είναι αχώρητο στο νου του πλήθους. Για αυτό το όνομα τούτο του έρωτος, αν και θεωρείται από τους πολλούς ως απρεπέστερο, χρησιμοποιείται επί της θείας σοφίας, για να ανυψωθούν κι αναστηθούν στη γνώση του έρωτος κι έτσι να απαλλαγούν από την αντιπάθεια προς αυτό. Επί του ανθρωπίνου πεδίου όμως, όπου οι χαμερπείς πολλές φορές θα μπορούσαν να σκεφτούν και κάτι άτοπο, λέγει κάποιος με μια λέξη που φαίνεται ευφημότερη, ‘’η αγάπησίς σου επ’ εμέ ως η αγάπησις των γυναικών’’ (Β’ Βας. 1:26). Διότι, για όσους καταλαβαίνουν τα θεία σωστάτο όνομα της αγάπης και του έρωτος από τους θεολόγους φέρεται ισοδύναμο σύμφωνα με τις θείες αποκαλύψεις. Και είναι αυτό το όνομα δηλωτικό της ενοποιού και συνδετικής και εξόχως συναπτικής δυνάμεως στο καλό και αγαθό, που προϋφίσταται εξ αιτίας του καλού και αγαθού και εκχέεται από το καλό και αγαθό για το καλό και αγαθό, που συνέχει τα ομοταγή κατά την κοινωνική τους αλληλουχία, κινεί δε τα προηγούμενα προς την πρόνοια των κατωτέρων και επιστροφικώς εδράζει τα υποδεέστερα στα υπέρτερα.

Είναι δε και εκστατικός ο θείος έρως, διότι δεν αφήνει τους εραστάς να ανήκουν στον εαυτό τους, αλλά στους ερωμένους. Κι αυτό το φανερώνει το γεγονός ότι τα μεν υπέρτερα με την πρόνοια γίνονται των υποδεεστέρων, τα ομόστοιχα με τη συνοχή γίνονται το ένα του άλλου και τα κατώτερα με τη θειότερη προς αυτά επιστροφή γίνονται των πρώτων.  Γι’ αυτό και ο μέγας Παύλος, όταν κατέκτησε τον θείο έρωτα και μετάλαβε από την εκστατική του δύναμη, λέγει με ένθεο στόμα,‘’Ζω εγώ ουκ έτι, ζη δε εν εμοί Χριστός’’ (Γαλάτας 2:20), ως αληθινός εραστής που είναι σε έκσταση προς τον Θεό, όπως λέγει ο ίδιος, και ζει όχι τη δική του ζωή, αλλά τη ζωή του εραστού, ως πολύ αγαπητή».


(Απόσπασμα από το «Περί Θείων Ονομάτων», Φ. ΕΠΕ 3, σελ. 113-115). 

via

Ο τσομπάνος που πήγε στον Παράδεισο!(Διδακτική ιστορία)




.....Αυτός ό τσοµπάνος, πού πήγε στόν Παράδεισο, τόν λέγανε Μαυρογένη, γιατί είχε µαύρα γένια καί ζούσε µέ τήν γυναίκα του απ' τόν κόσµο µακρυά, µέ τά ζωντανά του καί δέν κατέβαινε στό χωριό, παρά µονάχα γιά νά πουλήση τά τυριά του καί νά ψουνίση τά χρειαζούµενα, ξεκίνησε νά λέη ό Προκόπης. 






Μιάν ήµέρα τό λοιπόν, όπου βρέθτικε στό χωριό γιά τίς δουλειές του, πήγε νά άνάψη ενα κερί στήν εκκλησιά, γιατί ήτανε θεοφοβούµενος καί καλής ψυχής άνθρωπος. Εκεί µιλούσεν ό παπάς στούς χωριανούς του καί τούς έλεγε τό κήρυγµα γιά τόν ίσιον δρόµο του Θεού, πού πάει όλόϊσια στόν Παράδεισον, αν δέν στρίβουµε δεξιά κι αριστερά. Πρέπει νά τραβούµεν ίσια καί νά είµαστε συµπονετικοί γιά κάθε άνθρωπον, όταν εχει τήν ανάγκην µας. Νάµαστεν δηλαδή ψυχηκάρη δες καί νά έλεούµε, γιατί τό ίδιο κάνει καί ο Θεός καί έλεεί τόν κόσµον όλον γιά νά ζη καί νά πορεύεται. Κι όποιον δει πώς κάνει κι αυτός τό ίδιο, τόν συµπαθά πολύ καί τόν παίρνει στόν Παράδεισον, όπου είναι ή ζωή µεγαλείο άτελείωτον! "Ετσι τά έλεγεν ο παπάς κι ετσι πρέπει νά είναι, κατά τήν γνώµην µου. Ή Έκκλησία δέν λέγει ποτέ της ψέµατα καί γιατί νά τά πη, µαθές;


'Όλοι ακούγαµε τόν άπλοϊκόν τσοµπάνο, πού µιλούσε µέ τόν δικό του παραστατικόν τρόπο καί κάθε λίγο σκούπιζε τά µουστάκια του, άγνωστον γιατί, καί δέν άδειχνε δυσκολία στό νά έκφραστή αυθόρµητα καί νά πη τήν πίστη του. Ό φίλος µου, πού είχε ένθουσιασθή, ρώτησε, συντοµεύοντας τήν µικρή παύση στήν διήγηση του Προκόπη:

- Καί µετά τί έγινε: Πως πήγε στόν Παράδεισον;

- 'Όταν γύρισε στό καλύβι του, τό είπε στήν γυναίκα του χαρούµενος αυτό τό ευχάριστο µαντάτο καί της είπε πώς θά πάει τήν άλλη µέρα νά συναντήση τόν Θεό. 

'Ετσι κι έγινε.

Τήν άλλη µέρα πηρε ψωµοτύρι µαζί του, χαιρέτισε τήν κυρά του καί ξεκίνησε γιά τόν Παράδεισο. Πήρε τόν ίσιον δρόµο καί προχωρούσε ανάµεσα στά χωράφια, χωρίς νά στρίβη δεξιά κι αριστερά, όπως είπεν ο παπάς καί τό βραδινό κοιµήθηκε κάτω από ένα δέντρο καί συνέχισε τήν άλλη µέρα τόν ίσιο δρόµο γιά τόν Παράδεισο.

'Εφαγε καί τό ψωµοτύρι, που είχε µαζί του καί συνέχισε καί τήν τρίτη µέρα καί τήν τέταρτη. Τό ένα βουνό ανέβαινε, τό άλλο κατέβαινε. Τήν πέµπτη µέρα πείνασε πολύ καί σκέφτηκε τί νά κάνη καί που νά βρη τροφή. Κι όταν άνέβηκε τό βουνό, πού ηταν µπροστά του, είδε στήν απέναντι πλαγιά ένα Μοναστήρι. 'Έσυρε λοιπόν καί πήγε. Χτύπησε τήν πόρτα καί ζήτησε βοήθεια. Ευτυχώς τό Μοναστήρι βρισκόταν πάνω στόν δρόµο του. Τόν βάλανε λοιπόν µέσα στήν εκκλησιά του Μοναστηριού νά περιµένη, ώσπου νά του φέρουνε τίποτε φαγώσιµο. Κι έβλεπε ολόγυρα τίς εικόνες καί τίς θαύµαζε, όλες του φαινότανε ζωντανές, όλοζώντανες. Μόνο, πού δεν µιλούσανε. Κι όντας έστρεψε τό µάτι του καί εΙδε στόν σταυρό σταυρωµένον κι όλόγυµνο καί µατωµένον τόν Χριστό, άναφώνησε:


-' Ωχου, τό παλληκάρι, τό λαβώσανε οί άτιµοι! 'Ωχου καί τόν έχουν κρεµασµένον ακόµα!

- Τήν ίδια στιγµή, ένας καλόγερος του έφερε λίγα φαγώσιµα, τά 'βαλε πάνω στον πάγκο καί τούπε νά φάη, συνέχισε ο Προκόπης. Ό καλόγερος όµως µπαίνοντας τόν άκουσε, πού µιλούσε στόν σταυρωµένον καί τόν ρώτησε:
Μιλούσες µέ κανέναν, άδερφέ; Ό Μαυρογένης, πού υποψιάστηκε τόν καλόγερον, πώς είναι απ' αύτούς, πού τόν σταυρώσανε, δέν είπε τίποτα. Κι όταν έφυγε ο καλόγερος φώναξε στόν σταυρωµένον:

- 'Έ, παλληκάρι! Μπορείς νά κατέβης από κεί πάνω, νά 'ρθης νά φαµε µαζί αυτά, πού µου φέρανε; Θές νά 'ρθώ νά σέ κατεβάσω εγώ;

- 'Οχι. Μπορώ καί µόνος µου νά κατέβω. 'Ερχοµαι.

- Κατέβηκε τό λοιπόν ο Σταυρωµένος κάτω, συνέχισε ο Προκόπης τήν άφήγησή του, καθησε στον πάγκο κι έφαγε κι έπιασε κουβέντα µέ τόν τσοµπάνο. 'Εκείνος τούπε νά τόν πάρη µαζί του, τώρα πού πάει νά συναντήσει τόν Θεό.
Θέλεις νά σέ πάρω κι εσένα; Ό Θεός είναι καλός καί θά σε λυπηθή καί θά σέ βάλη καί σένα στόν Παράδεισο. 'Εγώ γι' αυτό πάω στόν Θεό. 'Ερχεοαι µαζί µου; Δέν πρόλαβε όµως ο Σταυρωµένος ν' άποκριθή, γιατί ακούστηκε νά έρχεται ο καλόγερος. Τότε ο Σταυρωµένος ξανανέβηκε γρήγορα πάνω στόν σταυρό κι έµεινε µέ ανοιγµένα χέρια.

Καί ο καλόγερος ρώτησε τόν τσοµπάνο:

- Τώρα µή µου πης πώς δέν µίλαγες µέ κανέναν. Σ' άκουσα µέ τά ίδια µου τ' αυτιά. Λέγε µέ ποιόν µιλούσες;

- Ό Μαυρογένης φοβήθηκε στήν αρχή, δίστασε καί στό τέλος είπε στόν καλόγερο πώς μιλούσε μέ τό κρεμασμένο αυτό παλληκάρι, πού τό λυπήθηκε καί τό κάλεσε νά φάνε μαζί τό βρισκάμενο. Καί είπε στόν καλόγερο:
- Μή μέ μαρτυρήσεις, άγιε καλόγερε, αλλά θέλω νά πάω στόν Παράδεισο καί ό παπάς του χωριού μας είπε νά πάρουμε τόν ίσιο δρόμο καί νά είμαστε ψυχοπονιάρηδα.
Κατάλαβες; Τό λυπήθηκα λοιπόν τό παλληκάρι καί τό κάλεσα νά πάρη κι αυτό μιά μπουκιά ψωμί. Κακό εκανα;
- 'Οχι, όχι, καλά έκανες καί πάντα νά συμπονάς τούς άναγκεμένους, αποκρίθηκε κατάπληκτος ό καλόγερος μέ τά όσα του είπε ό τσομπάνος. Κι έτρεξε καί τά φανέρωσε όλα στόν Ήγούμενό του.
'Ύστερα, λέγει η ιστορία, φτάσανε όλοι οί καλόγεροι μέ τόν Ήγούμενο στήν εκκλησιά καί βάλανε μετάνοια στόν τσομπάνο, πού έφαγε μαζί με τόν Σταυρωμένο Χριστό καί τόν παρακαλέσανε νά πει καμμιά καλή κουβέντα καί γι' αύτούς, όταν συναντήσει τόν Θεό.

- Άμα τόν δω τόν Θεό, θά του πω καί γιά σας, αλλά γιατί τό κρατάτε σταυρωμένο τό παλληκάρι; Τί σας έκανε; Κατεβάστε το νά φάη καί νά ντυθη, πού είναι όλόγυμνος καί πληγωμένος. Κι αν δέν τόν θέλετε έσείς εδώ, τόν παίρνω εγώ μαζί μου. 


- Έκείνοι κοκκαλώσανε απ' τήν καλωσύνη καί τήν αθωότητα τοϋ Μαυρογένη καί, άφού του δώσανε όλα τα χρειαζούμενα, τόν συνόδεψαν κάμποσο στόν ίσιο δρόμο πού ακολουθούσε κι όταν έκείνος απομακρύνθηκε, τόν βλέπανε πού δέν πάταγε στήν γη, αλλά περπατούσε στόν αέρα μέχρι, πού χάθηκε απ' τά μάτια τους. 


Αυτός ό καλός άνθρωπος γιά μένα θά πήγε στόν Παράδεισο τό δίχως άλλο. Γιατί λυπότανε όλους τούς πονεμένους, όπως κάνει κι ό Θεός. Έγώ γράμματα δέν ξέρω γιά νά τά πώ πιο όμορφα, αλλά θυμάμαι τόν παππού μου τόν Χαραλάμπη, πού έλεγε πώς ό,τι κάνεις σ' αυτήν τήν ζωή τά ίδια θά σου κάνουνε κι εσένα στήν άλλη. Κι αυτό τό πιστεύω. Αυτή είναι n Ιστορία, πού άκουσα. 




Από το βιβλίο του Π.μ.Σωτήρχου: «Οι εραστές του παραδείσου», εκδ.Αστήρ.


via

Feature (Side)

Πρόσφατα

Random

*

Archives

© 2013 Point of view. All rights resevered. Designed by | point me