Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

AD (728x90)

  • 2793 Pine St

  • 1100 Broderick St

  • 868 Turk St

  • 420 Fell St

Η «Επί του Όρους Ομιλία»





Η «Επί του Όρους Ομιλία» παραμένει η πιο σημαντική της χριστιανικής διδασκαλίας. Κείμενο ποιητικό και γοητευτικό, γέμει στοιχείων που αργότερα θα καθορίσουν την έκφραση μεγάλου μέρους της δυτικής φιλοσοφικής σκέψης. Επίσης, εύκολα εντοπίζει κανείς στον απλό ανθρωπισμό της τα σπέρματα των βασικών αρχών της δυτικής Ηθικής, αρχών που επιβίωσαν και εντάθηκαν ακόμη περισσότερο στη φιλοσοφική σκέψη που αντιπάλεψε τη χριστιανική θρησκεία. Εκφωνήθηκε την τρίτη δεκαετία της επίγειας ζωής του Ιησού του Ναζωραίου, τον οποίο η χριστιανική θρησκεία αναγνωρίζει ως τον Μεσσία, τον Υιό του Θεού. (Η λέξη «Χριστός» - κυριολεκτικά ο «φέρων το Χρίσμα», ο «επιλεγμένος» - αρχικά ήταν επωνυμία και όχι κύριο όνομα.) 


 

Καταγραμμένη στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον (ε´ 3 - ζ´ 27), το πρώτο βιβλίο της Καινής Διαθήκης, η «Επί του Ορους Ομιλία» παραδίδει οδηγίες για την ευσεβή ζωή των πιστών, επανερμηνεύει τους νόμους της Παλαιάς Διαθήκης υπό το φως της νέας διδασκαλίας και κληροδοτεί τα δύο, σημαντικότερα ίσως, επιγράμματα της χριστιανικής Ηθικής: τους Μακαρισμούς («Μακάριοι οι πτωχοί...») και την Κυριακή Προσευχή («Πάτερ ημών...»). 





" Μακάριοι όσοι συναισθάνονται την πνευματική τους φτώχεια, διότι σε αυτούς ανήκει η βασιλεία των ουρανών. Μακάριοι όσοι πενθούν, διότι αυτοί θα παρηγορηθούν. Μακάριοι όσοι είναι πράοι, διότι αυτοί θα κληρονομήσουν τη γη. Μακάριοι όσοι πεινούν και διψούν για δικαιοσύνη, διότι αυτοί θα χορτάσουν. Μακάριοι όσοι δείχνουν ελεημοσύνη, διότι αυτοί θα ελεηθούν. Μακάριοι όσοι έχουν καθαρή καρδιά, διότι αυτοί θα δουν τον Θεό. Μακάριοι όσοι επιδιώκουν την ειρήνη, διότι αυτοί θα ανακηρυχθούν υιοί του Θεού. Μακάριοι όσοι έχουν διωχθεί εξ αιτίας του δικαίου τους, διότι σε αυτούς ανήκει η βασιλεία των ουρανών. Μακάριοι ας είστε όταν σας εμπαίξουν και σας διώξουν και, ψευδόμενοι, πουν κάθε είδους κακολογία εναντίον σας, για χάρη μου. Γεμίστε από χαρά και αγαλλίαση, διότι η ανταμοιβή σας στους ουρανούς θα είναι μεγάλη· έτσι κατεδίωξαν και τους προφήτες που ο Θεός είχε στείλει πριν από εσάς.

Εσείς είστε το αλάτι της γης. Αν όμως το αλάτι χάσει την αλμυρότητά του, με τι πάλι θα αλατιστεί; Δεν έχει τότε χρησιμότητα, παρά να πεταχτεί στον δρόμο και να καταπατείται από τους ανθρώπους. Εσείς είστε το φως του κόσμου. Οπως μια πόλη που είναι χτισμένη πάνω σε βουνό και δεν μπορεί να κρυφτεί. Οταν οι άνθρωποι ανάβουν το λυχνάρι, δεν το τοποθετούν κάτω από τον κουβά αλλά πάνω στον λυχνοστάτη, ώστε να φωτίζει όλους όσοι βρίσκονται μέσα στο σπίτι. Το φως σας, λοιπόν, έτσι ας λάμψει μπροστά στους ανθρώπους για να δουν τις καλές σας πράξεις και να δοξάσουν τον ουράνιο Πατέρα σας.

Μη νομίσετε ότι ήρθα για να καταργήσω τον Νόμο του Μωυσή ή τη διδασκαλία των Προφητών. Δεν ήρθα για να καταργήσω αλλά για να συμπληρώσω. Συνεπώς σας διαβεβαιώ ότι, όσο υπάρχει ο ουρανός και η γη, ούτε ένα γιώτα ή ένα κόμμα δεν θα αλλάξει στον νόμο, ώσπου το έργο μου να ολοκληρωθεί. Εκείνος λοιπόν που θα παραβεί μία από αυτές τις εντολές, που φαίνονται ασήμαντες, και θα διδάξει έτσι τους ανθρώπους, θα ανακηρυχθεί ασήμαντος στη βασιλεία των ουρανών. Εκείνος όμως που θα τηρήσει τις εντολές και που θα διδάξει την τήρησή τους, μέγας θα ανακηρυχθεί στη βασιλεία των ουρανών. Διότι σας λέγω επίσης και ότι αν η αρετή σας δεν ξεπεράσει πολύ αυτή των γραμματέων και Φαρισαίων, δεν θα εισέλθετε στη βασιλεία των ουρανών.

Ακούσατε ότι ο Θεός είπε στους προγόνους σας: δεν θα φονεύσεις· εκείνος που θα φονεύσει θα κριθεί ένοχος από το δικαστήριο. (σ.σ.: «Κρίσις»: Επταμελές δικαστήριο.) Εγώ όμως σας λέγω ότι καθένας που οργίζεται αδίκως εναντίον του αδελφού του είναι το ίδιο ένοχος, σαν να δικάζεται από το δικαστήριο. Εκείνος μάλιστα που θα αποκαλέσει τον αδελφό του ανόητο, είναι ένοχος μεγαλύτερου εγκλήματος από αυτά που δικάζει το μεγάλο δικαστήριο. Και εκείνος που θα αποκαλέσει τον αδελφό του τρελό, είναι ένοχος να καεί στη γέεννα του πυρός (σ.σ.: γέεννα= λέξη εβραϊκή που σημαίνει «η κοιλάδα του Εννόμ», όπου θάβονταν οι εγκληματίες).

Αν λοιπόν προσφέρεις το δώρο σου στο θυσιαστήριο και εκεί θυμηθείς ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου, άφησε εκεί το δώρο σου μπροστά στο θυσιαστήριο και πήγαινε πρώτα να συμφιλιωθείς με τον αδελφό σου και έπειτα έλα να προσφέρεις το δώρο σου. Συμφιλιώσου γρήγορα με τον αντίδικό σου, αν βρίσκεσαι στον δρόμο που οδηγεί στο δικαστήριο, για να μη σε παραδώσει ο αντίδικος στον δικαστή και ο δικαστής στον εκτελεστή των ποινών και βρεθείς στη φυλακή. Σε διαβεβαιώ ότι δεν θα βγεις από εκεί ώσπου να εξοφλήσεις και το τελευταίο δίλεπτο.

Ακούσατε ότι ειπώθηκε στους προγόνους σας: δεν θα μοιχεύσεις. Εγώ όμως σας λέγω ότι καθένας που κοιτάζει μια γυναίκα επιθυμώντας την παράνομα έχει ήδη μοιχεύσει μαζί της στην καρδιά του. Αν το δεξί σου μάτι σε σκανδαλίζει, να το βγάλεις και να το πετάξεις μακριά από εσένα. Διότι σε συμφέρει να χαθεί ένα μέλος παρά να πέσει όλο το σώμα σου στη γέεννα. Και αν το δεξί σου χέρι σε σκανδαλίζει, να το κόψεις και να το πετάξεις μακριά από εσένα. Διότι σε συμφέρει να χαθεί ένα μέλος παρά να πέσει όλο το σώμα σου στη γέεννα.

Ακόμη ειπώθηκε: όποιος χωρίσει τη γυναίκα του να της δώσει γραπτό διαζύγιο. Εγώ όμως σας λέγω ότι όποιος χωρίσει τη γυναίκα του χωρίς την αιτία της πορνείας, την εξωθεί στη μοιχεία, όπως διαπράττει μοιχεία και όποιος έλθει σε γάμο με διαζευγμένη γυναίκα.

Ακούσατε πάλι ότι ειπώθηκε στους προγόνους σας: δεν θα καταπατήσεις τον όρκο σου αλλά θα τον τηρήσεις ως καθήκον προς τον Κύριο. Εγώ όμως σας λέγω να μην ορκίζεστε καθόλου. Ούτε στον ουρανό, διότι αυτός είναι ο θρόνος του Θεού. Ούτε στη γη, διότι εκεί ακουμπά τα πόδια Του. Ούτε στα Ιεροσόλυμα, διότι αυτή είναι η πόλη του μεγάλου βασιλιά. Ούτε στην κεφαλή σου να ορκιστείς, διότι εσύ δεν μπορείς ούτε μια τρίχα να κάνεις άσπρη ή μαύρη. Ας είναι λοιπόν πάντοτε αληθινός ο λόγος σας και το ναι ας είναι ναι και το όχι ας είναι όχι· ό,τι ξεφεύγει από αυτά προέρχεται από τον πονηρό (σ.σ.: τον σατανά).

Ακούσατε ότι ειπώθηκε: οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος. Εγώ όμως σας λέγω να μην προβάλλετε αντίσταση στον κακό άνθρωπο. Αλλά αν κάποιος σε χαστουκίσει στο δεξί μάγουλο, στρέψε και το άλλο προς το μέρος του. Και σε εκείνον που θέλει να σε οδηγήσει στο δικαστήριο για να σου πάρει τον χιτώνα σου, άφησέ του και το πανωφόρι σου. Και αν κάποιος σε υποχρεώσει να πας μαζί του για ένα μίλι, εσύ πήγαινε για δύο. Σε εκείνον που ζητεί ελεημοσύνη να δίνεις και αυτόν που σου ζητεί δανεικά να μην τον περιφρονείς.

Ακούσατε ότι ειπώθηκε: θα αγαπήσεις τον πλησίον σου και θα μισήσεις τον εχθρό σου. Εγώ όμως σας λέγω να αγαπάτε τους εχθρούς σας, να ευλογείτε αυτούς που σας καταριούνται, να ευεργετείτε αυτούς που σας μισούν και να προσεύχεστε για εκείνους που σας συκοφαντούν και σας καταδιώκουν, ώστε να αναδειχθείτε με αυτόν τον τρόπο παιδιά του ουράνιου Πατέρα σας. Διότι τον ήλιο Του τον ανατέλλει και για τους κακούς και για τους καλούς και τη βροχή την στέλνει και στους δίκαιους και στους άδικους. Αν αγαπήσετε μόνο εκείνους που σας αγαπούν, ποια ανταμοιβή μπορείτε να περιμένετε; Μήπως και οι φοροεισπράκτορες δεν πράττουν το ίδιο; Προσπαθήστε λοιπόν να είστε τέλειοι, όπως τέλειος είναι ο ουράνιος Πατέρας σας.

Προσέξτε να μη δίνετε ελεημοσύνη μπροστά στους ανθρώπους, με μόνο σκοπό να σας δουν. Διότι έτσι δεν θα λάβετε καμιά ανταμοιβή από τον ουράνιο Πατέρα σας. Οταν λοιπόν δίνεις ελεημοσύνη, μην τη διαλαλείς παντού, όπως κάνουν οι υποκριτές στις συναγωγές και στους μεγάλους δρόμους, για να δοξασθούν από τους ανθρώπους. Αληθινά σας λέγω ότι αυτοί λαμβάνουν ήδη όλη την ανταμοιβή που έχουν να περιμένουν. Ενώ εσύ, όταν δίνεις ελεημοσύνη, ας μη γνωρίζει το αριστερό σου χέρι τι κάνει το δεξί. Ας μείνει έτσι η ελεημοσύνη σου κρυφή και ο Πατέρας σου που βλέπει και τις πιο κρυφές πράξεις θα σε ανταμείψει ολοφάνερα.



Και όταν προσεύχεσαι δεν πρέπει να μιμείσαι τους υποκριτές. Διότι σε αυτούς αρέσει να προσεύχονται όρθιοι στις συναγωγές και στις γωνίες των πλατειών, έτσι ώστε να τους βλέπουν οι άνθρωποι. Αληθινά σας λέγω ότι με αυτόν τον τρόπο δεν έχουν να πάρουν ουδεμία ανταμοιβή. Εσύ όμως όταν θέλεις να προσευχηθείς, μείνε στο δωμάτιό σου, κλείσε την πόρτα και προσευχήσου στον Πατέρα σου, ο οποίος είναι αόρατος. Και ο Πατέρας σου που βλέπει και τις πιο κρυφές πράξεις θα σε ανταμείψει ολοφάνερα. Και όταν προσεύχεστε μη φλυαρείτε όπως οι εθνικοί. Διότι αυτοί φαντάζονται ότι θα εισακουσθούν χάρη στην πολυλογία τους. Ας μη μοιάζετε λοιπόν με αυτούς. Διότι ο Πατέρας σας γνωρίζει ποια πράγματα έχετε ανάγκη προτού του τα ζητήσετε. Εσείς λοιπόν να προσεύχεστε ως εξής:

Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς· αγιασθήτω το όνομά σου· ελθέτω η βασιλεία σου· γενηθήτω το θέλημά σου, ως εν ουρανώ, και επί της γης· τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον· και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών· και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού. Οτι σού εστιν η βασιλεία και η δύναμις και η δόξα εις τους αιώνας· αμήν.

Διότι αν και εσείς συγχωρείτε τα παραπτώματα των ανθρώπων, τότε θα συγχωρήσει και εσάς ο ουράνιος Πατέρας σας. Αν όμως δεν συγχωρήσετε στους ανθρώπους τα παραπτώματά τους, ούτε ο Πατέρας σας θα συγχωρήσει τα δικά σας παραπτώματα.

Οταν μάλιστα νηστεύετε μη γίνεστε σκυθρωποί, όπως οι υποκριτές. Διότι αυτοί αλλοιώνουν τα πρόσωπά τους για να φανούν στους άλλους ότι νηστεύουν. Αληθινά σας λέγω ότι έχουν λάβει ολόκληρη την ανταμοιβή τους. Εσύ όμως όταν νηστεύεις περιποιήσου τα μαλλιά σου και πλύνε το πρόσωπό σου, για να μη φανείς στους ανθρώπους ότι νηστεύεις αλλά στον Πατέρα σου τον αόρατο και ο Πατέρας σου που βλέπει και τις πιο κρυφές πράξεις θα σε ανταμείψει ολοφάνερα.

Μη μαζεύετε θησαυρούς για τον εαυτό σας εδώ στη γη, όπου ο σκόρος και η αποσύνθεση θα τους αφανίσουν και όπου οι κλέφτες τρυπούν τους τοίχους και κλέβουν. Αλλά να μαζεύετε θησαυρούς για τον εαυτό σας στον ουρανό, όπου ούτε ο σκόρος ούτε η αποσύνθεση μπορούν να τους αφανίσουν και όπου οι κλέφτες ούτε τοίχους μπορούν να τρυπήσουν ούτε να κλέψουν. Διότι όπου βρίσκεται ο θησαυρός σας εκεί βρίσκεται και η καρδιά σας.

Το λυχνάρι του σώματος είναι το μάτι. Αν λοιπόν το μάτι σου είναι καθαρό, όλο το σώμα σου θα είναι φωτεινό. Αν όμως το μάτι σου είναι ακάθαρτο, όλο το σώμα σου θα είναι σκοτεινό. Αν λοιπόν το φως που βρίσκεται μέσα σου είναι σκοτάδι, πόσο [πυκνό, αδιαπέραστο] θα είναι;

Κανείς δεν μπορεί να υπηρετεί δύο κυρίους. Διότι ή θα μισήσει τον έναν και θα αγαπήσει τον άλλον ή θα προσκολληθεί στον έναν και θα περιφρονήσει τον άλλον. Και εσείς δεν είναι δυνατόν να υπηρετείτε και τον Θεό και τον Μαμωνά.

Γι' αυτό σας λέγω μη φροντίζετε με αγωνία τι θα φάτε και τι θα πιείτε ούτε τι θα φορέσει το σώμα σας. Δεν αξίζει η ψυχή περισσότερα από την τροφή και το σώμα περισσότερα από την ενδυμασία; Παρατηρήστε τα πτηνά του ουρανού και δείτε ότι ούτε σπέρνουν ούτε θερίζουν ούτε μαζεύουν τροφή σε αποθήκες και ο ουράνιος Πατέρας σας τα τρέφει. Μήπως εσείς δεν είστε πολύ διαφορετικοί από αυτά; Ποιος από εσάς, όση προσπάθεια και αν καταβάλλει, μπορεί να προσθέσει έστω έναν πήχη στο ανάστημά του; Και για την ενδυμασία γιατί ανησυχείτε; Παρατηρήστε τα κρίνα του αγρού πώς μεγαλώνουν. Ούτε κοπιάζουν ούτε γνέθουν. Και όμως σας λέγω ότι ούτε ο Σολομών στη μεγαλύτερή του δόξα δεν ντύθηκε όπως ένα από αυτά. Αν λοιπόν ο Θεός ντύνει έτσι τα χόρτα του αγρού, που σήμερα υπάρχουν και αύριο ρίχνονται στον φούρνο, τότε δεν θα ντύσει πολύ περισσότερο εσάς, ολιγόπιστοι; Μην ανησυχείτε λοιπόν λέγοντας τι θα φάμε ή τι θα πιούμε ή τι θα φορέσουμε; Διότι αυτά επιζητούν οι ειδωλολάτρες. Ο ουράνιος Πατέρας γνωρίζει ότι τα έχετε ανάγκη όλα αυτά. Να επιζητείτε πρώτα από όλα τη βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη Του και όλα αυτά θα σας δοθούν. Μην ανησυχείτε λοιπόν για την αυριανή ημέρα. Διότι η αυριανή ημέρα θα φροντίσει αυτά που ανήκουν σε αυτήν. Σε κάθε ημέρα αρκούν τα δικά της βάσανα.

Μην κρίνετε για να μην κριθείτε. Διότι με την κρίση που κρίνετε θα κριθείτε και εσείς και με το ίδιο μέτρο που μετράτε θα μετρηθείτε και εσείς. Γιατί βλέπεις το αχυράκι στο μάτι του αδελφού σου και δεν αισθάνεσαι το δοκάρι στο δικό σου μάτι; Και πώς θα πεις στον αδελφό σου άφησέ με να βγάλω το αχυράκι από το μάτι σου, όσο υπάρχει ακόμη το δοκάρι στο δικό σου μάτι; Υποκριτή, βγάλε πρώτα το δοκάρι από το μάτι σου και τότε θα δεις καθαρά ώστε να βγάλεις το αχυράκι από το μάτι του αδελφού σου. Μη δίνετε όμως τα άγια στους σκύλους και μη βάζετε τα μαργαριτάρια σας μπροστά στα γουρούνια, διότι μπορεί να τα τσαλαπατήσουν μέσα στη λάσπη και να στραφούν εναντίον σας και να σας κατασπαράξουν.

Ζητήστε και θα σας δοθεί, αναζητήστε και θα ανακαλύψετε, χτυπήστε [την πόρτα] και θα ανοίξει για εσάς. Διότι όποιος ζητεί λαμβάνει και όποιος αναζητεί ανακαλύπτει και για όποιον χτυπά [η πόρτα] ανοίγει. Ποιος άνθρωπος από εσάς, αν ο γιος του τού ζητήσει ψωμί, θα του δώσει πέτρα; Και αν του ζητήσει ψάρι, μήπως θα του δώσει φίδι; Αν λοιπόν εσείς, που είστε αμαρτωλοί, γνωρίζετε να δίνετε ωφέλιμα αγαθά στα παιδιά σας, δεν θα δώσει πολύ περισσότερα αγαθά ο ουράνιος Πατέρας σας σε αυτούς που του τα ζητούν; Ολα όσα θέλετε να κάνουν σε εσάς οι άνθρωποι, αυτά να κάνετε και εσείς σε αυτούς. Διότι αυτός είναι ο νόμος και η διδασκαλία των Προφητών.

Να μπαίνετε από τη στενή πύλη. Διότι πλατιά είναι η πύλη και ευρύχωρος ο δρόμος που οδηγεί στην απώλεια και πολλοί είναι όσοι μπαίνουν από αυτήν. Ενώ στενή είναι η πύλη και δύσκολος ο δρόμος που οδηγεί στη ζωή και λίγοι είναι όσοι την ανακαλύπτουν!

Προσέξτε μάλιστα τους ψεύτικους προφήτες, οι οποίοι έρχονται σε εσάς ντυμένοι πρόβατα, ενώ από μέσα είναι λύκοι αρπακτικοί. Από τις πράξεις τους θα τους καταλάβετε. Μήπως τρυγούν ποτέ σταφύλια από τα αγκάθια ή σύκα από τα τριβόλια; Ετσι λοιπόν κάθε καλό δέντρο κάνει καλούς καρπούς και κάθε δέντρο σάπιο κάνει καρπούς επικίνδυνους. Κάθε δέντρο που δεν κάνει καλό καρπό θα κοπεί και θα ριχτεί στη φωτιά. Αρα, θα τους αναγνωρίσετε από τις πράξεις τους.

Οσοι με προσφωνούν Κύριε, Κύριε δεν θα εισέλθουν όλοι στη βασιλεία των ουρανών, αλλά μόνο όσοι εφαρμόζουν το θέλημα του ουρανίου Πατρός μου. Εκείνη την ημέρα [της Κρίσης] πολλοί θα μου πουν Κύριε, Κύριε, στο όνομά σου δεν προφητεύσαμε και στο όνομά σου δεν διώξαμε δαιμόνια και στο όνομά σου δεν πραγματοποιήσαμε θαύματα πολλά; Και τότε εγώ θα τους πω μπροστά σε όλους ότι ποτέ δεν σας αναγνώρισα ως δικούς μου. Φύγετε από μπροστά μου, εσείς που επιδιώκετε την ανομία.

Καθέναν που ακούει τα λόγια μου αυτά και τα κάνει πράξη, τον παρομοιάζω με άνθρωπο φρόνιμο που έχτισε το σπίτι του πάνω σε πέτρα. Και έπεσε η βροχή και ήρθαν οι χείμαρροι και φύσηξαν οι άνεμοι και έπεσαν με ορμή πάνω στο σπίτι αυτό και δεν γκρεμίστηκε. Διότι ήταν θεμελιωμένο πάνω στην πέτρα.

Και καθέναν που ακούει τα λόγια μου αυτά και δεν τα κάνει πράξη, τον παρομοιάζω με άνθρωπο ανόητο που έχτισε το σπίτι του πάνω σε άμμο. Και έπεσε η βροχή και ήρθαν οι χείμαρροι και φύσηξαν οι άνεμοι και χτύπησαν με ορμή το σπίτι αυτό και γκρεμίστηκε. Και η πτώση του ήταν μεγάλη. "

via

Παραβολή τῆς μελλούσης Κρίσεως (Ματθ. 25, 31-46)



Ἔργα ἐλεημοσύνης φέρονται, ὃτι θά ἀμειφθῶσιν ἐκεῖ ὂχι διότι ἀποκλείει την ἀμοιβήν τῶν ἄλλων ἀρετῶν, ἀλλά διότι εἰς τά ἒργα τῆς ἐλεημοσύνης ἐκδηλοῦται περισσότερον ἡ ἀγάπη.Αἱ μέν καλοί ἀγνοοῦν τάς καλάς πράξεις ἀπό ταπείνωσιν, οἱ δέ κακοί ἀγνοοῦν τάς κακάς πράξεις ἀπό τύφλωσιν. Πόσον αὐστηρόν καί δίκαιον τό δικαστήριον ἐκεῖνο ! Δέν ἐζήτησεν ὁ Θεός ἐργασίαν μεγάλων ἐλεημοσύνων, ἀλλά τῶν ἀναγκαίων, τῶν δυνατῶν καί τῶν ἐλαχίστων. Ἀναγκαῖα εἶναι ἄρτος, φιλοξενία, ἔνδυσις τοῦ γυμνοῦ. Οὒτε πολυτέλειαν τραπεζῶν ἀπῃτησεν, ἳνα δώσωμεν ὡς ἐλεημοσύνην οὒτε πληθώραν ἐνδυμάτων. Δέν ἐζήτησε νά θεραπεύσωμεν τούς ἀσθενεῖς καί ἀποφυλακίσωμεν τούς φυλακισμένους, ἀλλά τό δυνατόν εἰς ἡμᾶς ἤτοι ἐπίσκεψιν αὐτῶν. Καί τό ἐλάχιστον ὕδωρ εἶναι ἀξιόμισθον ὑπό τοῦ Κυρίου.Ἡ σιωπή τῶν ἀδίκων ἔπειτα ἀπό τήν ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου σημαίνει, ὃτι τότε πᾶν στόμα θά φραγῆ. Ὁ Χριστός θά ἀπευθυνθῆ καί θά ἐρωτήσῃ πρῶτον τούς δικαίους, ἳνα ἀκούσωσιν οἱ ἁμαρτωλοί τήν ἀρετήν αὐτῶν καί οὕτω ἐλεγχθῶσιν. Εἰς τήν τιμωρίαν ὃμως θά προηγηθοῦν οἱ κακοί πορευόμενοι εἰς κόλασιν αἰώνιον καί θά ἀκολουθήσουν οἱ ἀγαθοί πορευόμενοι εἰς ζωήν αἰώνιον, ἳνα μή ἲδωσιν oἱ ἄδικοι τήν δόξαν τῶν δικαίων ἐκ τοῡ πλησίον, ἀλλά μόνον ἐκ τοῦ μακράν ἐν Ἅδῃ, οἱ δέ δίκαιοι ἲδωσι τήν καταδίκην τῶν ἀδίκων ἀπερχομένων εἰς τήν τιμωρίαν.

«Ὃταν» κατά τήν μέλλουσαν Κρίσιν «ἔλθῃ ὁ υἱός τοῡ ἀνθρώπου» ὁ Χριστός «ἐν τῆ δόξῃ αὐτοῦ καί πάντες οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι μετ’αὐτοῦ, τότε θα καθίσει ἐπί θρόνου δόξης αὐτοῦ συναχθήσεται » θά συγκεντρωθοῦν «ἒμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τά ἒθνη » ὃλοι οἱ ἄνθρωποι. Τότε «ἀφοριεῖ αὐτούς ἀπ’ ἀλλήλων » θά χωρίσῃ τούς καλούς ἀπό τούς κακούς «ὥσπερ ὁ ποιμήν ἀφορίζει τά πρόβατα ἀπό τῶν ἐριφίων» ὃπως ὁ τσοπάνης χωρίζει τά πρόβατα ἀπό τά κατσίκια «καί στήσει» θά τοποθετήσῃ τιμητικῶς «τά μέν ποόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τά δέ ἐρίφια» τά κατσίκια «ἐξ εὐωνύμων» εἰς τά ἀριστερά Του. «Τότε ἐρεῖ» θά εἲπῃ «ὁ βασιλεύς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ» εἰς τά ἐκ δεξιῶν πρόβατα Του «δεῦτε» ἐμπρός «οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τήν ἡτοιμασμενην ὑμῖν βασιλείαν ἀπό καταβολῆς κόσμου» τήν πρός χάριν σας ἑτοίμην βασιλικήν χαράν, ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει ὁ κόσμος. Σᾶς περιμένει! « Ἐπείνασα γάρ» διότι ἐπείνασα «καί ἐδώκατέ μοι φαγεῖν» μοῦ ἐδώκατε καί ἔφαγα, «ἐδίψησα και ἐποτίσατέ με, ξένος ἢμην καί συνηγάγετέ με» μέ ἐφιλοξενήσατε, «γυμνός και περιεβάλετέ με» μέ ἐνεδύσατε, «ἠσθένησα καί ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην καί ἤλθετε πρός με. Τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι» θά ἀποκριθοῦν εἰς Αὐτόν οἱ δίκαιοι «λέγοντες∙ Κύριε, πότε σέ εἲδομεν πεινῶντα καί ἐθρέψαμεν ἢ διψῶντα καί ἐποτίσαμεν; Πότε δέ σέ εἲδομεν ξένον καί συνηγάγομεν» σέ ἐφιλοξενήσαμεν «ἢ γυμνόν καί περιεβάλομεν» σέ ἐνεδύσαμεν; «Πότε δέ σέ εἲδομεν ἀσθενῆ και ἐν φυλακῇ καί ἢλθομεν πρός σέ; καί ἀποκριθείς ὁ βασιλεύς ἐρεῖ αὐτοῖς» θά εἴπῃ εἰς αὐτούς». «Ἀμήν, λέγω ὑμῖν» σᾶς δηλῶ κατηγορηματικῶς, ὃτι «ἐφ’ ὃσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων» ὃτι ἐκάματε εἰς τούς μικρούς αὐτούς ἀδελφούς «ἐμοί ἐποιήσατε» εἰς ἐμέ τό ἐκάματε.

«Τότε ἐρεῖ καί τοῖς ἐξ εὐωνύμων» τότε ὁ Κύριος θά εἲπῃ καί εἰς τούς ἐξ ἀριστερῶν «πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ καταραμένοι εἰς τό πῦρ τό αἰώνιον τό ἡτοιμασμένον τῶ διαβόλῳ καί τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ». Ὅπως ἡ χαρά τοῦ παραδείσου περιμένει τούς δικαίους κατά παρόμοιον τρόπον ἡ θλῖψις τῆς κολάσεως περιμένει τόν Διάβολον καί τούς ἀγγέλους του, ὃσοι τόν ὑπηρέτησαν. «Ἐπείνασα γάρ καί οὔχ ἔδωκατέ μοί φαγεῖν, ἐδίψησα και οὔκ ἐποτίσατέ με, ξένος ἢμην καί οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός καί οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενής και ἐν φυλακῆ και οὐκ ἐπεσκέψασθέ με. Τότε ἀποκριθήσονται και αὐτοί λέγοντες∙ Κύριε, πότε σέ εἲδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνόν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῆ και οὐ διηκονήσαμέν σοι ;» δέν σέ ὑπηρετήσαμεν; «Τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων∙ ἀμήν λέγων ὑμῖν» σᾶς δηλῶ κατηγορηματικῶς, ὃτι «ἔφ' ὃσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἐλαχίστων» ὃ,τι δέν ἐκάματε εἰς τούς μικρούς «οὐδέ ἐμοί ἐποιήσατε». Καί «ἀπελεύσονται» καί θά ἀπέλθωσιν «οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, oἱ δέ δίκαιοι εἰς ζωήν αἰώνιον».

Ἀνάλυσις τῆς παραβολῆς. Ἐδῶ δεν ἒχομεν παραβολήν ὃπως προηγουμένως, ἀλλά εἰκόνα τῆς «μελλούσης Κρίσεως». Ὁ Χριστός ὀνομάζεται Υἱός τοῦ ἀνθρώπου, διότι, ὃ,τι εἶπε καί ἔπαθε, τό εἶπε καί τό ἒπαθε δι’ ὃλους τούς ἀνθρώπους καί ὃ,τι λέγομεν καί πράττομεν καί ἡμεῖς καλόν ἤ κακόν εἰς τούς ἄλλους ἀνθρώπους, τό λέγομεν καί πράττομεν διά τόν Χριστόν. Ὁ χωρισμός τῶν προβάτων ἀπό τῶν ἐριφίων ὑπό τοῦ Χριστοῦ σημαίνει τήν ἐκεῖ εὐκολίαν τοῦ χωρισμοῦ τῶν ἀχωρίστων ἐδῶ καλῶν καί κακῶν ἀνθρώπων.. Μεθ’ ὃσης δηλαδή εὐκολίας χωρίζει ὁ τσοπάνης τά πρόβατα ἀπό τά κατσίκια, μετά τῆς αὐτῆς εὐκολίας θά χωρίσῃ ὁ Θεός καλούς καί κακούς. Πρός ἐρίφια παρομοιάζονται οἱ κακοί ἄνθρωποι, διότι οὗτοι εἶναι ἄγονοι καί ἄγριοι ὃπως τά κατσίκια. Πρός πρόβατα παρομοιάζονται οἱ εὐσεβεῖς, διότι οὗτοι εἶναι ἀθῶοι, πρᾶοι καί γόνιμοι, ὃπως τά πρόβατα. Ἡ ἐκ δεξιῶν θέσις εἶναι τιμῆς ἕνεκεν. Ἡ ἐξ ἀριστερῶν θέσις ἀτιμίας δεῖγμα. Οἱ δίκαιοι ὀνομάζονται εὐλογημένοι τοῦ Πατρός, ἐνῶ οἱ ἄδικοι κατηραμένοι ἄνευ τῆς προσθήκης τοῡ Πατρός, διότι οἱ δίκαιοι σώζονται διά τῆς θείας χάριτος, δι’ἧς εἰργάσθησαν ἐδῶ τήν ἀρετήν καί ἀπολαμβάνουσιν ἐκεῖ τήν ἀμοιβήν, οἱ δέ ἄδικοι τιμωροῦνται ἐξ ἰδίων των ἔργων. Ἑπομένως αἰτία τῆς σωτηρίας μας ἡ θεία χάρις, τῆς δέ ἀπώλειάς μας τά κακά μας ἒργα.

Ἡ ὡς ἀμοιβή διδομένη «βασιλεία» ἤτοι ἡ βασιλική δόξα χαρακτηρίζεται ὃτι εἶναι ἡτοιμασμένη ἀπό καταβολῆς κόσμου, ἳνα τονισθῆ τό μέγα ἐνδιαφέρον τοῦ Θεοῦ ὑπέρ ἡμῶν. Ἔργα ἐλεημοσύνης φέρονται, ὃτι θά ἀμειφθῶσιν ἐκεῖ ὂχι διότι ἀποκλείει την ἀμοιβήν τῶν ἄλλων ἀρετῶν, ἀλλά διότι εἰς τά ἒργα τῆς ἐλεημοσύνης ἐκδηλοῦται περισσότερον ἡ ἀγάπη. Οἱ δίκαιοι ἐρωτοῦν πότε εἶδαν τόν Χριστόν πεινῶντα, διψῶντα καί ἒδωκαν εἰς Αὐτόν,τροφήν καί ὓδωρ ὂχι διότι ἀγνοοῦν τήν ἀμοιβήν, ἀλλά θαυμάζουν τήν γενναιοδωρίαν τοῦ Δεσπότου Θεοῦ καί ἀγνοοῦν ὃτι ἔκαμον καλόν, διότι κατά τόν λόγον τοῦ Κυρίου, δέν ἐγνώριζεν ἡ δεξιά των τί ἐποίει ἡ ἀριστερά των. Δέν γνωρίζουν καί οἱ κακοί τάς κακάς των πράξεις καί ποίας συνεπείας ἔχουσιν αὗται, διότι εἶναι τυφλωμένοι. Ἑπομένως οἱ μέν καλοί ἀγνοοῦν τάς καλάς πράξεις ἀπό ταπείνωσιν, οἱ δέ κακοί ἀγνοοῦν τάς κακάς πράξεις ἀπό τύφλωσιν. Ὁποία διαφορά !

Ἐνταῦθα δέν κατηγοροῦνται κακαί πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν, ἀλλά καλαί αἱ ὁποῖαι δέν ἔγιναν. Πόσον αὐστηρόν καί δίκαιον τό δικαστήριον ἐκεῖνο ! Δέν ἐζήτησεν ὁ Θεός ἐργασίαν μεγάλων ἐλεημοσύνων, ἀλλά τῶν ἀναγκαίων, τῶν δυνατῶν καί τῶν ἐλαχίστων. Ἀναγκαῖα εἶναι ἄρτος, φιλοξενία, ἔνδυσις τοῦ γυμνοῦ. Οὒτε πολυτέλειαν τραπεζῶν ἀπῃτησεν, ἳνα δώσωμεν ὡς ἐλεημοσύνην οὒτε πληθώραν ἐνδυμάτων. Δέν ἐζήτησε νά θεραπεύσωμεν τούς ἀσθενεῖς καί ἀποφυλακίσωμεν τούς φυλακισμένους, ἀλλά τό δυνατόν εἰς ἡμᾶς ἤτοι ἐπίσκεψιν αὐτῶν. Καί τό ἐλάχιστον ὕδωρ εἶναι ἀξιόμισθον ὑπό τοῦ Κυρίου. Ἡ σιωπή τῶν ἀδίκων ἔπειτα ἀπό τήν ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου σημαίνει, ὃτι τότε πᾶν στόμα θά φραγῆ. Ὁ Χριστός θά ἀπευθυνθῆ καί θά ἐρωτήσῃ πρῶτον τούς δικαίους, ἳνα ἀκούσωσιν οἱ ἁμαρτωλοί τήν ἀρετήν αὐτῶν καί οὕτω ἐλεγχθῶσιν. Εἰς τήν τιμωρίαν ὃμως θά προηγηθοῦν οἱ κακοί πορευόμενοι εἰς κόλασιν αἰώνιον καί θά ἀκολουθήσουν οἱ ἀγαθοί πορευόμενοι εἰς ζωήν αἰώνιον, ἳνα μή ἲδωσιν oἱ ἄδικοι τήν δόξαν τῶν δικαίων ἐκ τοῡ πλησίον, ἀλλά μόνον ἐκ τοῦ μακράν ἐν Ἅδῃ, οἱ δέ δίκαιοι ἲδωσι τήν καταδίκην τῶν ἀδίκων ἀπερχομένων εἰς τήν τιμωρίαν.



Θέμα: Ὕπαρξις καί εἶδος Μελλούσης Κρίσεως.

Ἡ παροῦσα εὐαγγελική διήγησις μᾶς εἶπεν, ὃτι θά ἔλθῃ στιγμή κατά τήν ὁποίαν θά χαλάσῃ αὐτός ὁ κόσμος και ὃλα τοῦ κόσμου τά μεγαλεῖα καί αἱ συμφοραί. Ἕνα μεγαλεῖον καί μιά συμφορά θά μείνουν εἰς τήν θέσιν των μέ δικαιώματα αἰωνίου ὑπάρξεως. Ποῖα εἶναι αὐτά; Ἡ ἀρετή καί ἡ κακία. Πλοῦτος ὑλικός, ἐπιδόσεις ἐπιστημονικαί, φλέβαι καλλιτεχνικαί ὡς γνώσεις ἐπί μέρους, ὃπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, θά καταργηθοῦν, διότι θά ἒλθῃ τό τέλειον. Πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς χωλαίνομεν τόσον στήν πίστιν τῆς ὑπάρξεως μελλούσης ζωῆς, ὃσον καί εἰς τήν ἐκτίμησιν τῆς πραγματικῆς ἀξίας μεταξύ τῶν πολλῶν ἀξιῶν ὑλικῶν καί πνευματικῶν! Ἄλλοι δηλαδή ἄνθρωποι ἀπιστοῦν, ὃτι ὑπάρχει μέλλουσα ζωή μέ διάφορες δικαιολογίες (ἤ ὃτι δέν εἶδον καί δέν πιστεύουν, ἤ ἀπό τάς ἀδικίας τοῦ κόσμου τούτου ἒρχονται, καί εἰς αὐτήν τήν ἀνυπαρξίαν τοῦ Θεοῦ, διότι ὁ βίος εἶναι τοιοῦτος, ὥστε ἀντίκειται πρός τάς τοιαύτας πεποιθήσεις κ.λ.π.) Ἄλλοι δέ πιστεύοντες εἰς τήν ὓπαρξιν τῆς ἄλλης ζωῆς σφάλλουσιν εἰς τήν ἐκτίμησιν τῆς πραγματικῆς ἀξίας, θαυμάζοντες τάς ἐπιστημονικάς κορυφάς, τίς καλλιτεχνικές φλέβες, τόν ὑλικόν πλοῦτον ἤτοι ἀποθεώνουν τήν ἀξίαν τῆς ἐπιστήμης, τῆς τέχνης καί τοῦ ἐπιγείου πλούτου, ἀδιαφοροῦσι δέ εἰς τήν ἀξίαν τοῦ ἀγαθοῦ ἀνθρώπου. Ἡ περικοπή αὐτή τοῦ εὐαγγελίου θέτει καί. τά δύο αὐτά πράγματα εἰς τήν θέσιν των. Ἄς τά μελετήσωμεν.

Α'. Ὓπαρξις μελλούσης Κρίσεως. «Φάγωμεν, πίωμεν, αὔριον γάρ ἀποθνήσκομεν». Ἰδού τό ἔμβλημα πολλῶν ἀνθρώπων τοῦ κόσμου τούτου! Ἡ μέλλουσα ζωή εἶναι δι’ αὐτούς παραμύθι τῶν παπάδων καί ἀρχόντων πρός ἀργυρολογίαν αὐτῶν ἤ συγκράτησιν τοῦ λαοῦ ἀπό τό κακόν. Ἐδῶ εἶναι ἡ κόλασις καί ὁ παράδεισος, λέγουν ἄλλοι. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μία ἀνωτέρα μορφή τοῦ ζώου, δευτέρα ἔκδοσις τοῦ πιθήκου ἐπηυξημένη καί βελτιωμένη, ἰσχυρίζονται οἱ ὑλισταί. Ὅπως τό ζῶον ἒτσι καί ὁ ἄνθρωπος μετά τόν θάνατον ἐπανέρχεται εἰς ἀνυπαρξίαν.

Ἄς μελετήσωμεν τόν ἄνθρωπον φιλοσοφικῶς, ἳνα ἲδωμεν, ἄν αὐτά εὐσταθοῦν. Κατά τήν μελέτην μας δέν θά πάρωμεν ὡς βάσιν συζητήσεως τί πιστεύουν 5 ἤ 10 ἄνθρωποι, θά λάβωμεν κάτι τό ὁποῖον παρατηρεῖται εἰς ὃλους τούς ἀνθρώπους ὃλων τῶν ἐποχῶν, ὃλων τῶν τόπων ἀνεξαρτήτως κοινωνικῆς προελεύσεως, φύλου, ἡλικίας κ.λ.π. κάτι δηλαδή τό πανανθρώπινον. Ποῖον εἶναι τοῦτο; Ἰδού. Οὐδείς ἄνθρωπος ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος νά μην ἐδοκίμασεν ἒστω καί μίαν φοράν εἰς τήν ζωήν του τό φαινόμενον τῆς ἀγανακτήσεως διά κακήν διαγωγήν τοῦ ἄλλου. Εἰς ὃλους μας δηλαδή κάποτε θά ἐδόθη ἡ περίστασις ἤ ἀφορμή νά αἰσθανθῶμεν ἀγανάκτησιν διά κάποιαν, κατά τήν ἀντίληψιν μας ἀδικίαν. Τό φαινόμενον τοῦτο τῆς ἀγανακτήσεως ἀναλυόμενον τί σημαίνει; Σημαίνει, ὃτι μέσα σέ κάθε ἄνθρωπον ζοῦν δύο κόσμοι. Ὁ μέν εἷς λέγει. Ὁ δίκαιος πρέπει νά ἀμείβεται, ὁ κακός πρέπει νά τιμωρῆται. Παρ’ ὃλην ὅμως τήν ἐσωτερικήν αὐτήν φωνήν παρατηροῦμεν εἰς τήν ζωήν τό ἀντίθετον ἤτοι ὁ κακός νά περνᾶ πολλές φορές καλά, νά ἔχῃ δηλαδή ἐξωτερικάς τιμὰς καί ἀπολαύσεις, ὁ δέ δίκαιος νά ὑποφέρῃ σηκώνων τόν σταυρόν του μέχρι τοῦ Γολγοθᾶ, ὃπως καί ὁ Ἰησοῦς. Οἱ δύο κόσμοι ἐσωτερικός καί ἐξωτερικός ἔρχονται εἰς σύγκρουσιν. Ἐκ τῆς συγκρούσεως τῶν δύο αὐτῶν κόσμων, τοῦ ἐσωτερικοῦ καί τοῦ ἐξωτερικοῦ, γεννᾶται τό φαινόμενον τῆς ἀγανακτήσεως.

Διά νά ἠρεμήσῃ ὁ ἄνθρωπος ἐκ τῆς συγκρούσεως τῆς φωνῆς τῆς συνειδήσεως καί τῆς ἐξωτερικῆς ἀδικίας πρέπει ἕνα ἐκ τῶν τριῶν νά συμβῆ.

1)Ἢ νά μήν ὑπάρχῃ εἰς τον κόσμον ἡ ἀδικία ἤ

2) ἐάν ὑπάρχῃ, νά λείψῃ ἡ φωνή τῆς συνειδήσεως, νά πνιγῆ ὁ ἐσωτερικός μας ἀόρατος κόσμος τῆς δικαιοσύνης καί

3) ἐφ’ ὃσον ὑπάρχουν καί τά δύο αὐτά, πρός λύσιν τῆς τραγικῆς συγκρούσεως τούτων, πρέπει νά παραδεχθῶμεν την μέλλουσαν ζωήν, ὃπου τά πράγματα θά εὓρουν τήν θέσιν των.

Εἶναι ὃμως δυνατόν νά πνιγῆ ὁ ἐσωτερικός κόσμος τῆς δικαιοσύνης, νά μήν ὑπάρχη ἡ φωνή τῆς συνειδήσεως ; Ἀπαντῶ: Ὄχι καί ἰδού διατί. Τόσον βαθειά εἶναι ριζωμένος ὁ κόσμος αὐτός, ἡ φωνή αὐτή μέσα μας, ὥστε τόσαι ἀδικίαι τόσων αἰώνων, τόσων μεγάλων καί τρανῶν ἀνθρώπων δέν ἴσχυσαν νά πνίξουν τήν πανανθρωπίνην αὐτήν φωνήν τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου, τήν φωνήν τῆς συνειδήσεως, ἀλλά ἐξακολουθοῦμεν νά ἐπιμένωμεν, ὃτι ὁ δίκαιος πρέπει νά ἀμείβεται καί ὁ κακός πρέπει νά τιμωρῆται. Ἀλλά ἐξακολουθεῖ νά ὑπάρχῃ καί ἡ ἐξωτερική πραγματικότης τῆς ἀδικίας. Πόσοι δίκαιοι δέν ἐκρεμάσθησαν ὃπως ὁ Ἴησοῦς; Πόσοι κακοί δέν καλοπερνοῦν! Τί πρέπει νά γίνῃ διά νά εἴμεθα σύμφωνοι μέ τό βάθος μας, μέ τόν ἑαυτόν μας, μέ τήν λογικήν; Ἰδού! Εἶναι δίκαιον, λογικόν ὁ δίκαιος ὁ ὁποῖος ἠδικήθη ἐδῶ καί ὁ ἄδικος ὁ ὁποῖος δέν ἐτιμωρήθη ἐδῶ, ὃπως καί ὃσον ἔπρεπε, νά εὓρουν ὁ μέν δίκαιος τήν ἀμοιβήν, ὁ δέ ἄδικος τήν τιμωρίαν κάπου ἀλλοῦ ἤτοι εἰς τήν ἄλλην ζωήν. Εἶναι ἄδικον, ἐάν τά πράγματα δέν τεθοῦν εἰς τήν θέσιν των. Ὥστε ἡ μή ὓπαρξης τῆς μελλούσης ζωῆς, ἀμοιβῆς καί τιμωρίας ἤτοι Κολάσεως καί Παραδείσου ἀντίκειται εἰς τήν ἐσωτάτην φύσιν τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἀδικία! Ἑπομένως ἐκεῖνο τό ὁποῖον λέγουσι μερικοί, ὃτι «ἐδῶ εἶναι ἡ κόλασις καί ὁ παράδεισος» διότι ἐδῶ καλοπερνοῦν καί κακοπερνοῦν οἱ ἄνθρωποι, εἶναι ψευδές. Ἐδῶ ἡ κόλασις καί ὁ παράδεισος εἶναι μπερδεμένα, διότι πολλοί οἱ ὁποῖοι πρέπει νά εἶναι εἰς τήν κόλασιν εἶναι εἰς τόν παράδεισον καί ἄλλοι οἱ ὁποῖοι πρέπει νά εἶναι εἰς τόν παράδεισον εἶναι εἰς τήν κόλασιν. Πρέπει νά ξεμπερδευτοῦν. Τοῦτο θά γίνη εἰς τήν ἄλλην ζωήν.

Πλήν τούτου. Σκεφθῆτε σοβαρά, ὃτι ὁ θάνατος εἶναι τό τελικόν τέρμα ὃλων, ὥστε ἄν λάβωμεν μιά ζυγαριά καί θέσωμεν εἰς τόν ἓνα δίσκον ὃλας τάς χαράς τοῦ κόσμου καί εἰς τόν ἄλλον δίσκον τόν θάνατον, ἀσφαλῶς βαρύτερος εἶναι ὁ θάνατος.

Ό Pascal ἔχει ἐπί τοῦ προκειμένου μίαν πολύ σοφήν σκέψιν, τήν ἑξῆς: «Ἄς ὑποθέσωμεν, λέγει, ὃτι ἒλυσα ὃλα τοῦ κόσμου τά προβλήματα, φιλοσοφικά, ἀστρονομικά, μαθηματικά, γεωλογικά, ἱστορικά κ.λ.π. δέν ἔλυσα ὃμως τό πρόβλημα τοῦ θανάτου και τώρα ἀποθνήσκω, θά δυνηθοῦν ἐκεῖνα τά λυθέντα προβλήματα νά θερμάνουν τήν παγωνιά τοῦ ἄλυτου προβλήματος τοῦ βασάνου, κατά τήν ὥραν τοῦ θανάτου μου; Ὄχι ἀσφαλῶς. Kαί ἀντιστρόφως. Οὐδέν ἔλυσα ἐκ τῶν κοσμικῶν καί ἐπιστημονικῶν προβλημάτων, ἔλυσα ὃμως τό τοῦ θανάτου πρόβλημα θετικῶς καί ἐπείσθην, ὃτι ὑπάρχει μέλλουσα μακαριότης καί ἀποθνήσκω, θά δυνηθῆ νά ψυχράνῃ ἡ ἂγνοια τῶν ἀλύτων ἐκείνων προβλημάτων τήν γνῶσιν τοῡ προβλήματος τοῦ θανάτου; Ὄχι. Ἂρα; Πρέπει νά λύσωμεν τό πρόβλημα τῆς πέραν τοῦ τάφου ζωῆς. Τοῦτο θά λυθῆ, ἂν πιστεύσωμεν εἰς τήν ὓπαρξιν τῆς ἄλλης ζωῆς. Ὅ,τι θεωρεῖ λοιπόν ἡ λογική ὡς ἀπαραίτητον, τό λέγει ὁ Κύριος ρητῶς, ὡς εἲδομεν εἰς τήν διήγησιν τῆς μελλούσης Κρίσεως. Πολλοί πιστεύουν ὃτι ὑπάρχει, άλλά ἀγνοοῦν εἰς τί θά ἀπολογηθοῦν. Ἲδωμεν.



Β) Ἡ μέλλουσα Κρίσις. Ὥστε ἀπό λογικῆς ἀπόψεως πρέπει νά ὑπάρχῃ μέλλουσα ἀποκατάστασις τῶν ἀδικιῶν τοῦ κόσμου, ἀπό χριστιανικῆς δέ ἀπόψεως ὑπάρχει. Πῶς θά κριθῶμεν τότε; Κρίσις ὑπάρχει καί ἐδῶ. Καί ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι κρίνομεν. Ἤτοι θέτομεν ἄλλους ἐκ δεξιῶν μας, ἄλλους ἐξ ἀριστερῶν μας. Ὡς βάσις τῆς κρίσεως λαμβάνονται διάφορα χαρίσματα τοῦ κόσμου, ὀμορφιά, φωνή, πλοῦτος, γνώσεις, καλλιτεχνία. Ἢτοι ἐκ δεξιῶν τίθεται ὑπό τήν εὒνοιάν μας ὁ ἐμφανίσιμος κατά τήν μορφήν ἤ τήν ἐνδυμασίαν, εἰς τά ἀριστερά μας ὑπό δυσμένειαν τίθεται ὁ ἐκ φύσεως μή ἐμφανίσιμος κατά τήν μορφήν καί ἐξ’ οἰκονομικῆς ἀνεχείας μή εὐπαρουσίαστος κατά τήν ἐνδυμασίαν, εἰς τά δεξιά μας τίθεται ὑπό τήν εὒνοιάν μας ὁ ἐμφανίσιμος κατά την μορφήν ἢ ἒχων ἐκ φύσεως μελῳδικήν ψαλμῳδίαν καί ἀπαγγελίαν, ἐξ εὐωνύμων ὁ ἠδικημενος εἰς τά τοιαῦτα. Ὑπό θαυμασμόν ἔχομεν τόν μεγάλον ἐπιστήμονα καί καλλιτέχνην, ὑπό περιφρόνησιν δέ τόν μή πεπροικισμένον ὑπό τοιούτων χαρισμάτων. Ὑπό ἐκτιμησίν μας εἰς τά δεξιά μας ὑπάρχουν οἱ θεραπεύοντες τόν ὑλικόν ἤ πνευματικόν ἐγωισμόν μας, εἰς τά ἀριστερά μας ὑπό τήν δυσμένειαν μας οἱ θίγοντες ἡμᾶς ὑλικῶς ἤ ἠθικῶς. Ἰδού πῶς κρίνομεν, πῶς χωρίζομεν ἡμεῖς τά πράγματα.

Δέν θέλω νά περιφρονήσω ὃλας τάς ἀξίας αὐτάς. Ἀρκεταί ἐξ αὐτῶν εἶναι χαρίσματα τοῦ θεοῦ καί εἶναι ἂξια πάσης προσοχῆς. Ἐν τούτοις ὡς βάσις κατά τήν μέλλουσαν Κρίσιν θά ληφθῆ κάτι, τό ὁποῑον δύναται νά ὑπάρχῃ εἰς ὃλους καί ὂχι εἰς ὀλίγους. Ἡ ὡραία μορφή καί φωνή, ἡ εὐφυΐα, ὁ πλοῦτος κ.λ.π. εἶναι εἰς μερικούς ἀνθρώπους καί πρόσκαιρα. Ποῖον εἶναι τό κοινόν ἀγαθόν, τό ὁποῖον θά μείνῃ αἰώνιον; Εἶναι ἡ πρός τόν ἄλλον βοήθεια. Αὐτή ἡ ἀξία δύναται νά ὑπάρχῃ εἰς ὃλους. Ὅλοι μποροῦμε νά γίνωμεν καλοί ἄνθρωποι. Ὅλοι δέν μποροῦμε νά γίνωμεν ἐπιστήμονες, ψάλται κ.τ.λ. . Ἑπομένως κατά τόν μεγάλον ἐκεῖνον χωρισμόν θά κριθῶμεν ἐπί τῆ βάσει ὂχι τῶν χαρισμάτων τοῦ Θεοῦ ἀλλά τῆς ἰδικῆς μας διαθέσεως καί ἐργασίας.Ὄχι δηλαδή ἄν, εἶχες σπίτια καί ἀνάκτορα θά τεθῆς εἰς τά δεξιά τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἄν ἐφιλοξένησες. Ὄχι ἄν εἶχες ρευστόν χρῆμα, ἄλλα ἄν μέ αὐτό ἐνέδυσες τό ὀρφανόν. Ὄχι ἄν ἦσο ἐλεύθερος, ἄλλα ἄν ἐπεσκέπτεσο τούς φυλακισμένους. Ὄχι ἄν ἦσο ὑγιής καί εὔρωστος, ἄλλα ἄν ἐπεσκέπτεσο τούς ἀσθενεῖς. Ὄχι ἄν ἐφοροῦσες πολυτελῆ ἐνδύματα, ἄλλα ἄν ἐνέδυες τόν γυμνόν. Ὄχι ἄν εἶχες φίλους καί φίλας, ἄλλα ἄν ἐφιλοξένεις τούς ξένους. Ὄχι ἄν κατήγεσο ἀπό οἰκογένειαν μεγάλην καί τρανήν καί ἐκαυχᾶσο δι’ αὐτήν, ἀλλά ἄν συνεπάθης τήν χήραν καί τό ὀρφανό, oἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν ὂχι οἰκογένειαν, ἄλλα οὔτε σύζυγον καί πατέρα.

Γενικῶς δέ οἱ ἄνθρωποι θά χωρισθοῦν ἐκεῖ εἰς ἀνθρώπους καί παληανθρώπους. Πόσον σοφός, δίκαιος, συγκινητικός καί ὠφέλιμος εἶναι ὁ χωρισμός ἐκεῖνος! Ἄς φροντίσωμεν νά γίνωμεν καλοί ἄνθρωποι.
Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)

Ἡ Θεότητα τοῦ Χριστοῦ ( Ἰωάν. 5,17-30 )





Ὁ Ἰησοῦς ἀποκαλύπτεται ὡς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ (Ἰωάννου 5,17—30)

Ἡ Θ ε ό τ η ς του.

Ὁ Κύριος κατηγορηθείς διὰ τὴν παράβασιν τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου ἀπεκρίθη εἰς τοὺς Ἰουδαίους. «Ὁ Πατήρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται, κἀγώ ἐργάζομαι». Ὁ Πατὴρ, ὁ Θεὸς δηλαδή, ἂν καὶ κατέπαυσε τὸ δημιουργικόν του ἔργον καὶ ἀνεπαύθη τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου, ὡς συντηρητὴς ὅμως καὶ προνοητής τοῦ κόσμου καὶ τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων δὲν ἔπαυσε λόγω τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου νὰ ἐργάζεται προνοῶν καὶ συντηρῶν τὸν κόσμον καθ' ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος. Προνοεῖ δὲ περὶ τοῦ κόσμου, διότι ἀνατέλλει τὸν ἥλιον, τρέφει τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ, τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ αὐξάνει κ.λ.π. Τὸ ἴδιον κάμνω καὶ ἐγὼ θεραπεύσας τὸν παράλυτον κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου, λέγει ὁ Χριστός.


Ὁ Χριστὸς ἐδῶ ὄχι μόνον δικαιολογεῖ τὴν παράβασιν τοῦ Σαββάτου, ἀλλὰ ὁμολογεῖ ἑαυτὸν ὅμοιον μὲ τὸν Θεόν. Τοῦτο ἐσκανδάλισε πολύ τούς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι ἐσκέφθησαν «ἀποκτεῖναι» νὰ θανατώσουν Τὸν Χριστόν. Διά τοῦτο λέγει ρητῶς ὁ Εὐαγγελιστής. «Διά τοῦτο οὒν μᾶλλον ἐζήτουν Αὐτὸν οἱ Ἰουδαῖοι ἀποκτεῖναι, ὅτι οὐ μόνον ἔλυε τὸ Σάββατον, ἀλλὰ καὶ Πατέρα ἴδιον ἔλεγε τὸν Θεόν, ἴσον ἑαυτὸν ποιῶν τῷ Θεῷ».

Πρὸς τοὺς σκανδαλισθέντας Ἰουδαίους ὁ Ἰησοῦς «ἀπεκρίθη καὶ εἶπεν: Ἀμήν, Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ δύναται ὁ Υἱὸς ποιεῖν ἀφ' ἑαυτοῦ οὐδέν, ἐὰν μὴ τι βλέπῃ τὸν πατέρα ποιοῦντα· ἃ γὰρ ἂν Ἐκεῖνος ποιῇ, ταῦτα καὶ ὁ Υἱὸς ὁμοίως ποιεῖ». Μετὰ πάσης ἐγκυρότητος σᾶς βεβαιῶ, λέγει ὁ Χριστός, ὅτι μεταξὺ ἐμοῦ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Θεοῦ—Πατρὸς ἀπόλυτος σύμπτωσις καὶ ἁρμονία σχέσεων, σκέψεων ὑπάρχει καὶ ἐνεργειῶν, οἵα μεταξὺ Υἱοῦ καὶ Πατρὸς στενῶς συνδεδεμένων μεταξὺ των. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἐγὼ δηλαδή, λέγει ὁ Χριστός, ὄχι μόνον εἶμαι παντοδύναμος ἐργαζόμενος, ὅπως ὁ Πατήρ μου καὶ εἶμαι σύμφωνος πρὸς Αὐτὸν ἀλλὰ κατὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐργάζεται ὁ Πατήρ, ὁμοίως κατὰ τὸν αὐτὸν ἐργάζομαι καὶ ἐγώ. Αἰτία δὲ τῆς στενῆς ταύτης συνεργασίας Πατρὸς καὶ Υἱοῦ εἶναι, συνεχίζει ὁ Κύριος, ἡ ἀγάπη τοῦ Πατρὸς πρὸς τὸν Υἱόν του. «Ὁ γὰρ Πατὴρ φιλεῖ τὸν Υἱὸν καὶ πάντα δείκνυοιν αὐτῷ, ἅ Αὐτὸς ποιεῖ, καὶ μείζονα τούτων δείξει αὐτῷ ἔργα, ἵνα ὑμεῖς θαυμάζητε». Ἀπόδειξις δηλαδὴ τῆς στενῆς συνεργασίας ταύτης εἶναι ἡ θεραπεία τοῦ παραλύτου, τὴν ὁποίαν ἔδειξε πρὸς αὐτὸν καὶ δι' αὐτοῦ πρὸς ὑμᾶς, λέγει ὁ Κύριος, ἀλλὰ καὶ περισσότερον θαυμαστὰ ἔργα θὰ δείξη πρὸς ὑμᾶς, ἵνα θαυμάσητε. Τὰ μεγαλύτερα αὐτὰ θαυμαστὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα θὰ κάμῃ ὁ Υἱός, ὁ Χριστὸς μετὰ τοῦ Πατρός, τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ ψυχικὴ καὶ σωματικὴ νεκρανάστασις καὶ ἡ δίκη τοῦ κόσμου.

Καὶ πρῶτον διὰ τὴν νεκρανάστασιν ταύτην ὁ Κύριος λέγει: «Ὥσπερ γὰρ ὁ Πατὴρ ἐγείρει τοὺς νεκροὺς καὶ ζωοποιεῖ, οὕτω καὶ ὁ Υἱὸς οὕς θέλει ζωοποιεῖ». Ἐδῶ τονίζεται ἡ ἐλευθερία καὶ παντοδυναμία τοῦ Χριστοῦ, ὡς Θεοῦ, ὁ ὁποῖος, εἰς ἐκείνους τοὺς ὁποίους θέλει, δίδει ζωὴν φυσικὴν καὶ ὑπερφυσικὴν διὰ τῆς νεκραναστάσεως τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος αὐτῶν. Δεύτερον εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ δικάζειν. «Οὐδὲ γὰρ ὁ Πατὴρ κρίνει οὐδένα, ἀλλὰ τὴν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ Υἱῷ». Ὁ Χριστὸς δηλαδὴ θὰ γίνῃ δικαστὴς τῶν εὐσεβῶν καὶ τῶν ἀσεβῶν ἑπομένως ὑπονοεῖται καὶ ὑμῶν τῶν Φαρισαίων. Τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι ὁ Πατὴρ δὲν κρίνει, ἀλλὰ ὅτι ὁ Πατὴρ δικάζει ὡς καὶ ὁ Υἱός. Τὰ μείζονα ταῦτα ἔργα ἤτοι ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν καὶ ἡ δίκη τῶν ἀνθρώπων ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ θὰ δοθῶσιν εἰς τὸν Χριστόν, «ἵνα πάντες τιμῶσι τὸν Υἱόν, καθὼς τιμῶσι τὸν Πατέρα· ὁ μὴ τιμῶν τὸν Υἱόν, οὐ τιμᾷ τὸν Πατέρα τὸν πέμψαντα Αὐτόν». Λόγια ξάστερα! Ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ δίκη τῶν ἀνθρώπων ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ, εἶναι πρὸς δόξαν τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Κύριος κατόπιν βεβαιώνει, ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ κάμῃ τὴν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν καὶ τὴν δίκην τῶν ἀνθρώπων, ὄχι μόνον κατὰ τὴν μέλλουσαν κρίσιν ἀλλὰ ἀπὸ ἐδῶ τώρα, διότι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ δίκη ἀρχίζει ἀπὸ ἐδῶ καὶ τελειώνει ἐκεῖ εἰς τὴν ἄλλην ζωήν. Διὰ τοῦτο λέγει. «Ἀμήν, Ἀμὴν» ἤτοι κατὰ τὸν πλέον κατηγορηματικὸν τρόπον, «λέγω ὑμῖν, ὅτι ὁ τὸν λόγον μου ἀκούων καὶ πιστεύων τῷ πέμψαντί με ἔχει ζωὴν αἰώνιον καὶ εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν». Καὶ ἀκόμη σαφέστερον «λέγω ὑμῖν, ὅτι ἔρχεται ὥρα καὶ νῦν ἐστίν, ὅτε οἱ νεκροὶ ἀκούσονται τῆς φωνῆς τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ οἱ ἀκούσαντες ζήσονται». Νεκροὶ» ἐδῶ ὀνομάζονται οἱ μακράν τοῦ Χριστοῦ, οἱ ὁποῖοι ὡς μέτοχοι τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος εἶναι νεκροὶ ψυχικῶς ἤτοι ἁμαρτωλοὶ καὶ θνητοί. Διὰ τῆς ἁμαρτίας εἶναι χωρισμένη ἡ ψυχὴ των ἀπὸ τὸν Θεόν, διὰ δὲ τοῦ θανάτου χωρίζεται τὸ σῶμα των ἀπὸ τὴν ψυχὴν των. Ἐκεῖνοι ὅμως ἐξ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀκούσωσι καὶ θὰ πιστεύσωσιν εἰς τὴν φωνὴν τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ Χριστοῦ «ζήσονται» ἤτοι θὰ συγχωρηθοῦν ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ θὰ ἑνωθῆ ἐδῶ ἡ ψυχὴ των μετ' Αὐτοῦ καὶ μετὰ τῶν σωμάτων των εἰς τὴν ἄλλην ζωήν. Ἑπομένως ἡ πνευματικὴ ζωὴ τῶν πιστῶν ἀρχίζει ἀπὸ ἐδῶ διὰ τοῦτο λέγει «καὶ νῦν ἐστὶ» καὶ θὰ συνεχισθῆ εἰς τὴν ἄλλην ζωήν, διὰ τοῦτο λέγει «ἔρχεται ὥρα».

Κατόπιν ὁ Κύριος βεβαιοῖ, ὅτι τὴν διπλῆν ἐξουσίαν ταύτην ἀναστάσεως καὶ κρίσεως δὲν ἔχει μόνον ὡς Υἱὸς Θεοῦ (ἀφοῦ δι' αὐτοῦ ὡς Υἱοῦ τὰ πάντα ἐγένετο καὶ ἄνευ αὐτοῦ οὐδὲ ἕν γέγονε ἄρα εἶναι πηγὴ ζωῆς) ἀλλὰ καὶ ὡς ἄνθρωπος, ἔλαβε δὲ ταύτην ἐκ τῆς πηγῆς τῆς ζωῆς, τοῦ Πατρός του καὶ λέγει « Ὥσπερ γὰρ ὁ Πατὴρ ἔχει ζωὴν ἐν ἐαυτῷ, οὕτως ἔδωκε καὶ τῷ Υἱῷ ζωὴν ἔχειν ἐν ἑαυτῷ καὶ ἐξουσίαν ἔδωκεν αὐτῷ καὶ κρίσιν ποιεῖν, ὅτι Υἱὸς ἀνθρώπου ἐστί». Ὁ Κύριος ἔχει τὴν διπλῆν ταύτην ἐξουσίαν καὶ ὡς ἄνθρωπος, διότι σταυρωθεὶς «κατακρίνας δηλαδὴ τὴν ἁμαρτίαν ἐν τὴ σαρκὶ» καὶ ἀναστὰς ἐπεράτωσε τὸ ἀπολυτρωτικόν του ἔργον καὶ ἔχει δικαίωμα νὰ γίνῃ κριτὴς τῶν νεκρῶν ἀνιστῶν αὐτούς. Πλὴν αὐτοῦ ὁ Χριστὸς εἶναι κεφαλὴ τῆς ἀνθρωπότητος. Τιμωρήσας τὴν ἁμαρτίαν εἰς τὸ ἀθῷον του σῶμα, ἔχει δικαίωμα νὰ καταδικάση ταύτην εἰς τὰ σώματα τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ἀμετανόητων.

Κατόπιν διὰ τὴν μέλλουσαν ἀνάστασιν καὶ κρίσιν τῶν ἀνθρώπων καλῶν καὶ κακῶν ὁμιλεῖ σαφέστατα λέγων. «Μὴ θαυμάζετε τοῦτο, ὅτι ἄρχεται ὥρα, ἐν ᾗ πάντες οἱ ἐν τοῖς μνημείοις ἀκούονται τῆς φωνῆς αὐτοῦ, καὶ ἐκπορεύσονται οἱ τὰ ἀγαθὰ ποιήσαντες εἰς ἀνάστασιν ζωῆς, οἱ δὲ τὰ φαῦλα πράξαντες εἰς ἀνάστασιν κρίσεως». Ὡς σφραγὶς τούτων τίθεται ἡ συμφωνία του μετὰ τοῦ Πατρός. «Οὐ δύναμαι ἐγὼ ποιεῖν ἀπ' ἐμαυτοῦ οὐδέν· καθὼς ἀκούω, κρίνω· καὶ ἡ κρίσις ἡ ἐμὴ δικαία ἐστίν· ὅτι οὐ ζητῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμὸν ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με». Ἐνταῦθα ὁμιλεῖ ὡς ἄνθρωπος. Διὰ τοῦτο ὁμιλεῖ περὶ ἰδίου θελήματος. «Ἀκοὴ» ἐνταῦθα εἶναι ἡ θεία γνῶσις.

Εἰς τὸ τμῆμα αὐτὸ ἔχομεν τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, ἥτις φαίνεται κυρίως εἰς τὰ ἑξῆς. Εἰς τὴν γνώμην τοῦ Εὐαγγελιστοῦ ὅτι ὁ Ἰησοῦς «Πατέρα ἴδιον ἔλεγε τὸν Θεόν, ἴσον ἑαυτὸν ποιῶν τῷ Θεῷ», καὶ τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ Χριστοῦ «Ἃ γὰρ ἂν Ἐκεῖνος ποιῇ, ταῦτα καὶ ὁ Υἱὸς ὁμοίως ποιεῖ», «Ἵνα πάντες τιμῶσι τὸν Υἱὸν καθὼς τιμῶσι καὶ τὸν Πατέρα», «ὁ Υἱὸς οὕς θέλει ζωοποιεῖ».



Θέμα:Ἡ Θεότης τοῦ Χριστοῦ

Εἴδομεν, ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι ἠρνοῦντο τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐσκανδαλίζοντο, διότι ἐθεράπευσε τὸν παράλυτον κατὰ τὸ Σάββατον. Ὁ Κύριος βεβαιοῖ τὴν θεότητά του προσθέτων, ὅτι ὁ Θεὸς θὰ δείξη εἰς Αὐτὸν μεγαλύτερα ἔργα, ὅπως εἶναι ἡ νεκρανάστασις καὶ ἡ δίκη τῶν ἀνθρώπων.

Ἀλλὰ καὶ σήμερον ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι ἀρνούμενοι τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ πρώην ἄπιστος καὶ νῦν πιστὸς Ἰταλὸς λογοτέχνης Παππίνι συγκρίνων τὸν ψυχικὸν κόσμον τοῦ μετανοοῦντος ἁμαρτωλοῦ καὶ τοῦ Χριστοῦ ἐξάγει τὸ ἀναμάρτητον καὶ ἑπομένως τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ διὰ θαυμάσιας ψυχολογικῆς ἀναλύσεως. Ἂς ἴδωμεν τὴν σύγκρισιν ταύτην.

1) Ὁ μετανοήσας ἁμαρτωλός: Οὗτος αἰσθάνεται πόνον διὰ τὸ παρελθόν του, ἀνησυχίαν διὰ τὸ μέλλον του καὶ ποικίλα συναισθήματα διὰ τοὺς ἄλλους ἁμαρτωλούς. Καὶ συγκεκριμένως:

Πρῶτον: Πόνον διὰ τὸ παρελθόν του. Ὁ μετανοήσας ἁμαρτωλὸς δύναται νὰ ἀρνηθῆ τὸ παρελθόν του, δὲν δύναται ὅμως νὰ καταστρέψη αὐτό. Κάποια πικρὰ σταγών, ἡ ὁποία ἔμεινεν εἰς τὰ χείλη του ἀπὸ τὴν περασμένην του ζωήν, κάποια ἀπρόβλεπτη ἀμέλεια μιᾶς τῶν 600 ἐντολῶν τοῦ Ἑβραϊκοῦ νόμου, κάποιος ἀκάθαρτος ἴσκιος παλαιᾶς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία ἔμεινεν εἰς τὴν μνήμην του, κάποια ὑποψία ἑνὸς φανταστικοῦ ἐλέγχου συνειδήσεώς του, κάποια σχισμὴ μικρὰ εἰς τὴν τελειότητά του, ὁ ψίθυρος ἑνὸς πειρασμοῦ, εἶναι ἀρκετὰ νὰ ἀνανεώσουν τὴν ἀγωνίαν τοῦ μετανοήσαντος ἁμαρτωλοῦ.

Δεύτερον: Ὁ μετανοήσας ἁμαρτωλὸς ἔχει ἀνησυχίαν διὰ τὸ μέλλον του. Ὁ μετανοήσας ἁμαρτωλὸς γνωρίζει καλά, ὅτι δὲν ἐξεδύθη πλήρως τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον, δὲν ἐνέκρωσε καὶ τὴν τελευταίαν ἐπιδερμίδα τοῦ ἐντός του κακοῦ. Ὅσον ἅγιος εἶναι, τόσον περισσότερον αἰσθάνεται τὴν ἀναξιότητά του. Δία τοῦτο ἀνησυχεῖ διὰ τὸ μέλλον του καὶ φοβεῖται μήπως πέση καὶ πάλιν εἰς τὴν ἁμαρτίαν. Γνωρίζει, ὅτι ὑπέφερε καὶ ἐπλήρωσεν ἀκριβὰ τὴν μετάνοιάν του, τὴν σωτηρίαν του. Γνωρίζει, ὅτι τὸ ἀγαθόν, τὸ ὁποῖον ἀπέκτησε διὰ τῆς μετανοίας του, εἶναι πολυτιμώτατον ἀλλὰ καὶ λίαν εὔθραυστον. Ὅταν δὲν ἀποφεύγῃ τοὺς ἁμαρτωλούς, τοὺς πλησιάζει μὲ κάποιαν αὐθόρμητον φρικίασιν, μὲ κάποιον τρόμον, τοῦ ὁποίου πολλάκις δὲν ἔχει συναίσθησιν -τόσον βαθὺς εἶναι!- μήπως μολυνθῆ καὶ πάλιν, μήπως ἰδῆ νὰ ἀναγεννᾶται τὸ εἴδωλον τῆς παλαιᾶς του ἐντροπῆς, μὲ τὸ ὁποῖον τόσον ἐγλυκάνθη εἰς τὸ παρελθὸν καὶ πέση καὶ ἀπελπισθῆ διὰ τὴν σωτηρίαν του.

Ὁ Μετανοήσας ἁμαρτωλὸς ἐξακολουθεῖ νὰ ὁμολογῇ τὴν ἁμαρτωλότητά του ὄχι μόνον καθ' ἑαυτὸν βλέπων τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον του, ἀλλὰ ὅταν εὑρίσκεται, Τρίτον : ἐνώπιον τῶν ἄλλων ἁμαρτωλῶν, τοὺς ὁποίους φροντίζει νὰ ἐπιστρέψη εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδόν. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Ὅπως οἱ περισσότεροι τῶν νεοπλούτων δὲν εἶναι γενναιόδωροι εἰς τοὺς πτωχούς, κατὰ παρόμοιον τρόπον οἱ περισσότεροι τῶν μετανοησάντων ἁμαρτωλῶν στεροῦνται ἐπιεικείας, εἶναι ἀνοικτίρμονες πρὸς τοὺς ἁμαρτωλούς, διότι καταφερόμενοι κατ' αὐτῶν φωνάζουσι: Διατὶ δὲν μετανοοῦν; Ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ εἶναι δι' ὅλους εἰς διεφθαρμένους καὶ ἐσκληρυμμένους, ἡ δὲ ἀμοιβὴ των εἶναι μεγάλη. Διατὶ μένουν εἰς τὸ σκότος; Ἡ ἀνοικτιρμοσύνη αὐτὴ πόσον ὑπόλοιπον ἐγωισμοῦ ἐκ τοῦ παλαιοῦ των βίου κλείει! Διότι ἡ κρίσις αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς συγκρίσεως πρὸς τὸν ἑαυτὸν των, ὁ ὁποῖος μετενόησεν! Ἀλλὰ καὶ ὅταν ὁ μετανοήσας ἁμαρτωλὸς ὁμιλῆ ἐξ ἀγαθῆς διαθέσεως πρὸς τοὺς ἁμαρτωλούς, ὁμολογεῖ τὴν ἁμαρτωλότητά του, διότι, διὰ νὰ πείση αὐτούς, παρουσιάζει τὸν ἑαυτόν του ὡς ζωντανὸν καὶ γλυκύτατον παράδειγμα σωτηρίας τῆς θείας χάριτος. Ἰδοὺ ὁ μετανοήσας ἁμαρτωλὸς πρὸς τὸν ἑαυτόν του καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους ἁμαρτωλούς.

2) Ὁ ἀναμάρτητος Ἰησοῦς. Ὁ Χριστὸς δὲν ἦτο μετανοήσας τις ἁμαρτωλός, διότι δὲν ἠσθάνθη οὔτε πόνον διὰ τὸ παρελθόν του, οὔτε ἀγωνίαν τινα διὰ τὸ μέλλον Του. Οὐδὲ εἷς ὑπαινιγμὸς ἀγωνίας του διὰ τὸ παρελθὸν καὶ μέλλον του ὑπάρχει εἰς τὰς ἐλαχίστας πράξεις του καὶ εἰς τὰ πλέον βαθυστόχαστα σκοτεινὰ λόγια του. Ὁ Βούδας δύο φορὰς ἀναφέρεται, ὅτι μετενόησε καὶ ἤλλαξε τρόπον ζωῆς. Πρῶτον ὅταν ἀφίνη τὴν οἰκογένειάν του καὶ μεταβαίνῃ εἰς τὸ δάσος καὶ ὅταν ἀφίνη τὴν ἄσκησιν καὶ ἐπιδίδεται εἰς τὴν γνῶσιν. Τοῦ Κυρίου ὅμως τὰ πρῶτα λόγια ἔχουσι τὸν αὐτὸν τόνον, τὸν ὁποῖον ἔχουσι καὶ τὰ τελευταῖα. Ἡ ψυχὴ του εἶναι τόσον παιδική, ὥστε ὑπερβαίνει τὴν σοφίαν τῶν σοφῶν καὶ τὴν ἁγνότητα τῶν ἁγιωτάτων ἀνθρώπων. Τὰ λόγια του τρέχουσιν εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας σὰν νὰ πηγάζουν ἀπὸ διαυγῆ καὶ κρυσταλλένια πηγή.

Δὲν ἔχουσι βάθος βορβορῶδες ἤ ἔστω καὶ ταραγμένον. Τὸ κήρυγμα ἀρχίζει μετὰ πλήρους βεβαιότητος καὶ εἶναι ἀπόλυτον: «Ἐγὼ λέγω ὑμῖν». Τὰ λόγια του ἔχουν τὴν χειροπιαστὴν αὐθεντίαν Ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εἶναι καθαρός. Ἡ φωνὴ του εἶναι ὑψηλή, ἐλευθέρα, ρέουσα. Ἡ ὁμιλία του εἶναι μελῳδική, τὴν ὁποίαν δὲν μετέβαλεν ὁ ἐνθουσιασμὸς τῆς προηγουμένης ὥρας καὶ δὲν ἐμούδιασεν ὁ ἔλεγχος τῆς συνειδήσεως. Ἡ διαφάνεια τοῦ βλέμματός του, τοῦ ὑπομειδιάματος καὶ τῆς σκέψεώς του δὲν ἔχουν τὴν γαλήνην καὶ ἠρεμίαν, ἡ ὁποία ἔρχεται ἔπειτα ἀπὸ μιὰ φουρτούνα. Δὲν εἶναι ἡ ἀνοιξιάτικη αὐγή, τῆς ὁποίας προηγήθη κακὴ νύκτα. Εἶναι γαλήνη καὶ ἁπλότης ἐκείνου, ὁ ὁποῖος μίαν φορὰν μόνον ἐγεννήθηκε καὶ ἔμεινε παιδί, ὅταν ἔγινεν ἄνδρας. Ἀγνοεῖ τὴν ἄκαμπτον αὐστηρότητα τῶν Πουριτανῶν καὶ τὴν φρίκην τοῦ ναυαγοῦ μόλις σωθέντος. Ἡ ζωὴ του ἦτο τόσον φωτεινή, διαφανής, εἰρηνικὴ καὶ ἤρεμος, ὥστε φαίνεται, ὅτι δὲν ἦτο ζωὴ ἐτῶν ἀλλὰ ζωὴ μιᾶς ἡμέρας, ἡ ὁποία εἶχε τὴν νύκτα τοῦ πάθους του χωρὶς νὰ σκοτισθῆ. Ἡ ζωὴ του ἦτο μία ἡμέρα καὶ αὐτὴ αἰωνία. Ὁ Χριστὸς οὐδεμίαν πρόοδον ἐσημείωσε, διότι ἦτο τέλειος ὡς Θεὸς ἀπὸ τῆς παιδικῆς του ἡλικίας μέχρι τοῦ θανάτου του. Πόση διαφορὰ πρὸς τὸν μετανοήσαντα ἁμαρτωλὸν !

Ἀξιοπρεπὴς εἶναι καὶ ἡ πρὸς τοὺς ἁμαρτωλοὺς συμπεριφορά Του. Ὁ Χριστὸς βαδίζει πρὸς τοὺς ἀκάθαρτους καὶ μετὰ τῶν ἀκαθάρτων μὲ τὴν φυσικὴν ἁπλότητα τοῦ καθαροῦ καὶ ἀμολύντου. Βαδίζει μετὰ τῶν ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων μετὰ τῆς φυσικῆς δυνάμεως τοῦ ἀθῴου καὶ ἀπροσβλήτου. Δὲν αἰσθάνεται δηλαδὴ ὁ Χριστὸς τὴν ἐπιφυλακτικότητα, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται ὁ μετανοήσας ἁμαρτωλὸς ἐνώπιον τῶν ἄλλων ἁμαρτωλῶν. Ρίπτει βλέμμα εὐσπλαγχνικὸν εἰς τὸν κλέπτην, ὁ ὁποῖος φεύγει εἰς τὸ σκοτάδι τῆς νύκτας καὶ εἰς τὴν γυναῖκα, ἡ ὁποία βάφει τὰ χείλη της διὰ νὰ σκεπάση τὰ ἴχνη τοῦ φιλήματος, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἄνευ ἀγάπης.

Ὁ Χριστὸς ἀγαπᾷ τοὺς ἁμαρτωλοὺς χωρὶς νὰ αἰσθάνεται τὸν ὑψηλὸν ἐκεῖνον πυρετὸν τοῦ μετανοήσαντος ἁμαρτωλοῦ, ὁ ὁποῖος γενόμενος διδάσκαλος τῶν ἄλλων ἁμαρτωλῶν θέλει νὰ ἔχῃ προσηλύτους πολλούς. Διὰ τὸν Ἰησουν 12 ἀγράμματοι μαθηταὶ εἶναι ἀρκετοί! Ἡ πρὸς τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀγάπη του δὲν ἦτο ἐκ καθήκοντος ἀλλὰ ἐκ φύσεως. Ἠσθάνετο ἀδελφικὴν τρυφερότητα, πατρικὴν ἀγάπην αὐθόρμητον ἄνευ ὑπονοουμένων ἐπιπλήξεων οὐδὲ ἀντιπαθειῶν, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ὑπερνικήση. Εἶχεν ἀγάπην ἀνυστερόβουλον, κλίσιν πρὸς τὸν ἀκάθαρτον, τὸν ὁποῖον δύναται νὰ καθαρίση. Εἶχεν ἀγάπην πρὸς τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἄγνωστον πρὸ Αὐτοῦ, ἀγάπην τὴν ὁποίαν οἱ ἅγιοι εἰς ὀλίγας στιγμὰς τοῦ βίου των ἐδοκίμασαν καὶ ἐνώπιον τῆς ὁποίας ὅλαι αἱ ἄλλαι ὡραιότητες τῆς γῆς φαίνονται χυδαῖαι! Εἶχεν ἀγάπην θείαν, ἡ ὁποία μόνον Χριστιανικὴ δύναται νὰ ὀνομασθῆ, ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, Ἀγάπη! Πόση εἶναι ἡ διαφορά Του πρὸς τὸν μετανοήσαντα ἁμαρτωλόν!

Συμπέρασμα : Ἀφοῦ ὁ Χριστὸς δὲν ἦτο μετανοήσας τις ἁμαρτωλός—ποῖος τολμᾷ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἦτο ἁμαρτωλὸς ἀμετανόητος ;—ἄρα ἦτο ἀναμάρτητος καὶ κατὰ συνέπειαν Θεὸς !

Ὁ Μέγας Ναπολέων ἐξόριστος εἰς τὴν Ἁγίαν Ἑλένην ἔλεγεν εἰς τὸν κόμητα Μουθολόν. «Ἐγνώρισα ἀνθρώπους, γι' αὐτό σοῦ λέγω, ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ἄνθρωπος. Ὁ Χριστὸς ὅταν μὲν ἔζη εἶχεν ὀλίγους στενοὺς μαθητάς του, ὅταν δὲ ἀπέθανε κόσμον ὁλόκληρον. Ἐγὼ ὅταν ἔζων, εἶχον πολλούς, τώρα ὅτε θὰ ἀποθάνω καὶ μετὰ τὸν θάνατόν μου κανένα».
 Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)
via

Οἱ Μακαρισμοί



Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πλούσιοι καὶ πτωχοί, μορφωμένοι καὶ ἀμόρφωτοι, ἐγωϊσταὶ καὶ ταπεινοί, φιλόζωοι καὶ αὐτόχειρες, γλεντζέδες καὶ ἐγκρατεῖς κ.λπ. ζητοῦν τὴν μακαριότητά των, διαφέρουν μόνον κατὰ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐκλέγουν διὰ νὰ ἐπιτύχουν ταύτην. Ὁ Κύριος διὰ τῶν ὀκτὼ μακαρισμῶν παρέχει τὰ μέσα τῆς εὐτυχίας μας, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀντίθετα πρὸς τὰ κοσμικὰ μέσα τῆς εὐτυχίας


(Ματθαίου κεφ. 5. Λουκᾶ 6)

Ὁ Κύριος μετὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν Ἀποστόλων του «καταβὰς μετ' αὐτῶν ἔστη ἐπὶ τόπου πεδινοῦ». Ὁ πεδινὸς οὗτος τόπος, ὅπου κατέβη ὁ Κύριος μετὰ τὴν εἰς ὑψηλότερον τούτου μέρος ἐκλογὴν τῶν Ἀποστόλων του, εἶναι ὀροπέδιον ἢ πλάτωμά τι ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ὄρους, ὅπου ἐξέλεξε τοὺς μαθητάς του. Τὸ ὄρος τοῦτο κεῖται Β. Δ. τῆς λίμνης Γεννησαρὲτ οὐχὶ μακρὰν τῆς Καπερναούμ. Ἐκεῖ προσῆλθε κατὰ τὸν Λουκᾶν «ὄχλος πολὺς τῶν μαθητῶν Αὐτοῦ καὶ πλῆθος πολὺ τοῦ λαοῦ ἀπὸ πάσης τῆς Ἰουδαίας καὶ τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τῆς παραλίου Τύρου καὶ Σιδῶνος, οἳ ἦλθον ἀκοῦσαι Αὐτοῦ καὶ ἰαθῆναι ἀπὸ τῶν νόσων αὐτῶν, καὶ οἱ ἐνοχλούμενοι ἀπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων ἐθεραπεύοντο καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἐζήτουν ἅπτεσθαι Αὐτοῦ, ὅτι δύναμις παρ' αὐτοῦ ἐξήρχετο καὶ ἰᾶτο πάντας». Κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴν Μᾶρκον 3,17 ἡ συρροὴ τοῦ λαοῦ τούτου ἔγινε τὸ πρῶτον, ὅταν ὁ Κύριος εὑρίσκετο εἰς τὴν λίμνην Γεννησαρέτ. Ὁ λαὸς λοιπὸν οὗτος φαίνεται ὅτι ἠκολούθησε τὸν Χριστὸν εἰς τὸ ὄρος καὶ διὰ τοῦτο ἀναφέρεται αὕτη ὑπὸ τοῦ Λουκᾶ ὅτι ἔγινεν εἰς τὸ ὄρος. Ἡ ὁμιλία αὕτη τοῦ Κυρίου ἀπευθύνεται μέρος μὲν εἰς τοὺς Ἀποστόλους του καὶ εἰς τοὺς στενωτέρους μαθητάς, κατὰ δὲ τὰ ἄλλα εἰς αὐτοὺς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ἄλλο πλῆθος.

Ὁ Ματθαῖος μᾶς λέγει: «Ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος καὶ καθίσαντος Αὐτοῦ προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ». Ὁ Κύριος κάθηται ἐπὶ λόφου ἐν μέσῳ τῶν πρώτων μαθητῶν του. Ἀρκετὸς κόσμος τὸν περικυκλώνει. Τὰ βλέμματα ὅλων στρέφονται εἰς τὰ μάτια καὶ εἰς τὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ. Κάποιος τὸν ἠρώτησεν ἴσως ποῖος θὰ κληρονομήσῃ τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, περὶ τῆς ὁποίας τόσον συχνὰ ὡμίλει. Ὁ Κύριος «ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ καὶ ἀνοίξας τὸ στόμα αὐτοῦ ἐδίδασκεν αὐτοὺς» τὴν ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλίαν του. Πόσον τρυφεροὶ οἱ χαρακτηρισμοὶ οὗτοι τῶν ὀφθαλμῶν καὶ τοῦ στόματος τοῦ Κυρίου!

Εἰσαγωγή, πρόναος, περιστύλιον λαμπρὸν ἀστραποβόλον τοῦ οἰκοδομήματος τῆς ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλίας τοῦ Κυρίου εἶναι οἱ ὀκτὼ μακαρισμοί.

MAKAPIΣMOI

Ὁ Ματθαῖος ἀναφέρει 8 μακαρισμούς, ὁ Λουκᾶς 4 ταλανισμοὺς ἀντίποδας τῶν μακαρισμῶν. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πλούσιοι καὶ πτωχοί, μορφωμένοι καὶ ἀμόρφωτοι, ἐγωϊσταὶ καὶ ταπεινοί, φιλόζωοι καὶ αὐτόχειρες, γλεντζέδες καὶ ἐγκρατεῖς κ.λπ. ζητοῦν τὴν μακαριότητά των, διαφέρουν μόνον κατὰ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐκλέγουν διὰ νὰ ἐπιτύχουν ταύτην. Ὁ Κύριος διὰ τῶν ὀκτὼ μακαρισμῶν παρέχει τὰ μέσα τῆς εὐτυχίας μας, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀντίθετα πρὸς τὰ κοσμικὰ μέσα τῆς εὐτυχίας, ὡς ἑξῆς.

Πρῶτος Μακαρισμός: Οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι.
«Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν», λέγει ὁ Ματθαῖος. «Μακάριοι οἱ πτωχοί, ὅτι ὑμετέρα ἐστιν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ», «Οὐαὶ ὑμῖν τοῖς πλουσίοις, ὅτι ἀπέχετε τὴν παράκλησιν ὑμῶν», λέγει ὁ Λουκᾶς.

Ὁ ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ εὑρισκόμενος κόσμος θεωρεῖ εὐτυχεῖς τοὺς πλουσίους, τοὺς σοφούς, καὶ γενικῶς τοὺς μὴ αἰσθανομένους ἔλλειψίν τινα ὑλικὴν ἢ πνευματικήν. Ὁ Χριστὸς ὅμως θεωρεῖ μακαρίους, εὐτυχεῖς τοὺς «πτωχοὺς τῷ πνεύματι». Πτωχοὶ τῷ πνεύματι κατὰ λέξιν, ἂν λάβωμεν ὑπ' ὄψει μας καὶ τὸν Λουκᾶν, ὅστις λέγει μόνον «μακάριοι οἱ πτωχοί», εἶναι οἱ πτωχοὶ τῇ διαθέσει ἤτοι οἱ ἔχοντες διάθεσιν πτωχείας. Εὐτυχεῖς δηλαδὴ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ὡς σκοπὸν καὶ τέλος τῆς ζωῆς των τὴν ἀπόκτησιν, κατοχὴν καὶ ἀπόλαυσιν τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Καὶ πράγματι! Εὐτυχεῖς εἶναι ὄχι οἱ πλούσιοι ἢ οἱ πτωχοὶ ἀλλὰ οἱ ἔχοντες διάθεσιν πτωχείας εἴτε πλούσιοι εἶναι εἴτε πτωχοὶ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ὁ ἔχων διάθεσιν πτωχείας, ἐὰν εἶναι πλούσιος, θὰ ἐλεῇ καὶ ἐκ τῆς ἐλεημοσύνης θὰ αἰσθάνεται μεγάλην χαράν. Ἐὰν εἶναι πτωχὸς καὶ ἔχῃ ἐπίσης διάθεσιν πτωχείας, δὲν θὰ αἰσθάνεται τὸ βάρος τῆς πτωχείας του, θὰ ἀναπαύεται εἰς τὰ ὀλίγα καὶ θὰ ὑπομένῃ. Ἑπομένως ὁ ἔχων διάθεσιν πτωχείας, ἐὰν μὲν εἶναι πλούσιος, θὰ δίδῃ ὑλικὸν χρῆμα καὶ θὰ λαμβάνῃ χαράν, ἐὰν εἶναι πτωχός, θὰ ἔχῃ ὑπομονήν. Ἰδοὺ δύο χαρακτηριστικὰ τῆς εὐτυχίας, χαρὰ καὶ ὑπομονή.

Ὁ θεωρῶν ὅμως ὡς εὐτυχίαν τὸν πλοῦτον, ἐὰν μὲν εἶναι πλούσιος, θὰ εἶναι ἀνήσυχος εἰς τὸν ἑαυτόν του καὶ σκληρὸς εἰς τοὺς πτωχούς, ἐὰν δὲ εἶναι πτωχός, θὰ εἶναι καθημερινῶς στενοχωρημένος καὶ ἠφαίστειον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κάθηται ὁ πλούσιος. Ἰδοὺ ἑπομένως τὰ δύο χαρακτηριστικὰ τῆς δυστυχίας, τῆς θεοποιήσεως τοῦ πλούτου, σκληρότης τοῦ πλουσίου καὶ ἀγανάκτησις τοῦ πτωχοῦ!

Ἀλλὰ ἡ φράσις «πτωχοὶ τῷ πνεύματι» ἔχει καὶ εὐρυτέραν ἔννοιαν. Ἐν τῇ εὐρυτέρα ταύτῃ ἐννοίᾳ «πτωχοὶ τῷ πνεύματι» δὲν εἶναι οἱ ἀνόητοι (ὅπως ἐνόμισαν μερικοὶ ἀνόητοι, ὡς ἐὰν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσήρχοντο μόνον οἱ ἠλίθιοι) ἀλλὰ «πτωχοὶ τῷ πνεύματι» εἶναι οἱ συναισθανόμενοι τὴν πτωχείαν τοῦ πνεύματός των τόσον εἰς τὸν νοῦν των ὅσον καὶ εἰς τὴν καρδίαν των, ὥστε νὰ ἀποδίδωσιν εἰς τὸν Θεόν, ὅ,τι καλὸν ἔχουν καὶ νὰ αἰσθάνωνται τὰς ἐλλείψεις των ὡς ἰδικάς των. Καὶ συγκεκριμένως:

Ὁ νοῦς εἶναι μέρος μόνον τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς καὶ μέσον πρὸς ἐπίτευξιν τῆς εὐτυχίας μας, δὲν εἶναι δὲ οὗτος σκοπὸς οὐδὲ τὸ ὅλον τοῦ ἀνθρώπου. Ἑπομένως ὁ σκοπὸς τοῦ βίου μας δὲν εἶναι τὸ γέμισμα τοῦ νοῦ ἀπὸ γνώσεις. Ὁ νοῦς ὁσονδήποτε καὶ ἂν γεμίσῃ ἀπὸ γνώσεις, ποτὲ δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ τὸ τοῦ σοφοῦ Σωκράτους «ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα». Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν Πασκὰλ «νοῦς, ὁ ὁποῖος δὲν ἔφθασεν εἰς τὴν γνῶσιν τῆς ἀδυναμίας του, δὲν ἔφθασεν εἰς τὴν πλήρη ἀνάπτυξίν του». Μόνη ἡ πολυγνωσία ὁδηγεῖ εἰς τὸν ἐγωϊσμόν. Ἡ συναίσθησις λοιπὸν τῆς ἀδυναμίας τοῦ νοῦ ὁδηγεῖ εἰς τὴν εὐτυχίαν, εἰς τὴν μακαριότητα, διότι ὁδηγεῖ εἰς τὴν ταπείνωσιν. Ἰδοὺ καὶ ἄλλο στοιχεῖον τῆς εὐτυχίας. Εἶναι ἡ συναίσθησις τῆς πραγματικῆς καταστάσεως τῆς ἀδυναμίας τοῦ ἀνθρωπίνου μυαλοῦ καὶ ἡ ἐκ ταύτης ταπείνωσις.

Οἱ θεωροῦντες ὅμως ὡς ὕψιστην εὐτυχίαν τὴν σοφίαν μόνην ὄχι μόνον πίπτουσιν εἰς ἐγωισμὸν εὐκόλως, ὄχι μόνον δὲν ἔχουσι φθάσει ἀκόμη κατὰ τὸν σοφὸν Πασκὰλ εἰς τὴν ὑψίστην ἀνάπτυξιν, ἀλλὰ διὰ τῆς ὑπερτροφίας τοῦ νοῦ των διὰ διαφόρων γνώσεων καὶ διὰ τῆς ἐρημώσεως τῆς καρδίας ἐκ τῶν συναισθημάτων ἀγάπης, χαρᾶς, εἰρήνης ἐπιφέρουσι ψυχικὴν ἀνισορροπίαν μὲ ἀποτέλεσμα τὰς διαφόρους νευρασθενείας.

Τέλος ἐν εὐρυτάτῃ ἐννοίᾳ «πτωχοὶ τῷ πνεύματι» εἶναι οἱ συναισθανόμενοι τὰς ἠθικάς των ἐλλείψεις, τὰς κακίας των. Ἡ συναίσθησις τῶν ἐλλείψεών μας εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς προόδου, τῆς βελτιώσεώς μας, ἐνῶ ἡ μὴ συναίσθησις τῶν ἐλλείψεών μας, οὐδὲ ἀρχὴν προόδου δίδει εἰς ἡμᾶς, ἀλλὰ τοὐναντίον στασιμότητα, ἂν μὴ ὀπισθοχώρησιν. Ἰδοὺ ἄλλο στοιχεῖον εὐτυχίας διὰ τοὺς πιστοὺς καὶ δυστυχίας διὰ τοὺς μὴ Χριστιανούς. Πρόοδος διὰ τοὺς μέν, στασιμότης διὰ τοὺς δέ. Ψυχὴ λοιπὸν συναισθανομένη τὴν ποικίλην ταύτην πτωχείαν ἀφοσιώνεται εἰς τὸν Θεὸν καὶ ζῇ ὑπερφυσικῶς.

Συμπέρασμα. «Οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι» ἤτοι οἱ ἔχοντες διάθεσιν ὑλικῆς πτωχείας καὶ οἱ συναισθανόμενοι τὴν πνευματικὴν καὶ ἠθικὴν αὐτῶν ἀδυναμίαν εἶναι εὐτυχεῖς, διότι ὡς εἴδομεν, ἔχουσι χαράν, ὑπομονήν, ταπείνωσιν, πρόοδον. Οἱ θεωροῦντες ὅμως ὡς εὐτυχίαν τὸν πλοῦτον, τὴν σοφίαν, τὴν ἠθικὴν καὶ πνευματικὴν αὐτῶν ἐπάρκειαν ἔχουσι σκληρότητα, ἐγωϊσμόν, στασιμότητα. Τέλειον παράδειγμα τῆς τριπλῆς ταύτης πτωχείας εἶναι ὁ Μέγας Ἀντώνιος. Οὗτος ἀκούσας τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ πλουσίου νεανίσκου ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ εἰς ἡλικίαν 20 ἐτῶν «εἰ θέλεις τέλειος εἶναι πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα» πωλεῖ τὴν περιουσίαν του καὶ διανέμει ταύτην εἰς τοὺς πτωχούς. Πόση διάθεσις πτωχείας! Ἦτο ἀγράμματος. Εἶχε συναίσθησιν τῆς πνευματικῆς του πτωχείας, διότι εἰς τοὺς ἐρχομένους πρὸς αὐτὸν φιλοσόφους ὡμολόγει τὴν ἀγραμματοσύνην του. Ζῇ ἀσκητὴς μέχρι ἡλικίας 105 ἐτῶν. Ὅτε ἀπέθνῃσκεν, ὁ Σατανᾶς λέγει πρὸς αὐτόν: «Ἀντώνιε, μᾶς ἐξέφυγες». Καὶ ὁ Ἅγιος ἀπαντᾷ: «Ὄχι ἀκόμη!» Πόση συναίσθησις ἠθικῆς πτωχείας του, διότι, παρ' ὅλους τοὺς ἀσκητικούς του ἀγῶνας καὶ τὴν ἡλικίαν του, δὲν ἐθεώρει τὸν ἑαυτόν του ἐκτὸς κινδύνου!

Ἰδοὺ ἡ εὐτυχία τῶν πιστῶν καὶ ἡ δυστυχία τῶν μὴ πιστῶν τῶν μὴ Χριστιανῶν.

Δεύτερος Μακαρισμός: Οἱ πενθοῦντες.

«Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται» καὶ κατὰ τὸν Λουκᾶν «Μακάριοι οἱ κλαίοντες νῦν, ὅτι γελάσετε. Οὐαὶ οἱ γελῶντες νῦν, ὅτι πενθήσετε καὶ κλαύσετε».

Ὁ κόσμος τῆς ἁμαρτίας μακαρίζει τοὺς γλεντζέδες τῆς ζωῆς, ὁ Κύριος ὅμως τοὺς πενθοῦντας. Ποῖοι εἶναι οἱ πενθοῦντες; Πενθοῦντες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι λυποῦνται διὰ τὴν μυστηριώδη δύναμιν τοῦ κακοῦ καὶ τὴν ἁμαρτίαν ἐν τῷ κόσμῳ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὰς δυστυχίας των δέχονται μετὰ ὑπομονῆς ὡς παραχώρησιν τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι στεροῦνται τὰς ἁμαρτωλὰς ἀπολαύσεις τοῦ κόσμου, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι λυποῦνται διὰ τὰς ἰδικάς των καὶ διὰ τὰς ξένας ἁμαρτίας, καὶ γενικῶς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι τὴν ζωήν των σοβαρῶς ὄχι μποέμικα, ἀλλὰ ὡς ἀγῶνα καὶ προσπάθειαν. Οὗτοι ἔχουν τόσην στενοχώριαν, τόσον πένθος διὰ τὰς ἐλλείψεις τῶν ἄλλων καὶ τὰς ἰδικάς των, ὥστε αἰσθάνονται συχαμάραν καὶ λύπην. Συχαμάραν διὰ τὰς ἰδικάς των ἐλλείψεις, λύπην μέχρι πένθους διὰ τὰς ἐλλείψεις τῶν ἄλλων. Καὶ συγκεκριμένως. Ἐπειδὴ αἱ ἐλλείψεις μας εἶναι ὑλικαὶ καὶ πνευματικαί, οἱ λυπούμενοι διὰ τὰς ἐλλείψεις τῶν ἄλλων εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι λυποῦνται, πενθοῦν διὰ τὴν ὑλικὴν πτωχείαν τῶν ἄλλων, διὰ τὰς πλάνας τοῦ πνεύματός των καὶ διὰ τὰς κακίας τῆς ψυχῆς των. Συχαίνονται δὲ τὸν ἑαυτόν των οἱ πενθοῦντες μέχρι συχαμάρας, διὰ τὰς πλάνας τοῦ πνεύματός των καὶ τὰς ἰδικάς των κακίας, ὑποφέροντες τὰς ὑλικάς των ἐλλείψεις.

Ὅσοι αἰσθάνονται μέχρι λύπης καὶ πένθους τὰς ἐλλείψεις τῶν ἄλλων καὶ μέχρι πένθους καὶ συχαμάρας τὰς ἰδικάς των ἐλλείψεις «παρακληθήσονται» θὰ παρηγορηθοῦν διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Εἶναι παρατηρημένον ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος πενθεῖ μέχρι συχαμάρας τὰς πνευματικὰς καὶ ἠθικάς του ἐλλείψεις ἤτοι τὰς πλάνας του καὶ τὰς κακίας του, φροντίζων νὰ διορθώσῃ ταύτας, δὲν τὸν συχαίνονται οἱ ἄλλοι. Τοὐναντίον μάλιστα. Ὅποιος ὁμολογεῖ τὰς πλάνας του γίνεται φῶς εἰς τοὺς ἄλλους καὶ ὅποιος συχαίνεται τὰς κακίας του ὄχι μόνον δὲν τὸν συχαίνονται οἱ ἄλλοι ἀλλὰ γίνεται παράδειγμα νὰ συχαθοῦν καὶ οἱ ἄλλοι τὰς ἰδικάς των συχαμάρας.
Ὅσοι ἐπίσης λυποῦνται μέχρι πένθους διὰ τὰς ὑλικὰς πτωχείας, τὰς πλάνας, τὰς κακίας τῶν ἄλλων καὶ φροντίζουν νὰ ἀνακουφίσουν τὴν ὑλικὴν πτωχείαν τῶν ἄλλων, νὰ διαφωτίσωσι τὰς πνευματικὰς πλάνας καὶ νὰ διορθώσωσι τὰς ἠθικὰς ἐλλείψεις αὐτῶν, καὶ αὐτοὶ «παρακληθήσονται» θὰ παρηγορηθῶσι, διότι θὰ ἔχωσι τὴν ἐσωτερικὴν ἀμοιβήν, ὅτι ἔκαμαν τὸ καθῆκον των καὶ ἐξωτερικὴν ἀμοιβήν, ἂν ὄχι ἐκ τῶν φωτισθέντων, ἴσως ἐξ ἄλλων ἀνθρώπων, ἀσφαλῶς ὅμως ἐκ τοῦ Θεοῦ! Μικρὰ εἶναι αὕτη ἡ παρηγορία διὰ τὴν λύπην μας εἰς τὰς ἐλλείψεις τῶν ἄλλων καὶ διὰ τὴν συχαμάραν εἰς τὰς ἰδικάς μας ἐλλείψεις; Κάθε ἄλλο! Ἰδοὺ τὸ πένθος καὶ ἡ παρηγορία τοῦ δευτέρου μακαρισμοῦ.

Τοὐναντίον ὅμως «οἱ γελῶντες νῦν» οἱ γλεντζέδες, οἱ μποέμηδες τῆς ζωῆς, οἱ ὁποῖοι ὡς εὐτυχίαν ἔχουσι τὴν ἀπόλαυσιν καὶ οὐχὶ τὴν ἀπόδοσιν, τὸ γλέντι καὶ οὐχὶ τὴν συμπόνιαν «πενθήσουσι καὶ κλαύσουσι». Θὰ δυστυχήσωσι, διότι ὁμοιάζουν πρὸς συχαμερὰς βδέλας καὶ δηλητηριώδη μανιτάρια, τὰ ὁποῖα ξέρουν μόνον νὰ ἀπορροφοῦν ἀπὸ ἄλλους αἷμα καὶ ζωτικότητα χωρὶς νὰ ἀποδίδουν οὐδὲν καλὸν εἰς τὸν κόσμον αὐτόν. Ἰδοὺ καὶ ἡ δυστυχία τῶν γλεντζέδων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὁ ἀντίπους τῶν πενθούντων, τοῦ δευτέρου μακαρισμοῦ τοῦ Κυρίου. Ὁποία σοφία τοῦ Κυρίου εἰς τὸν μακαρισμὸν τοῦτον!

Παράδειγμα διδακτικώτατον μακαρισμοῦ πενθοῦντος εἶναι τὸ τοῦ αὐτοκράτορος Θεοδοσίου. Οὗτος λόγῳ στάσεώς τινος ἐν Θεσσαλονίκῃ διέταξεν ἐν παραφορᾷ εὑρισκόμενος τὴν σφαγὴν πολλῶν ἀθώων ὑπάρξεων. Ὁ Ἐπίσκοπος Μεδιολάνου Ἀμβρόσιος ἀπηγόρευσεν εἰς τὸν Αὐτοκράτορα τὴν προσέλευσίν του εἰς τὸν Ναὸν λόγῳ τῆς πράξεως ταύτης. Ἦλθεν ἡ ἑορτὴ τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Μέγας Θεοδόσιος εὑρίσκετο περίλυπος εἰς τὰ ἀνάκτορά του, διότι δὲν ἠδύνατο λόγῳ τοῦ κανόνος του νὰ ἐκκλησιασθῇ. Ὁ πρωθυπουργός του Ρουφῖνος μεσιτεύει παρὰ τῷ Ἐπισκόπῳ Ἀμβροσίῳ τὴν λύσιν τοῦ κανόνος τοῦ αὐτοκράτορος. Ὁ Ἐπίσκοπος ἀρνεῖται. Ὁ Μέγας Θεοδόσιος ἐμμείνας εἰς τὴν μετάνοιάν του καὶ συγχωρηθεὶς ἀπέθανε μετὰ 5 ἔτη εἰς τὰς χεῖρας του Ἁγίου Ἀμβροσίου. Πόσον μέγας ἐφάνη ὁ Αὐτοκράτωρ διὰ τὸ πένθος τῆς μετανοίας του! Μακάριοι οἱ πενθοῦντες!

Τρίτος Μακαρισμός: Οἱ πραεῖς.

«Μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν». Οἱ Ἰουδαῖοι περιέμενον Μεσσίαν ὄχι πρᾶον ἀλλὰ δυναμικόν, κυρίαρχον ὄχι ψυχῶν ἀλλὰ σωμάτων. Ὁ κόσμος μακαρίζει τοὺς δυναμικοὺς ἀνθρώπους, τοὺς κατακτητάς, τοὺς ἄρχοντας, ἐνώπιον τῶν ὁποίων οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι τρέμουσιν. Ὁ Κύριος ὅμως μακαρίζει τοὺς πράους ὁμολογῶν, «ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν». Γῆ κατὰ λέξιν εἰς τὸν ψαλμὸν λστʹ «οἱ δὲ πραεῖς κληρονομήσουσι τὴν γῆν» εἶναι ἡ γῆ τοῦ Ἰσραήλ, ἡ Παλαιστίνη. Αὕτη ὅμως εἶναι σύμβολον τῆς ἄνω Ἱερουσαλήμ. Ἡ γῆ λοιπόν, τὴν ὁποίαν θὰ κληρονομήσωσιν οἱ πρᾶοι, εἶναι καὶ πάλιν ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἰς τὴν ἐπίγειον καὶ οὐράνιον ὄψιν της.

Οἱ πρᾶοι εἶναι πράγματι εὐτυχεῖς, διότι μακρὰν τοῦ θυμοῦ τῶν ἀποτόμων ἐξάψεων καὶ τῶν ἀγόνων θυμῶν τῶν ἐπιγείων κατακτητῶν, οὗτοι ἔχουσιν ἐσωτερικὴν εἰρήνην, δὲν ἐμπνέουν εἰς τοὺς ἄλλους τὸν τρόμον, ὅπως oἱ κατακτηταί, ἀλλὰ τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ἀγάπην, διότι οὗτοι ἐνίκησαν πρῶτον τὸν ἑαυτόν τους. Οἱ πρᾶοι εἶναι εὐτυχεῖς, διότι νικοῦν τοὺς ἄλλους ὄχι δι' ἐπαναστάσεων καὶ καταστροφῶν, ὅπως οἱ κατακτηταί, ἀλλὰ διὰ τῆς γλυκείας πραότητός των. Οἱ πρᾶοι εἶναι πράγματι εὐτυχεῖς, διότι ἡ πραότης εἶναι ἡ ἀρετὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία κατ' ἐξοχὴν φωτίζει τὴν σκέψιν καὶ τὴν γλῶσσαν τοῦ ὁμιλοῦντος, ὀμορφαίνει τὸ πρόσωπον καὶ ἰδίως τὸ βλέμμα τοῦ ἠρεμοῦντος, ἐμπνέει καὶ γαληνεύει τὸ περιβάλλον. Οἱ πρᾶοι εἶναι εὐτυχεῖς, διότι μὴ ἐξαπτόμενοι καὶ μὴ ἀφηνιάζοντες εἰς τὰ ἀπροσδόκητα ἀντίξοα γεγονότα τῆς ζωῆς των, ἀλλὰ πράως δεχόμενοι αὐτὰ μαρτυροῦσιν, ὅτι πιστεύουσι καὶ εἶναι ἀφοσιωμένοι εἰς τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει ταῦτα. Οἱ πρᾶοι εἶναι εὐτυχεῖς, διότι νικῶντες τὰς πρώτας ἐξάψεις καὶ ἀγόνους ἐκρήξεις τοῦ θυμοῦ των, κόπτουσι τὸ ἴδιον θέλημα, τὸν ἐγωισμὸν εἰς τὴν ρίζαν του καὶ εἶναι κύριοι τοῦ ἑαυτοῦ των.

Ὁ πρᾶος εἶναι εὐτυχής, διότι διὰ τῆς πραότητος βοηθεῖ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῆς καρδίας του, συντελεῖ εἰς τὴν καλὴν χώνευσιν τοῦ στομάχου καὶ ἀφομοίωσιν τῶν τροφῶν καὶ γενικῶς προωθεῖ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ ὀργανισμοῦ. Ὁ πρᾶος εἶναι εὐτυχής, διότι ἡ πραότης εἶναι εἰς ἄλλας μὲν νόσους ὁ πρῶτος καὶ εἰς ἄλλας ὁ μοναδικὸς ἰατρός. Οἱ πρᾶοι ἄνθρωποι ὁμοιάζουσι σὰν τὸ ἁπαλὸ εἰς τὸ χέρι, ἀθόρυβον εἰς τὸ αὐτί, δροσιστικὸν εἰς τὴν γεῦσιν, ὀλίγον εἰς ποσὸν ρέον ὕδωρ, τὸ ὁποῖον ὑποχωρεῖ εἰς μικρὰν ἀντίστασιν μικροῦ λίθου, εἶναι ὅμως διεισδυτικόν, ἤρεμον καὶ κατατρώγει διὰ τῆς ἠρέμου κινήσεώς του διὰ τῶν ἐλαχίστων σταγόνων τοὺς σκληροτέρους βράχους.

Ὅλως τοὐναντίον εἶναι οἱ ὀξύθυμοι. Οὗτοι μὲ τοὺς θυμούς των μαρτυροῦσιν, ὅτι δὲν ἔχουσι τὴν πρέπουσαν πίστιν καὶ ἀφοσίωσιν εἰς τὸν Θεόν, δὲν ἐνίκησαν τὸν ἑαυτόν τους, οὐδεμίαν ὀμορφιὰν ἔχει τὸ πρόσωπον, οἱ ὀφθαλμοί, οἱ λόγοι, αἱ σκέψεις αὐτῶν. Τὸ δὲ περιβάλλον των δηλητηριάζουν διὰ τῶν μικροβίων θυμοῦ. Δὲν ἐνίκησαν τὰς πρώτας ἐξάψεις των καὶ ἀγόνους ἐκρήξεις των, εἶναι νικημένοι καὶ ὄχι νικηταί. Οἱ ὀξύθυμοι οὗτοι δι' ὅλα αὐτὰ εἶναι δυστυχεῖς.

Ἡ δυστυχία τῶν ὀξυθύμων δὲν εἶναι μόνον θρησκευτικὴ ἀλλὰ καὶ ἠθικὴ καὶ σωματική. Μάτια κόκκινα, στόμα ἀφρισμένο, καρδιακὰ νοσήματα, θάνατος πολλάκις καὶ δηλητηριάσεις βρεφῶν ἀπὸ θηλαζούσας μητέρας εὑρισκομένας ἐν θυμῷ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ὀξυθυμίας. Οὗτοι ὁμοιάζουσι πρὸς καταρρακτώδεις βροχάς, αἱ ὁποῖαι οὔτε τὸ ἔδαφος ποτίζουσιν ἐπαρκῶς καὶ πολλὰς καταστροφὰς ἐπιφέρουσιν ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἤρεμον ὕδωρ, τοὺς πράους. Μικρὰ εἶναι αὐτὴ ἡ εὐτυχία τοῦ πράου ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν δυστυχίαν τῶν ἀγόνων ἀποτόμων ἐξάψεων τοῦ δυναμικοῦ, τοῦ θυμώδους, ὁ ὁποῖος ἐμπνέει μόνον τρόμον, ἐπιφανειακὸν σεβασμὸν καὶ οὐχὶ ἀγάπην βαθεῖαν ὡς ὁ πρᾶος;

Ὁ περίφημος Ἱεραπόστολος τῆς Ἰαπωνίας Ξαβιέρος ἐκήρυττε τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ ἐμπρὸς σὲ πολὺν κόσμον. Ἕνας Ἰάπων προσποιήθηκεν, ὅτι θέλει κάτι νὰ τοῦ εἴπῃ. Ὁ Ἱεραπόστολος ἔσκυψεν. Ὁ Ἰάπων τὸν ἔπτυσεν. Ὁ Ἱεραπόστολος ἔβγαλε τὸ μανδῆλι του, ἐσκουπίσθηκε χωρὶς νὰ εἴπῃ λέξιν καὶ συνέχισε τὸ κήρυγμά του. Ὁ Διοικητὴς τῆς πόλεως ἰδὼν τὴν πραότητα ταύτην εἶπε: θρησκεία, ἡ ὁποία δίδει τέτοια πραότητα, εἶναι θεία.

Τέταρτος Μακαρισμός: Οἱ πεινῶντες τὴν δικαιοσύνην.

«Μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται» καὶ κατὰ τὸν Λουκᾶν «Μακάριοι οἱ πεινῶντες νῦν, ὅτι χορτασθήσεσθε». Ὁ κόσμος θεωρεῖ εὐτυχεῖς ἐκείνους, oἱ ὁποῖοι εἶναι ἐν τάξει νομικῶς καὶ κοινωνικῶς ἤτοι ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εὑρίσκονται εἰς τὴν φυλακὴν ὡς παραβάται τῶν ἐπιγείων νόμων ἢ εἶναι ἐν τάξει ἀπέναντι τῶν κοινωνικῶν ἐθιμοτυπιῶν. Ὁ Κύριος ὅμως μακαρίζει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πεινοῦν καὶ διψοῦν τὴν δικαιοσύνην.

«Δικαιοσύνη» εἶναι ἡ θεία δικαιοσύνη, ὁ θεῖος νόμος. «Δικαιοσύνη ἐστι πᾶσα ἀρετὴ» ὅπως ἑρμηνεύουν οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. «Πεῖνα καὶ δίψα» τῆς δικαιοσύνης ταύτης εἶναι ἡ βαθεῖα ἐπιθυμία, ὁ μεγάλος πόθος τῆς ἐφαρμογῆς ὁλοκλήρου τοῦ θείου νόμου. Διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἐπιγείων νόμων καὶ τῶν κοινωνικῶν ἐθιμοτυπιῶν μάρτυρες καὶ δικασταὶ εἶναι oἱ ἄνθρωποι καὶ τὰ ἐπίγεια δικαστήρια. Μάρτυς ὅμως καὶ δικαστὴς τῆς ἐφαρμογῆς τῆς θείας δικαιοσύνης, ὁλοκλήρου τοῦ θείου νόμου εἶναι ἡ συνείδησις ἑκάστου καὶ ὁ Θεός.

Εὐτυχής, μακάριος εἶναι πράγματι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος φροντίζει νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν θεῖον τοῦτον νόμον διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Οἱ κοσμικοὶ ἄνθρωποι ἐπιζητοῦσι τὴν εὐτυχίαν των εἰς πολλὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ὀλίγα πνευματικὰ ἀγαθά, εἰς ὀλίγας ψυχικὰς ἀρετάς. Διὰ τοῦτο οὗτοι βλέπουσι ποῖα ὑλικὰ ἀγαθὰ τοὺς λείπουν καὶ ὄχι ποῖα ἔχουν. Βλέπουν ποῖα πνευματικὰ ἀγαθὰ ἔχουν καὶ ὄχι ποῖα τοὺς λείπουν. Οἱ ἀγαπῶντες ὅμως τὴν θείαν δικαιοσύνην ἔχουν ἀντίθετον νοοτροπίαν. Βλέπουν ποῖα ὑλικὰ ἀγαθὰ ἔχουν καὶ ὄχι ποῖα τοὺς λείπουν, βλέπουν ποῖα πνευματικὰ ἀγαθὰ δὲν ἔχουν καὶ ὄχι ποῖα ἔχουν. Ποῖοι ἐκ τῶν δύο εἶναι εὐτυχεῖς; Ἀπαντῶ. Οἱ κοσμικοί, βλέποντες ποῖα ὑλικὰ ἀγαθὰ τοὺς λείπουν καὶ ὄχι ποῖα ἔχουν, εὑρίσκονται πάντοτε ἐν ταραχῇ, διότι ὁσαδήποτε ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ἂν ἀποκτήσουν πάντοτε κάτι θὰ τοὺς λείπῃ. Βλέποντες οἱ ἴδιοι ποῖα πνευματικὰ ἀγαθὰ ἔχουν καὶ ὄχι ποῖα τοὺς λείπουν, εὑρίσκονται πάντοτε εἰς πνευματικὴν στασιμότητα. Ἑπομένως οἱ ζητοῦντες τὴν ἐξωτερικὴν δικαιοσύνην νομικὴν καὶ κοινωνικὴν μόνον, ἔχουσι διαρκῶς ἀνησυχίαν καὶ στασιμότητα. Τοὐναντίον ὅμως συμβαίνει εἰς τοὺς ζητοῦντας τὴν θείαν δικαιοσύνην. Οὗτοι βλέποντες ποῖα ὑλικὰ ἀγαθὰ ἔχουσι καὶ ὄχι ποῖα τοὺς λείπουν, εἶναι ἤρεμοι καὶ εὐγνώμονες. Βλέποντες δὲ ποῖα πνευματικὰ ἀγαθὰ δὲν ἔχουν καὶ ὄχι ποῖα ἔχουν εἶναι ταπεινόφρονες καὶ προοδευτικοί. Οὗτοι καὶ ἂν δὲν φθάσωσιν εἰς τὸ ἰδανικὸν καὶ τέλειον ἀπὸ πνευματικῆς ἀπόψεως τῆς ἐπιδιώξεώς των καὶ πάλιν λαχταροῦντες τὸ τέλειον εἶναι εὐτυχεῖς μέσα εἰς τὴν πεῖναν καὶ τὴν δίψαν τοῦ τελείου τῆς θείας ταύτης δικαιοσύνης, τῆς χριστιανικῆς ἀρετῆς.

Ἰδοὺ ἡ εὐτυχία τῶν ἀγαπώντων καὶ διψώντων τὴν θείαν δικαιοσύνην, εἶναι ἡ ἠρεμία εἰς τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα τοὺς λείπουν, ἡ εὐγνωμοσύνη δι' ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχουν, ἡ πρόοδος καὶ ταπείνωσις διὰ τὰ πνευματικὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα στεροῦνται. Οἱ ἀρκούμενοι ὅμως εἰς τὴν ἐξωτερικὴν δικαιοσύνην, τὴν νομικὴν καὶ κοινωνικὴν εἶναι δυστυχεῖς, διότι εἶναι ἀνήσυχοι ὡς εἴδομεν ἀνωτέρω καὶ στάσιμοι.

Πέμπτος Μακαρισμός: Οἱ ἐλεήμονες.

«Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται» καὶ κατὰ τὸν Λουκᾶν «Οὐαὶ ὑμῖν οἱ ἐμπεπλησμένοι νῦν, ὅτι πεινάσετε». Ὁ κόσμος μακαρίζει τοὺς ἔχοντας καὶ κατέχοντας ὑλικὰ ἀγαθὰ λέγων «μακάριοι οἱ κατέχοντες». Ὁ Κύριος ὅμως μακαρίζει τοὺς ἐλεήμονας διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Πλούσιος δὲν εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει, ἀλλὰ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δίδει. Αὐτὸ δὲν τὸ λέγω ἐγώ, τὸ λέγει ὁ ἴδιος ὁ φιλάργυρος πλούσιος, ὁ ὁποῖος πάντοτε παραπονεῖται διὰ τὴν πτωχείαν του καὶ ὅταν τοῦ ζητήσῃς κάτι, σοῦ ἀπαντᾷ, δὲν ἔχω νὰ σοῦ δώσω! Ὁμολογεῖ ρητῶς τὴν πτωχείαν του.

Εἶναι εὐτυχεῖς ἐπίσης οἱ ἐλεήμονες, διότι οὗτοι «ἐλεηθήσονται» κατὰ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου. Καὶ πράγματι. Εἶναι παρατηρημένον, ὅτι τὸ κακὸν γεννᾷ τὸ κακὸν καὶ τὸ καλὸν ἐπίσης γεννᾷ τὸ καλόν. Ὁ ἰδικός σου θυμὸς γεννᾷ τοὺς θυμοὺς τῶν ἄλλων. Ἡ ἐλεημοσύνη γεννᾷ τὴν ἐλεημοσύνην. Ὁ Κύριος κατήργησε τὴν ἐκδίκησιν τοῦ κακοῦ ἤτοι τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν θυμὸν τοῦ ἄλλου διὰ τοῦ θυμοῦ τοῦ ἰδικοῦ σου, ἐπικυρώνει ὅμως τὴν ἐκδίκησιν τοῦ καλοῦ λέγων «οἱ ἐλεήμονες ἐλεηθήσονται». Ἤτοι ἠγάπησες; Θὰ ἀγαπηθῇς. Ἐβοήθησες; Θὰ βοηθηθῇς. Συνεχώρησες; Θὰ συγχωρηθῇς. Ἐλυπήθης διὰ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους; Θὰ ὑπάρχῃ καὶ διὰ σὲ οἶκτος καὶ συμπόνια. Ἐὰν δὲν σὲ βοηθήσῃ ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἐβοήθησες, ἐὰν δὲν σὲ ἀγαπήσῃ ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἠγάπησες, θὰ ἀγαπηθῇς καὶ θὰ βοηθηθῇς, ἔσο βέβαιος, ἀπὸ ἄλλους. Ἐὰν δὲν συγχωρηθῇς ἀπὸ τοὺς ἄλλους, θὰ συγχωρηθῇς ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἐὰν δὲν σὲ λυπηθοῦν οἱ ἄλλοι, θὰ σὲ λυπηθῇ ὁ Θεός. Τοὐναντίον ἡ δυστυχία τῶν μὴ ἐλεημόνων, ἐκείνων δηλαδὴ οἱ ὁποῖοι δὲν βοηθοῦν, δὲν λυποῦνται, δὲν συγχωροῦν, εἶναι προφανής, διότι δὲν θὰ συγχωρηθοῦν, δὲν θὰ βοηθηθοῦν ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων καὶ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. Ἰδοὺ ἡ μακαριότης τῶν ἐλεημόνων καὶ ἡ δυστυχία τῶν μὴ ἐλεημόνων.

Παράδειγμα σπουδαιότατον ἐλεημοσύνης εἶναι ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Ἰωάννης ὁ Ἐλεήμων. Οὗτος, ἵνα δύναται νὰ ἐλεῇ περισσότερον, ἐτρέφετο λιτώτατα κοιμώμενος ἐπὶ σκληρᾶς κλίνης καὶ σκεπαζόμενος μὲ πτωχὸν σκέπασμα. Χριστιανός τις θέλων νὰ κάμῃ ἄνετον τὸν ὕπνον τοῦ Πατριάρχου ἐδώρησεν εἰς αὐτὸν σκέπασμα πολύτιμον. Ὁ Πατριάρχης τὸ ἐδέχθη. Δὲν ἠδυνήθη ὅμως νὰ κοιμηθῇ, διότι ἤλεγχεν αὐτὸν ἡ συνείδησις μὲ τὴν σκέψιν ὅτι πολλοὶ πτωχοὶ θὰ ὑποφέρουν. Πωλεῖ τὸ σκέπασμα αὐτὸ! Κατὰ σύμπτωσιν διερχόμενος ἐκ τῆς ἀγορᾶς ὁ δωρήσας αὐτὸ καὶ ἰδὼν τοῦτο πωλούμενον, τὸ ἀγοράζει καὶ τὸ δίδει πάλιν εἰς τὸν Πατριάρχην. Ὁ Πατριάρχης καὶ πάλιν τὸ πωλεῖ ἀλλὰ καὶ πάλιν ἀγοράζεται καὶ ἐπιστρέφεται ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου εἰς τὸν Πατριάρχην. Κατὰ τὴν τρίτην φορὰν ὁ Πατριάρχης ἠκούσθη λέγων, θὰ ἴδωμεν ποῖος θὰ κουρασθῇ, ἐγὼ πωλῶν ἢ ἐκεῖνος ἀγοράζων. Πόση λαχτάρα ἐλεημοσύνης ὑπῆρχε καὶ εἰς τοὺς δύο!


Ἕκτος Μακαρισμός: Οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ.

«Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται»
.
Οἱ Φαρισαῖοι ἐμακάριζον τὸν ἑαυτόν των, διότι ἐπεδίδοντο εἰς ἐξωτερικοὺς νομικοὺς καθαρμοὺς καὶ ἠδιαφόρουν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς καρδίας των. Σήμερον πολλοὶ ἐπιδίδονται εἰς τὴν ἐξωτερικὴν ἐμφάνισιν καὶ ἀδιαφοροῦσι διὰ τὸ περιεχόμενον. Ὁ κόσμος μακαρίζει τοὺς ἀνθρώπους τοὺς φθάνοντας εἰς τοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους θέτουν ἀδιαφόρως τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμοποιήσουν καὶ τοὺς ὁποίους ὀνομάζει ἀριβίστας.

Ὁ Κύριος μακαρίζει «τοὺς καθαροὺς τῇ καρδίᾳ». Ἀκάθαρτος τῇ καρδίᾳ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀναμιγνύει εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ θείου θελήματος ἀνοήτους ἐπιθυμίας, ἐπιγείους φιλοδοξίας, προσωπικὰς ἐγωϊστικὰς βλέψεις, παντὸς εἴδους σαρκικὰς ἐπιθυμίας, ὅπου κυλίεται καὶ συστρέφεται σὰν τὸ σκουλήκι καὶ τὸ ἔντομον εἰς τὰ ἀκάθαρτα μέρη. Οὗτος δὲν θὰ ἴδῃ ποτὲ τὸν Θεὸν κατὰ πρόσωπον, δὲν θὰ ἔχῃ τὴν εὐτυχίαν νὰ βυθισθῇ εἰς τὴν θείαν μεγαλοπρέπειαν καὶ λαμπρότητα εἰς τὴν ἄλλην ζωήν. Ἡ ἁγνότης τῶν διαθέσεών μας μακρὰν πάσης ὑστεροβουλίας καὶ φαρισαϊκῆς ὑποκρισίας εἶναι ἡ προϋπόθεσις νὰ ἴδῃ τις τὸν Θεὸν «καθώς ἐστι», κατὰ πρόσωπον, ὡς λέγει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. Ὅσον λεπτὴ καὶ βαθεῖα εἶναι ἡ καθαρότης τῆς καρδίας, ἡ ἁγνότης τῶν ἐλατηρίων τῆς ζωῆς μας, τόσον ὑψηλὴ καὶ μεγαλοπρεπὴς θὰ εἶναι ἡ ἀμοιβή, ἡ μακαριότης τῆς ἀπολαύσεως τῆς θείας ὄψεως. Ἡ εὐτυχία δὲν εἶναι εἰς τὴν ἐπιφάνειαν ἀλλὰ εἰς τὸ βάθος. Δὲν εἶναι εἰς τὸ νὰ φαίνεσαι καλὸς ἀλλὰ εἰς τὸ νὰ εἶσαι καλός, δὲν εἶναι εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἔργου ἀλλὰ εἰς τὴν διάθεσιν, μὲ τὴν ὁποίαν πράττεις αὐτό. Ἡ ἀμοιβὴ τῶν μέχρι τοῦδε μακαρισμῶν ἦτο πνευματικὴ μέν, ἀλλὰ κατὰ μέγα μέρος ἐπιγεία. Ἡ ἀμοιβὴ ὅμως τοῦ μακαρισμοῦ τούτου, ἡ ὄψις δηλαδὴ τοῦ Θείου Προσώπου διὰ τῶν ἁγνῶν ὀμμάτων τῆς ψυχῆς μας, εἶναι τῆς μελλούσης ζωῆς.

Ὁποῖον μέγεθος ἀμοιβῆς! Ὁποῖον μέγεθος εὐτυχίας τοῦ μακαρισμοῦ τούτου! Ὅλως τοὐναντίον θὰ συμβῇ εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας ἀγνὰς διαθέσεις, εἰς τοὺς ἀριβίστας. Ὄχι μόνον δὲν θὰ ἴδουν τὸν Θεόν, ἀλλὰ εἶναι τόσον τυφλοί, ὥστε δὲν αἰσθάνονται τὴν τυφλότητά των, ἡ ὁποία θὰ τοὺς ὁδηγήσῃ εἰς κρημνοὺς ὁσονδήποτε καὶ ἂν τὰ καταφέρουν εἰς τὴν ἀπάτην.

Τρομερὸν παράδειγμα καθαρῶν καὶ ἀκαθάρτων διαθέσεων τῆς καρδίας εἶναι ἡ ἱστορία τῆς Σωσάννης. Ἡ ἱστορία αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς: Τὸ 500 περίπου πρὸ Χριστοῦ οἱ Ἑβραῖοι εὑρίσκονται αἰχμάλωτοι ἐν Βαβυλῶνι. Τὸ σπίτι τῶν εὐσεβῶν συζύγων Ἰωακεὶμ καὶ Σωσάννης εἶχε παραχωρηθῇ καὶ ἐχρησιμοποιεῖτο ὡς δικαστήριον τῶν διαφορῶν μεταξὺ τῶν Ἑβραίων. Δύο γέροντες δικασταὶ μὴ σεβασθέντες τὴν φιλοξενίαν τοῦ εὐσεβοῦς ζεύγους καὶ μὴ λαβόντες ὑπ' ὄψιν τὴν δικαστικὴν θέσιν των οὐδὲ τὴν γεροντικήν των ἡλικίαν εἶδον μὲ πονηρὸν ὀφθαλμὸν τὴν Σωσάννην καὶ ἀπεφάσισαν νὰ ἁμαρτήσωσι μαζί της. Ἐπειδὴ ὅμως ἐκείνη δὲν ἐδέχθη, οἱ γέροντες οὗτοι δικασταὶ κατήγγειλαν αὐτήν, ὅτι ἡμάρτησε μετά τινος νέου. Ἡ Σωσάννη καταδικάζεται εἰς θάνατον. Ὅταν αὕτη ὡδηγεῖτο εἰς θάνατον, ὁ προφήτης Δανιὴλ φωνάζει ὅτι εἶναι ἀθῶος ἀπὸ τοῦ αἵματος τῆς γυναικὸς ταύτης. Ἡ δίκη ἐπαναλαμβάνεται καὶ ἐκ τῆς ἀντιφάσεως καὶ συγχύσεως, εἰς τὰς ὁποίας ὑπέπεσαν οἱ δύο οὗτοι συκοφάνται καὶ δικασταί, ἀθωώνεται ἡ Σωσάννη. Ὁποία ἀμοιβὴ τῶν ἁγνῶν διαθέσεων τῆς Σωσάννης καὶ ποία τιμωρία τῶν πονηρῶν διαθέσεων τῶν δύο γερόντων δικαστῶν! Ὡραιότατον ἐπίσης παράδειγμα καθαρῶν διαθέσεων τῆς καρδίας εἶναι τὸ ἑξῆς: Διάσημος ρήτωρ ὁ Γουλιέλμος Ζενὼ κατέπληττε τοὺς ἀκροατάς του διὰ τῶν ὡραίων του κηρυγμάτων. Κάποτε ἐκοπίασε πολὺ νὰ ἑτοιμάσῃ ἕνα λόγον του, ἵνα πείσῃ ἄπιστόν τινα περὶ τῆς ἀληθείας τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἐκφωνῶν ὅμως τὸν λόγον του αὐτὸν ἔπεσεν εἰς σύγχυσιν καὶ ἠναγκάσθη νὰ τὸν διακόψῃ, ἀφοῦ ἔκαμε προσευχήν τινα. Ὁ ἄπιστος ἰδὼν τὸ φαινόμενον τοῦτο ἐσκέφθη ὅτι ὅλαι αἱ ἄλλαι ἐπιτυχίαι τοῦ ἱεροκήρυκος προήρχοντο ἀπὸ κάποιαν ἄλλην δύναμιν. Τοῦτο ὑπῆρξεν ἡ πρώτη ὤθησις πρὸς μετάνοιαν τοῦ ἀπίστου. Ὅ,τι δὲν ἔκαμεν ὁ λόγος, ἔκαμεν ἡ σιωπὴ τοῦ ἱεροκήρυκος, διότι ὑπῆρχε καὶ εἰς τοὺς δυὸ ἀγαθὴ διάθεσις, καθαρὰ καρδία.

Ἰδοὺ ἡ εὐτυχία τῶν ἁγνῶν καὶ ἡ δυστυχία τῶν ἀριβιστῶν!


Ἕβδομος Μακαρισμός: Οἱ εἰρηνοποιοί.

«Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται».

Οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου εὐχαριστοῦνται μὲ τὰς φιλονικίας τῶν ἄλλων. Τὴν εὐχαρίστησιν ταύτην δὲν τὴν ὁμολογοῦν πάντοτε, τὴν αἰσθάνονται ὅμως βαθύτατα, κυρίως ὅταν οἱ φιλονικοῦντες εἶναι ἐχθροί των. Καὶ ἄλλοι μὲν ἐξ αὐτῶν, ὅταν βλέπουν δύο νὰ φιλονικοῦν, σπάζουν κέφι, ὅπως λέγουν κοινῶς, εἰς ἄλλους δὲ εἶναι τόσον βαθειὰ ριζωμένη εἰς τὴν ψυχήν των ἡ κακία, ὥστε νὰ μὴ εὐχαριστοῦνται μὲ τὴν νίκην τοῦ ἑνός, ἀλλὰ μὲ τὴν μάχην καὶ τῶν δύο, τὸ δὲ ἐνδιαφέρον αὐτῶν καὶ ἡ χαρὰ παύουσι μὲ τὴν νίκην τοῦ ἑνὸς ἐξ αὐτῶν.

Ὁ Κύριος ὅμως θεωρεῖ μακαρίους τοὺς εἰρηνοποιούς. Εἰρηνοποιοὶ ἐνταῦθα δὲν εἶναι οἱ πρᾶοι, οἱ ὁποῖοι συνεφιλιώθησαν μὲ τὸν ἑαυτόν τους, καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἔγινε λόγος εἰς τὸν τρίτον μακαρισμόν, ἀλλὰ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συμφιλιώνουν τοὺς ἄλλους μὲ τὸν ἑαυτόν τους, μὲ τὸν πλησίον τους καὶ μὲ τὸν Θεόν τους. Καὶ πράγματι! Συμφιλίωσις τῶν ἄλλων μὲ τὸν ἑαυτόν των. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι μακρὰν τοῦ Χριστοῦ, οἱ ὁποῖοι αἰσθάνονται τόσην μελαγχολίαν, ὥστε νιώθουν μέσα τους ψυχικὸν χάος καὶ ἀηδίαν διὰ τὴν ζωήν. Πόσην πράγματι εὐτυχίαν θὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς ὁ εἰρηνοποιός, ὅταν κατορθώσῃ νὰ εἰρηνεύσῃ τὴν ζωήν των ὁδηγῶν αὐτοὺς εἰς τὸν Χριστόν, τὸν ἀρχηγὸν τῆς εἰρήνης! Ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι ἐγνώρισαν τὸν Χριστόν, ἀλλὰ συγχρόνως εὑρίσκονται εἰς διάστασιν μὲ τὸν ἀδελφόν των.

Ἂν κατορθώσῃ τις νὰ εἰρηνεύσῃ δύο χριστιανούς, ἡ εὐτυχία, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ, θὰ εἶναι μεγαλυτέρα τῆς προηγουμένης, διότι συνδέει δύο ἀδελφοὺς μεταξύ των. Ὁ εἰρηνεύων δὲ τὸν ἀδελφόν του μὲ τὸν Θεόν του, δίδει μεγάλην χαρὰν διότι ἑνώνει ἄνθρωπον καὶ Θεόν! Ἀλλὰ ἀφοῦ δίδομεν τόσην εὐτυχίαν εἰς τοὺς ἄλλους, πόσην εὐτυχίαν θὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς! Θὰ ὀνομασθῶμεν υἱοὶ τοῦ Θεοῦ! Πόσον μεγάλη εἶναι ἡ τιμὴ αὐτή! Ὁ Χριστὸς, ὁ κυρίως εἰρηνοποιός, ὀνομάζεται υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἑπομένως καὶ ἡμεῖς θὰ εἴμεθα ἀδελφοὶ τοῦ Χριστοῦ. Ὅσοι ὅμως δὲν εἶναι εἰρηνοποιοί, ἀλλὰ σκανδαλοποιοί, ὑποδαυλίζοντες τὰς διαφορὰς τῶν ἀδελφῶν των, εἶναι υἱοὶ τοῦ διαβόλου.


Ὄγδοος Μακαρισμός: Οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης.

Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος λέγει: «Μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Μακάριοί ἐστε, ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι καὶ εἴπωσι πᾶν ρῆμα πονηρὸν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ. Χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Οὕτω γὰρ ἐδίωξαν τοὺς προφήτας τοὺς πρὸ ὑμῶν». Ὁ δὲ Λουκᾶς προσθέτει: «Μακάριοί ἐστε, ὅταν μισήσωσιν ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὅταν ἀφορίσωσιν ὑμᾶς καὶ ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ ἐκβάλωσι τὸ ὄνομα ὑμῶν ὡς πονηρὸν ἕνεκα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου˙ χαίρετε ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ καὶ σκιρτήσατε˙ ἰδοὺ γὰρ ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τῷ οὐρανῷ˙ κατὰ ταῦτα γὰρ ἐποίουν τοὺς Προφήτας οἱ πατέρες αὐτῶν. Οὐαὶ ὅταν καλῶς ὑμᾶς εἴπωσι πάντες οἱ ἄνθρωποι. Κατὰ τὰ αὐτὰ ἐποίουν τοῖς ψευδοπροφήταις οἱ πατέρες αὐτῶν».

Εἰς τὸν ἕβδομον μακαρισμὸν εἴδομεν τί πρέπει νὰ κάμνωμεν πρὸς τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, εἰς τὸν ὄγδοον ὅμως τοῦτον μακαρισμὸν διδασκόμεθα τί πρέπει νὰ περιμένωμεν ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ πῶς νὰ δεχώμεθα αὐτούς. Καὶ συγκεκριμένως. Ὁ κόσμος μακαρίζει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν κοινωνικὴν ὑπόληψιν δι' οἱουδήποτε μέσου. Ὁ Κύριος ὅμως μακαρίζει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν διωγμοὺς χάριν τοῦ ὀνόματός Του. Καὶ ποίους διωγμούς! Διωγμούς, οἱ ὁποῖοι ἀφῄρεσαν τὸν ἐπιούσιον ἄρτον διὰ τῆς πείνης, τὸ φῶς τῆς ἡμέρας καὶ τὴν ἐλευθερίαν, τὸ θεῖον τοῦτο δῶρον, διὰ τῆς φυλακῆς, διωγμοὺς οἱ ὁποῖοι δὲν ἠρκέσθησαν εἰς τοῦτο μόνον οἱ διώκοντες, ἀλλὰ ἤθελον νὰ φθάσωσι μέχρι τῆς ψυχῆς τῶν πιστῶν διὰ τοῦ ὀνειδισμοῦ. Διὰ τοῦτο θὰ περιμένωμεν τὰς διαφόρους εἰρωνείας, συκοφαντίας, περιφρονήσεις ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων τῆς ἁμαρτίας. Ἀλλὰ τὸ μεγαλύτερον κεντρὶ τοῦ διωγμοῦ δὲν εἶναι τὸ ὅτι οἱ διώκοντες ἡμᾶς θὰ πλήξωσι τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχήν μας, ἀλλὰ θὰ πράξωσιν αὐτὸ «ἕνεκεν δικαιοσύνης» ἡμῶν, διότι εἴμεθα ἐνάρετοι καὶ οἱ διῶκται θὰ εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὴν ἀρετήν, τὴν ὁποίαν θὰ μᾶς κατηγοροῦν.

Ἄνθρωποι δηλ. οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι βουτηγμένοι μέσα εἰς τὴν κτηνωδίαν καὶ ἀποφασισμένοι νὰ μὴ ἐξέλθουν ἀπὸ ἐκεῖ, θὰ εὐχαριστῶνται νὰ μᾶς καταξεσχίζουν τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχήν, διότι ἠθελήσαμεν διὰ τοῦ λόγου καὶ τοῦ βίου μας νὰ τοὺς βγάλωμεν ἀπὸ τὸν βοῦρκον τῆς ἁμαρτίας των! Ἄνθρωποι—χοῖροι κυλιόμενοι εἰς τὸν βοῦρκον τῆς ἁμαρτίας θὰ μᾶς εὑρίσκουν ἀκαθάρτους! Κτήνη καὶ ἰδίως ὅσοι μὴ ἔχοντες κόκκον λογικῆς, θὰ μᾶς κατηγορήσουν ὡς ἠλιθίους! Κόρακες, οἱ ὁποῖοι τρώγουσι κάθε θνησιμαῖον, θὰ μᾶς κατηγορήσωσιν ὅτι ἀναμασῶμεν πράγματα σάπια καὶ ἀπηρχαιωμένα! Τράγοι πλήρεις κακοσμίας θὰ μᾶς ἀποφεύγωσι, διότι ἡ παρουσία μας εἶναι δι' αὐτοὺς βρομιά! Ἔκλυτοι θὰ μᾶς κατηγορήσουν ὡς σκανδαλίζοντας τὴν ἠθικὴν δημοσίᾳ! Λησταὶ καὶ διαρρῆκται θὰ καταγγείλωσιν ἡμᾶς ὡς κλέπτας!

Ὁ Κύριος μέσα εἰς τοὺς μεγάλους τούτους διωγμοὺς διατάσσει τὸ ἑξῆς: «Χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Ἡ χαρὰ εἶναι ἐσωτερικὸν φαινόμενον. Ἡ ἀγαλλίασις ἐξωτερικὴ ἐκδήλωσις τῆς χαρᾶς. Ἡ ἀμοιβὴ τῶν ὑπομενόντων τοὺς διωγμοὺς τούτους εἶναι μεγίστη. Χαρὰ ἐδῶ καὶ ἀγαλλίασις, μισθὸς πολὺς ἐκεῖ! Ἡ ὕβρις τῶν κακῶν κάμνει περισσότερον ἱεροὺς τοὺς ἀγαθοὺς καὶ ἡ λάσπη, τὴν ὁποίαν θὰ ἐκτοξεύσουν οἱ ἀκάθαρτοι, θὰ εἶναι δεῖγμα τῆς καθαρότητος αὐτῶν. Καὶ πράγματι! Πόσην διαφορὰν ἔχει ἡ εὐτυχία τοῦ Χριστιανοῦ, ὁ ὁποῖος μέσα εἰς τὰς θλίψεις καὶ τοὺς διωγμοὺς εὑρίσκει ὄχι μόνον χαρὰν, ἀλλὰ καὶ ἀγαλλίασιν, ἐνῶ ὁ κοσμικὸς εὐτυχὴς εὑρίσκει χαρὰν μόνον εἰς τὴν χαράν! Καὶ καλύτερον. Ὁ Χριστιανὸς εὑρίσκει τὴν χαρὰν ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν χαρὰν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν λύπην, ὥστε ἀπὸ τὴν βαθεῖαν λύπην νὰ ἐξέρχεται ξελαμπικαρισμένη ἡ χαρά. Τοὐναντίον ὁ κοσμικὸς ἄνθρωπος ἐξάγει λύπην ὄχι μόνον ἀπὸ τὰς λύπας τῆς ζωῆς του, ἀλλὰ πολλάκις καὶ ἀπὸ πολλὰς χαρὰς λόγῳ τῶν κακιῶν του.

Ὄχι μόνον ἐδῶ αἰσθάνονται τὴν χαρὰν ταύτην οἱ πιστοί, ἀλλὰ κυρίως εἰς τὴν ἄλλην ζωήν. Τόση πρέπει νὰ εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ πιστοῦ ἀπὸ τοὺς διωγμοὺς χάριν τοῦ Χριστοῦ, ὥστε οὗτοι πρέπει νὰ θεωροῦσι τοὺς διωγμοὺς ἰδιαιτέραν καὶ ἀνωτέραν δωρεὰν τοῦ Χριστοῦ πρὸς αὐτούς. «Μεταξὺ τῶν τόσων δωρεῶν, τὰς ὁποίας παραχωρεῖ ὁ Χριστὸς εἰς τοὺς φίλους του», λέγει κάποιος μεγάλος Χριστιανός, «ἡ μεγίστη δωρεὰ εἶναι νὰ νικήσῃ τις τὸν ἑαυτόν του καὶ νὰ ὑπομείνῃ μὲ χαρὰν τοὺς διωγμούς, τὰς ὕβρεις, τὰς συκοφαντίας, τοὺς ἐμπαιγμούς, τοὺς βασανισμοὺς τῶν ἄλλων, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: Αἱ ἄλλαι δωρεαὶ τοῦ Θεοῦ πλὴν τῶν θλίψεων δὲν μᾶς στολίζουν τόσον, διότι δὲν εἶναι ἰδικαί μας, ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ. Αἱ θλίψεις ὅμως, οἱ ἐμπαιγμοὶ χάριν τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἰδικαί μας καὶ δύνανται νὰ μᾶς δοξάσωσι περισσότερον τῶν ἄλλων δωρεῶν τοῦ Θεοῦ».

Καὶ ἂν φονευθῶσιν οἱ πιστοὶ οὗτοι ἄνθρωποι δὲν θὰ σιωπήσωσι, διότι ἡ φωνή των πολλαπλασιαζομένη μὲ τὸν ἀντίλαλον τοῦ βαράθρου τοῦ θανάτου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκρημνίσθησαν, θὰ ἀντηχῇ εἰς ὅλας τὰς γλώσσας καὶ εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνας.


Γενικὸν συμπέρασμα ἐπὶ τῶν μακαρισμῶν.

Ἑπομένως βάσει τῶν λεχθέντων, εὐτυχεῖς ὁ κόσμος νομίζει τοὺς φουσκωμένους πλουσίους καὶ σοφούς, τοὺς αὐταρέσκους καὶ ἐγωϊστάς, τοὺς σκληροὺς δυναμικούς, τοὺς ἀναισθήτους γλεντζέδες καὶ μποέμηδες, τοὺς πτωχοὺς ἐκείνους τοὺς ἱκανοποιουμένους μὲ ὀλίγα πνευματικὰ ἀγαθὰ καὶ πολλὰ ὑλικά, τοὺς λαμβάνοντας καὶ ὄχι τοὺς δίδοντας, τοὺς καταφερτζῆδες, τοὺς παλικαράδες καὶ χαιρεκάκους, τοὺς εὐϋπολήπτους κοινωνικῶς. Ὁ κόσμος μακαρίζει τοὺς τοιούτους ἄλλοτε θαυμάζων καὶ ἄλλοτε μιμούμενος, ἔστω καὶ ἂν καταφέρεται πολλάκις κατ' αὐτῶν.

Ὁ Κύριος ὅμως ὁ ὁποῖος ἀρχίζει τοὺς μακαρισμοὺς τούτους ἀπὸ τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας καὶ τελειώνει αὐτοὺς μὲ τὸ αἷμα τοῦ μαρτυρίου, μακαρίζει τοὺς ἔχοντας διάθεσιν πτωχείας, τοὺς ταπεινούς, τοὺς πράους, οἱ ὁποῖοι ἐνίκησαν τὸν ἑαυτόν των, τοὺς ἐλεήμονας, οἵτινες ἐβοήθησαν τοὺς ἄλλους, τοὺς καθαροὺς τῇ καρδίᾳ, οἵτινες ἐκαθάρισαν τὸ βάθος των, τοὺς εἰρηνοποιούς, οἵτινες συνδέουν τοὺς ἄλλους μὲ τὸν ἑαυτόν των καὶ μὲ τὸν Θεόν, τοὺς ὑπομένοντας μὲ χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν τοὺς διωγμούς, ἑπομένως ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ἐνικήθησαν ὑπὸ τῶν ἄλλων. Μὲ δύο λόγια εὐτυχεῖς θεωρεῖ ὁ Κύριος ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐνίκησαν καὶ μετεμόρφωσαν τὸν ἑαυτόν τους, ἐνίκησαν καὶ ἐβοήθησαν τοὺς ἄλλους!

Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης)
via

Νόμος της Έλξης - Τι είναι και πως λειτουργεί


Τα τελευταία χρόνια πολλά λέγονται για το «Νόμο της Έλξης», ιδίως μετά την κυκλοφορία του βιβλίου και της ταινίας «Το Μυστικό».

Πολλοί είναι αυτοί που τον έχουν εφαρμόσει επιτυχημένα , αλλά υπάρχουν και πολλοί άλλοι που δεν πέτυχαν απολύτως κανένα αποτέλεσμα, και τα παράτησαν απογοητευμένοι.

Γιατί ο «Νόμος της Έλξης» μερικές φορές δεν λειτουργεί;

Αυτό είναι δυσάρεστο, αλλά καθόλου περίεργο.

Αν θέλουμε αυτός ο Νόμος να λειτουργήσει αποτελεσματικά, ας μην θεωρούμε ότι είναι μια δύναμη που υπάρχει έξω από εμάς.
Δεν προσπαθούμε να «έλκουμε» κάτι που είναι έξω από εμάς – κάτι που δεν το έχουμε και μας λείπει.
Αν τον κατανοήσουμε σωστά, ο «Νόμος της ΄Έλξης» δεν είναι κάτι άλλο από τον τρόπο έκφρασης της πραγματικής μας φύσης.
Αυτό σημαίνει ότι αντί να ελκύουμε κάτι που υπάρχει έξω από εμάς, εκφράζουμε την ευχή και την επιθυμία να φέρουμε στην επίγνωσή μας κάτι το οποίο είναι ήδη τμήμα του δυναμικού της φύσης μας.
Πως λειτουργεί, λοιπόν, αυτή η διαδικασία πρακτικά;
Βασίζεται στην αλήθεια, ότι είμαστε αναπόσπαστες όψεις της Πηγής, της Θείας Πρόνοιας, του Θεού, όλων όσων υπάρχουν τώρα, στο παρελθόν, αλλά και για πάντα, (σύμφωνα με την ανθρώπινη αντίληψη για τον χρόνο). Γι αυτό το λόγο τα πάντα βρίσκονται ήδη μέσα μας, στην διάθεσή μας να ανασυρθούν στην συνειδητότητά μας, και να υλοποιηθούν έτσι και σαν καταστάσεις που βιώνουμε.
Ο Θεός είναι το Όλον, το Ένα.
Είμαστε τμήμα του Θεού, άρα σαν τον Θεό είμαστε Όλον.
Όπως οποιοδήποτε στοιχείο του ολογράμματος περιέχει και συμπεριλαμβάνει το Όλον, έτσι κι εμείς περιέχουμε και συμπεριλαμβάνουμε και Είμαστε το Όλον.
Αυτό εννοούσε ο Ιησούς όταν έλεγε:
«Και ο Ιησούς είπε σε αυτόν, Πήγαινε τον δρόμο σου, η πίστη σου σε κατέστησε ολοκληρωμένο». – Ματθαίος 10:52.
Η αληθινή σημασία αυτού είναι ότι η δύναμη της αληθινής Πίστης έκανε τον άνθρωπο που θεράπευσε ικανό να συνειδητοποιήσει την Ολότητά τους, και η Ολότητα δεν έχει καμιά έλλειψη, συμπεριλαμβανομένης και της υγείας.
Αυτό σημαίνει ότι πολύ απλά οτιδήποτε μπορούμε να βάλουμε με το μυαλό μας είναι ήδη τμήμα της Ολότητάς μας.
Εφόσον ισχύει αυτό, το μόνο που χρειάζεται να κάνουμε είναι να εκφράσουμε οποιαδήποτε επιθυμία, η οποία είναι ήδη τμήμα δικό μας, και να την επικαλεστούμε να ανέλθει στην επίγνωσή μας και να υλοποιηθεί στην ζωή μας.
Με άλλα λόγια, απλά γινόμαστε Γνώστες, και ως εκ τούτου βιώνουμε μια πλευρά της Θεϊκής Ολότητάς μας.
Όμως, πρέπει να προσέξουμε και κάτι άλλο.
Σαν όψεις της Πηγής, αλλά όχι η Πηγή με απόλυτους όρους, δεν έχουμε έμφυτη δύναμη να εκπληρώσουμε αυτή την Έκφραση από μόνοι μας, ξεκομμένοι από το Όλον.
Η δύναμη στην οποία έχουμε πρόσβαση είναι άπειρη, απεριόριστη, απέραντη και ρέει μέσα από μας προερχόμενη από την Πηγή, δίνοντας ενέργεια και ισχύ στην Έκφραση του δυναμικού μας μέσα από τις σκέψεις μας, τα συναισθήματα, τα οποία με την σειρά τους εκπληρώνονται και υλοποιούνται σε κάτι χειροπιαστό.
Και ο Ιησούς δίδασκε αυτή την Αλήθεια, επανειλημμένα στους μαθητές του:
«Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και τους είπε: «Σας διαβεβαιώνω ότι δεν μπορεί ο Υιός να πράττει από τον εαυτό του τίποτα εάν δεν βλέπει τον Πατέρα να πράττει. Υπάρχει απόλυτη ομοφωνία μεταξύ του Πατρός και Υιού, διότι εκείνα που ενεργεί ο Πατέρας, κατά τον αυτόν τρόπο, τα ίδια πράττει και ο Υιός.» -- Ιωάννης 5:19
Ο «Υιός» είναι ο καθένας μας σαν Έκφραση του «Πατέρα», του Θεού.
Ο Ιησούς, επίσης είπε:
«Δεν πιστεύεις ότι εγώ είμαι αχώριστα ενωμένος με τον Πατέρα, ότι είμαι και μένω μέσα στον Πατέρα και ότι ο Πατέρας είναι και μένει μέσα σε μένα; Ακριβώς επειδή είμαι ενωμένος με τον Πατέρα, τα λόγια, τα οποία εγώ σας διδάσκω, δεν τα λέγω από τον εαυτό μου, αλλά ο Πατέρας, ο οποίος διαμένει μέσα σε μένα, ενεργεί δι εμού όλα αυτά τα θαυμαστά έργα, που βλέπετε και ακούετε.
Να παραδεχτείτε, λοιπόν, ότι εγώ μένω εις τον Πατέρα και ο Πατέρας μένει εις εμέ. Πιστέψατε τουλάχιστον χάρη στα έργα μου. Σας διαβεβαιώνω ότι εκείνος που πιστεύει εις εμέ θα κάνει, χάρη σ’ αυτή την πίστη του, τα μεγάλα και θαυμαστά έργα τα οποία εγώ κάνω και ακόμη μεγαλύτερα από αυτά, γιατί εγώ πορεύομαι προς τον Πατέρα μου.» -- Ιωάννης 14:10 – 14
Πολύ σημαντικές και αποκαλυπτικές δηλώσεις.
Ο Ιησούς λέει ότι αυτός, άρα κι εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα από μόνοι μας, και ότι είναι ο «Πατέρας», με άλλα λόγια η Ενέργεια της Πηγής, ο Θεός που εκφράζεται μέσα από εμάς και κάνει τα «Έργα».
Όταν λέει «γιατί εγώ πορεύομαι προς τον Πατέρα μου», εννοεί ότι εκφράζεται όπως ο «Πατέρας», αντλώντας έτσι δύναμη από τον «Πατέρα» για να φέρει μια όψη του Όλου στην εμπειρική πραγματικότητα.
Επίσης αποκαλύπτει την μεγάλη Αλήθεια ότι όσο αναπτυσσόμαστε πνευματικά δεν θα κάνουμε μόνο τα «θαύματα» που αποδίδονται στον Ιησού, αλλά θα προχωρήσουμε ακόμα περισσότερο και θα εκφράσουμε ακόμα σπουδαιότερα πράγματα – ίσως πέρα από την ικανότητα αντίληψης τον περισσότερων ανθρώπων σε αυτό το στάδιο ανάπτυξης.
Το συμπέρασμα, λοιπό, είναι:
Σαν αναπόσπαστες όψεις του Θεού, ο Οποίος είναι το Όλον, και συμπεριλαμβάνει τα πάντα μέσα στην Δημιουργία, έτσι κι εμείς – φτιαγμένοι κατ’ εικόνα του Θεού – είμαστε Όλον, επίσης συμπεριλαμβάνουμε τα πάντα μέσα στον Δημιουργία, και άρα το μόνο που κάνουμε είναι να εκφράσουμε τις ευχές, τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας μέσα στην παρούσα δόνηση της συνειδητότητάς μας αντλώντας δύναμη από και μέσα από τον Θεό, χωρίς τον Οποίο τίποτα δεν θα ήταν δυνατό.
Ακριβώς όπως μια λυχνία φωτός δεν μπορεί να δώσει φως αν δεν είναι συνδεδεμένη
με την πρίζα, έτσι κι εμείς δεν μπορούμε να ελκύσουμε, να «εκφράσουμε το δυναμικό μας, χωρίς να είμαστε «συνδεδεμένοι» με την Πηγή μας από την οποία αντλούμε την Δύναμη.
Όσο εξελισσόμαστε κερδίζουμε την ικανότητα να εκφράζουμε όλο και περισσότερο το Όλον, μέχρι τελικά, όσο πλησιάζουμε την Πηγή μας, να μπορούμε να εκφράσουμε – να ελκύσουμε – σχεδόν τα πάντα





Feature (Side)

Πρόσφατα

Random

*

Archives

© 2013 Point of view. All rights resevered. Designed by | point me