Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

AD (728x90)

  • 2793 Pine St

  • 1100 Broderick St

  • 868 Turk St

  • 420 Fell St

Nὰ φεύγω σιγὰ σιγὰ





Γεωργόπουλος ΝίκοςΦίλοι μου, ὅπως ἔχετε παρακολουθήσει τώρα τελευταία ἡ ροὴ τῶν ἀναρτήσεων στὸ Τόνοι καὶ Πνεύματα ἔχει περιορισθεῖ σημαντικὰ γιατί ὅσον μὲ ἀφορᾶ δὲν θέλω νὰ γράφω πλέον αἰσθανόμενος ὡς πολίτης ὅτι ,αὐτὰ ποὺ πρεσβεύω θεωροῦνται ἐκτὸς ἐποχῆς καὶ ὅτι δὲν μποροῦν νὰ ἀλλάξουν τὸ κοινωνικὸ σύνολο τὸ ὁποῖο ἐν πολλοὶς ἢ δὲν θέλει ἢ δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὶς ἀπόψεις μου..
Καλύτερα εἶναι γιὰ τὸν σκοπὸ ποὺ εἶχα θέσει καὶ ποὺ ἦταν νὰ κάνω ὅτι εἶναι δυνατὸν καλύτερο γιὰ τὴν πατρίδα καὶ τοὺς Ἕλληνες …(συμπληρώνω τώρα ) ἂν οἱ δυνάμεις μου τὸ ἐπιτρέπουν, διαφορετικὰ καλύτερα εἶναι νὰ σιωπαίνω.
Ἀντιλήφθηκα καὶ μάλιστα πολλὲς φορὲς ,στὴν προσπάθειά μου νὰ τηρήσω τὸν παραπάνω σκοπὸ ….. ,ὅτι πολλοὶ μὲ χρησιμοποιοῦσαν (ἐν γνώσει μου ) …. κι αὐτὸ ὅμως παρεξηγήθηκε ὄχι ἀπὸ ὅλους ἀλλὰ ἀπὸ πολλοὺς ποὺ ἔχουν μάθει νὰ κρίνουν καταστάσεις προτάσσοντας τὸ δικό τους συμφέρον.
Προσπάθησα νὰ εἶμαι διαλλακτικὸς ,νὰ ἀκούω –παρουσιάζω καὶ τὶς ἀντίθετες ἀπόψεις, ποτὲ δὲν μοῦ ἄρεσε ὁ συνομιλητὴς ποὺ δὲν ἀκούει, ποὺ δὲν ἀφήνει τὸν ἄλλον στὴν ἄποψή του καὶ ποὺ θεωρεῖ μὲ σιγουριὰ ὅτι εἶναι ὀρθὲς καὶ μόνο οἱ ἀπόψεις ποὺ μόνο ὁ ἴδιος φέρει. 
Τὸ Τόνοι καὶ Πνεύματα εἶναι προσωπικὸ ἰστολόγιο καὶ ως ἐκ τούτου δὲν διεκδικῶ τὸ ἀλάθητο, ξεκίνησα μὲ κέφι ἄλλες ἐποχὲς ποὺ ὅλοι πολιτικὰ ψαχνόντουσαν, ὁ λόγος ποὺ δημιουργήθηκε πρὶν ἀπὸ τέσσερα χρόνια περίπου , ἦταν ὅτι  ἡ ἐπικρατοῦσα κατάσταση στὴ κοινωνία μὲ εἶχε γεμίσει μὲ ἀγανάκτηση καὶ πίκρα. Μὲ ἐνοχλοῦσε ἡ θεοποίηση τοῦ κέρδους στὸν ἰδιωτικὸ τομέα, μὲ ἐνοχλοῦσε ὅτι οἱ ἐργατοπατέρες ποὺ (μὲ τὸ ἀζημίωτο βέβαια ) εἶχαν μετατρέψει τὸ δημόσιο ,ἀντὶ κυψέλης μελισσὼν ποὺ θὰ παράγουν τὸ μέλι τους γιὰ τοὺς πολίτες, σὲ κηφηνομάγαζο (βεβαίως ὑπάρχουν καὶ οἱ ἐξαιρέσεις τόσο μεμονωμένων ἀτόμων ὅσο καὶ κλάδων  δημοσίων ὑπαλλήλων) , μὲ ἐνοχλοῦσαν οἱ διακρίσεις καὶ  ἡ ἀπουσία ἴσων εὐκαιριῶν γιὰ τοὺς Ἕλληνες πολίτες.
Αὐτὰ εἶναι μερικὰ ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ μὲ ἐνοχλοῦσαν ἀλλὰ καὶ μὲ ἐνοχλοῦν ,ὅμως ἡ ἀποτυχία μας ἐνήλικοι ὄντες νὰ δημιουργήσουμε καὶ νὰ παραδώσουμε στοὺς νεότερους  μία πολιτεία εὐνομούμενη, ἰσχυρή, σύγχρονη ,πετυχημένη καὶ μία κοινωνία δίκαιη ἄλλα καὶ ὁ εὔκολος τρόπος του νὰ ἔχουμε ἄποψη ὅτι γιὰ  ὅλα φταῖνε οἱ ἄλλοι ἢ ὅτι φταίει ἡ ἰδιοσυγκρασία τῶν Ἑλλήνων ἢ εἴμαστε πολὺ κατώτεροι τῶν ξένων ἢ εἴμαστε κωλοέλληνες ὅπως πολλοὶ λέγουν χωρὶς νὰ κάνει κανεὶς ἴχνος αὐτοκριτικῆς  γιὰ τὴν δική του συμπεριφορὰ καὶ τὶς ὑποχρεώσεις του  ἔναντι τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ κράτους ,γιὰ τὸ τί προσέφερε αὐτὸς στὸ κράτος  καὶ γιὰ τὸ τί ἀπολαμβάνει, χωρὶς κανεὶς νὰ δέχεται νὰ βάλλει πλάτη ,τὴν δική του πλάτη καὶ ὄχι τῶν ἄλλων.
Γιὰ τὸ συναίσθημα αὐτὸ , παλαιότερα πρὶν δημιουργήσω τὸ Τόνοι καὶ Πνεύματα ,τότε ποὺ ἔγραφα σὲ ἄλλα ἱστολόγια , είχα  γράψει σε ένα από αυτά στις 23 Μαρ 2010  :
Το μυαλό έτρεχε  ,η γλώσσα επαναλαμβάνοντας λαχανιασμένη  ακολουθούσε και το χέρι κουράσθηκε να γράφει ή να πληκτρολογεί.
Οι σελίδες πολλαπλασιάζονται ,αλλά διαπιστώνω ότι γράφω μόνο για μένα . Δεν διεκδικώ ρόλο αλλά δεν βρίσκω και ευήκοα ώτα .
 … Προχθές σε μια συντροφιά , μπορεί και από την εμμονή μου σε τέτοια θέματα (κόλλημα το λένε οι νεότεροι) αρχίσαμε να συζητάμε για την οικονομική κρίση και τις ευθύνες αυτών που την δημιούργησαν. Εκεί όλοι οι ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΛΗΝ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΤΑΜΕΝΩΝ διαπιστώθηκε ότι έχουν ευθύνη, εμείς ήμαστε στο Απυρόβλητο. Προσπάθησα να πω ότι δεν φταίνε μόνο οι άλλοι αλλά και ο καθ ένας από μας … τι σημασία έχει τι προσπάθησα να πω….Αλλά δεν είναι εδώ ο καιρός και ο τόπος για τέτοιες εξηγήσεις. Το θηρίο το καταπάλαιψα σε άλλες εκστρατείες. Ήμουν και εγώ στον πόλεμο τοξότης που ξαστόχησε, λέει ο ποιητής..
 Υπερεκτίμησα τις δυνάμεις μου αλλά και τις εκφραστικές μου ικανότητες.
Ποιός θα μ΄ακούσει …και πολύ περισσότερο ποιὀς θα αφιερώσει χρόνο να διαβάσει αυτά που τώρα που τα γράφω και γιατί ; αφού είτε είναι ή δεν είναι ικανοποιημένοι  από τη ζωή , προτιμητέα είναι η απραξία από την πράξη.
Παρατήρησα ὅτι οἱ περισσότεροι ἄπ΄αὐτοὺς τοὺς (ἐπί)κριτὲς ως ἄτομα συνήθως ἐπιζητοῦν- προτάσσουν τὴν κοινωνικὴ προβολή τους ἢ ως πρὸς τὴν σχέση τους μὲ τὸν Μαμωνὰ εἶναι ἄτομα  λαίμαργα ,ἀχόρταγα ,ἀπαιτητικά… καὶ ἀπὸ πλευρᾶς ἐκπληρώσεως τῶν φορολογικῶν τους ὑποχρεώσεων ἔχουν τὴν ἀπάντηση ἕτοιμη … ἀφοῦ τὸ Κράτος μὲ κλέβει ἢ γιατί νὰ τοὺς τὰ δώσω … γιὰ νὰ τὰ φάνε ἢ εἶναι ἄτομα ἀπὸ τὰ κηφηνομάγαζα ποὺ παραπάνω ἀνέφερα καὶ τὰ ὁποία θεωροῦν ὅτι τὸ δημόσιο εἶναι τσιφλίκι τους.
Αὐτὲς καὶ ἄλλες τέτοιες παρόμοιες σκέψεις ἦταν ποὺ μὲ ὁδήγησαν νὰ δημιουργήσω αὐτὸ τὸ ἰστολόγιο μὲ ἀποτύπωμα ὅπως αὐτὸ ποὺ μέχρι τώρα εἴδατε, αὐτὰ καὶ ὄχι μόνο προσπάθησε νὰ ἀναδείξει καὶ νὰ πολεμήσει τὸ Τόνοι καὶ Πνεύματα ,αὐτὲς οἱ σκέψεις μὲ ὁδήγησαν  νὰ στηρίξω τὶς κινήσεις  τῶν «300 Ἑλλήνων» καὶ τὴν « ἐπιχείρηση ΜΑΡΑΘΩΝ 2013 » κινήσεις ποὺ ἴσως τώρα φαίνονται  … κινήσεις γραφικῶν τύπων , ἴσως ὅμως ἂν ἡ γιαλατζὴ  ἀριστερά, κινούμενη προβοκατόρικα , δὲν διαιροῦσε τὴν πλατεία σὲ κάτω καὶ ἄνω προφανῶς γιὰ νὰ καπελώσει τὸ ἀδέσμευτο κίνημα ,νὰ δικαιολογήσει τὴν ὕπαρξή της  καὶ νὰ ἀποκομίσει πολιτικὰ ὀφέλη ,ἴσως λέγω ἴσως νὰ εἴχαμε τότε πετύχει μία ὁμαλότερη  καὶ προφανῶς λιγότερο ἐπώδυνη μετάβαση σὲ ἕνα σύγχρονο δημοκρατικὸ κράτος.
Αὐτὲς καὶ ἄλλες τέτοιες σκέψεις μὲ ὁδηγοῦσαν νὰ λαμβάνω πολιτικὲς θέσεις καὶ ἐναντίον προσφάτων μύθων δῆθεν ἀντιστασιακῶν πράξεων καὶ προσώπων (ἀπὸ ἱστορικοὺς ; παραχαράκτες τῆς σύγχρονης Ἑλληνικῆς Ἱστορίας) ,ὅπως αὐτὲς ἀναφέρονται στὰ δικά μου καὶ μόνο ἄρθρα  ἢ σὲ αὐτὰ ποὺ συνυπέγραψα καὶ τὰ ὁποία εἶναι καὶ τὰ μόνα ποὺ πολιτικὰ ἢ κοινωνικὰ μὲ ἐκφράζουν.
Τὴν περίοδο αὐτὴ σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο ἀλλὰ νομίζω ὅτι καὶ  ὁ καθένας τραβάει τὸν δικό του Γολγοθὰ κι ἔχει δυστυχῶς πολὺ ἀνήφορο ἀκόμα . Εἰδικὰ γιὰ τὴν πατρίδα μας τὴν Ἑλλάδα οἱ τελευταῖες οἰκονομικὲς ἐξελίξεις δείχνουν ὅτι ,τουλάχιστον πρὸς τὸ παρόν, τὸ σκάφος ἀπέφυγε τὸν σκόπελο καὶ εἰλικρινὰ εὔχομαι νὰ τὰ καταφέρει νὰ φτάσει σὲ ἀσφαλὲς λιμάνι ,νὰ καταφέρει ἡ χώρα μας νὰ ὀρθοποδήσει ,νὰ ἐπανακτήσει τὴν κυριαρχία της καὶ ἀκόμα στὰ ἐθνικὰ θέματα νὰ ἀποτρέψει διασπαστικὲς κινήσεις ,νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ οἰκονομικᾶ βάρη μὲ τὸν καλύτερο δυνατὸ τρόπο ἔπ΄ὠφελεία τῶν Ἑλλήνων.
Λυπᾶμαι ποὺ ἡ διάθεσή μου ἂφ ΄ἑνὸς καὶ ἡ ἀνάγκη ἄφ΄ἑτέρου δὲν μοῦ ἐπιτρέπει νὰ διαθέτω τὸν ἀπαιτούμενο χρόνο γιὰ τὸ ἰστολόγιο , λυπᾶμαι  ποὺ ἐπέτρεψα καὶ μὲ ἔφτασαν ὡς ἐδῶ , γνωρίζω ὅτι τελειώνει μὲ ἄνω τελεία αὐτὴ ἡ περίοδος τῆς ζωῆς μου, τώρα γιὰ προσωπικοὺς λόγους ὑποχρεώνομαι (ἀνάγκα καὶ οἱ θεοὶ πείθονται ) στὰ 65 μοῦ χρόνια νὰ ἐπιστρατεύσω τὸ κουράγιο καὶ τὴν ὑπομονή μου καὶ νὰ προσπαθήσω νὰ ξεκινήσω κάτι νέο ,δὲν φανταζόμουνα ὅταν πριν από δυόμισι περίπου χρόνια σταματούσα την εργασία μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ ἀπολαύσω ὅσα εἶχα στερηθεῖ, ὅτι πρέπει νὰ  προσπαθήσω πάλι , ὑπάρχει ὅμως ἀνειλημμένη οἰκονομικὴ ὑποχρέωση γιὰ τὴν ἐξόφληση τοῦ πρὸ δεκαετίας ληφθέντος στεγαστικοῦ δανείου , ἄλλα τὰ οἰκονομικὰ δεδομένα τότε ἄλλα τὰ πρόσφατα, οἱ ὄροι τοῦ δανείου ὅμως …. οἱ ἴδιοι καὶ σὲ αὐτὴ τὴν οἰκονομικὴ ὑποχρέωση πρέπει νὰ ἀνταποκριθῶ παρὰ τὴν μείωση ἀποδοχῶν ποὺ ἔχω ὑποστεῖ , συνεπῶς δὲν ὑπάρχει ἄλλη λύση ,εἶναι θέμα ἀξιοπρέπειας.
Ἔτσι λοιπὸν ἐπειδὴ θεωρῶ ὅτι μὲ τὶς συνθῆκες ποὺ διαμορφώνονται τὸ Τόνοι καὶ Πνεύματα δὲν θὰ μπορεῖ νὰ λειτουργεῖ ὅπως ἐγὼ τὸ θέλω ,συνεπῶς ἐλάχιστα πρακτικὰ χρήσιμο θὰ εἶναι ,γιὰ αὐτὸ ἀποφάσισα ἀπὸ σήμερα νὰ ἀνασταλεῖ  ἡ λειτουργία του –δὲν θὰ ὑπάρξουν ἄλλες ἀναρτήσεις ,θὰ παραμείνει ἀνοικτὸ γιὰ ὅσους θέλουν νὰ ἀνατρέξουν στὰ ἄρθρα ποὺ ἐμπεριέχονται γιὰ ἕνα χρονικὸ διάστημα καὶ στὴν συνέχεια θὰ κλείσει . Στὴν συνέχεια θὰ κλείσουν ὅλοι οἱ λογαριασμοί μας (σταδιακὰ )στὰ μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης κλπ.
Ἀπὸ σήμερα δὲν θὰ εἶναι δυνατὴ οὔτε ἡ δημοσίευση σχολίων, ἐπίσης ἀπὸ σήμερα θὰ ὑπάρχει ἀντίστοιχο ἐνημερωτικὸ ἀπαντητικὸ μήνυμα στὴν εἰσερχόμενη ἀλληλογραφία.  
Εἶναι ἐπώδυνος ,ἰδίως ὅταν γίνεται μὲ προσωπική σου ἀπόφαση ,ὁ ἀποχωρισμὸς ἀπὸ τὶς δικές σου ἐπιλογὲς καὶ τὰ δημιουργήματά σου , τὸν ἔχω βιώσει τρεῖς φορὲς καὶ τὶς τρεῖς τὶς θεωρῶ σημαντικὲς γιὰ τὴν ζωή μου , ἡ πρώτη φορᾶ ἦταν .. Στρατός-Πτήσεις ,ἡ  δεύτερη μὲ τὸ … OpenSkies καὶ αὐτὴ μὲ τὸ … Τόνοι καὶ Πνεύματα εἶναι ἡ τρίτη.  
Τὸ  Τόνοι καὶ Πνεύματα ….  τετέλεσται καὶ ἐπειδὴ οἱ δυὸ φωτογραφίες μου στὸ ἰστολόγιο ἦταν ἐσκεμμένα θαμπὲς καὶ σὲ χρόνο Παρακείμενο θέλω νὰ μὲ δεῖτε σὲ μία σχετικὰ πρόσφατη, γιὰ νὰ γνωρίσετε καὶ κάτ΄ὄψιν αὐτὸν μὲ τὸν ὁποῖο τόσο καιρὸ συνταξιδεύατε, σᾶς κρατοῦσε παρέα ἤ σας ζάλιζε μὲ τὶς ἰδέες του καὶ ποὺ συνεχίζει καὶ μέσα στὸ video ποὺ ἀκολουθεῖ, νὰ γράφει καὶ νὰ σᾶς ζαλίζει.

Εὔχομαι στὴν πατρίδα μας τὰ καλύτερα και κυρίως νὰ διαφυλάξει τὴν ἐδαφικὴ ἀκεραιότητα τῆς χώρας ἀπὸ ἐπιβουλὲς καὶ διασπαστικὲς κινήσεις ,ἐπὶ τῶν Ἑλληνικῶν ἐδαφικῶν διαμερισμάτων ἢ τμημάτων αὐτῶν , γειτόνων …. δυστυχῶς συνεπικουρουμένων ἀπὸ μερικοὺς  κάτ΄ὄνομα Ἕλληνες  ποὺ ὄχι μόνο δὲν ἔχουν διάθεση νὰ ὑπερασπισθοῦν τὰ πάτρια ἐδάφη ,ἀλλὰ δυστυχῶς καλυπτόμενοι  ( ἐνῶ ἔπρεπε νὰ ἀποκηρύσσονται ) ἀπὸ κοινοβουλευτικὰ κόμματα ( ὑπὸ τὴν ἔννοια … εἶναι μία τάση … καὶ ὄχι ἡ ἐπίσημη θέση τοῦ κόμματος ) δροῦν ὡς  5η φάλαγγα στὸ ἐσωτερικό της χώρας .
Στοὺς μίας κάποιας ἡλικίας φίλους νὰ σκεφτοῦν τὶς δικές τους εὐθύνες γιὰ τὸ σημερινὸ κατάντημα τῆς χώρας καὶ ἂς σταθμίσουν τὶς μελλοντικὲς πολιτικὲς ἐπιλογές τους ἐπιστρατεύοντας τὴν λογικὴ καὶ ἀφήνοντας στὴν ἄκρη τὸ πρόσκαιρο συμφέρον , στοὺς νεότερους φίλους τοὺς προτρέπω ἂν θέλουν προοπτικὲς γιὰ νὰ γίνει ἡ ζωὴ τοὺς καλύτερη τότε πρέπει νὰ βάζουν κόκκινες γραμμὲς , νὰ διεκδικοῦν ,νὰ κάνουν γιὰ τὸν συνάνθρωπό τους αὐτὸ ποὺ περιμένουν καὶ οἱ ἴδιοι ἄπ΄αὐτόν. Μόνο μὲ προσπάθεια καὶ ἀγώνα θὰ κερδίσουν τόσο τὰ πρὸς τὸ ζῆν ὅσο καὶ τὰ πρὸς τὸ εὖ  ζῆν .
Θὰ ἤθελα τέλος τώρα νὰ σᾶς γνωστοποιήσω καὶ τὴν θέση μου ὅσον ἀφορᾶ τὶς ἐπερχόμενες εὐρωεκλογὲς καὶ ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ σὲ δικαιολογητικὲς σκέψεις  καὶ νὰ μακρηγορήσω  τώρα πού σας ἀποχαιρετῶ καὶ ὑπὸ τὸ πρίσμα ὅτι τὸ πολιτικὸ κατεστημένο σύστημα καὶ ἐννοῶ τὴν κομματοκρατία – δυστυχῶς ἄντεξε καὶ μὲ βάση τὰ ὑπάρχοντα δεδομένα  (συνθῆκες, προγράμματα, Κόμματα κλπ )  τὰ ὁποῖα εἴτε μας ἀρέσουν εἴτε ὄχι , πρέπει ὅμως μὲ βάση αὐτὰ τὰ δεδομένα νὰ πορευτοῦμε πρὸς τὸ πρόβλημα γιὰ νὰ καταλήξουμε στὴ σωστὴ ἀπόφαση  θέλω νὰ σᾶς δηλώσω ὅτι μὲ ἐκφράζουν ἀπόλυτα τὰ  ἀναγραφέντα ἀπὸ ἐμένα στὸ πρὸ διετίας ἄρθρo μου μὲ τίτλο…  ΟΣ Δ’ ΑΝ, ΣΤΑΣΙΑΖΟΥΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ, ΜΗΔΕ ΜΕΘ’ ΕΤΕΡΩΝ ΤΑ ΟΠΛΑ ΣΤΕΙ, ΑΤΙΜΟΣ ΕΣΤΩ  ..ποῦ καὶ σήμερα ἂν χρειαζόταν νὰ τὸ γράψω ἐλάχιστες ἀλλαγὲς λόγω ἐπικαιρότητας θὰ ἔκανα.
Θέλω νὰ εὐχαριστήσω  ὅλες καὶ  ὅλους ἐσᾶς τὶς φίλες καὶ φίλους ποὺ τόσο καιρὸ συνταξιδεύαμε ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀρθρογράφους ἄνδρες καὶ γυναῖκες γιὰ τὴν τιμὴ πού μου κάνανε νὰ μοῦ ἐμπιστεύονται τὰ ἄρθρα τοὺς , γνωρίζω ὅτι θὰ μοῦ λείψετε ,δὲν γνωρίζω ἂν στὸ μέλλον θὰ μπορέσω νὰ σᾶς ξανασυναντήσω  γιὰ αὐτὸ καὶ θὰ ἤθελα ἰδιαίτερα νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ προσπαθήσετε ἰδίως τηλεφωνικὰ νὰ ἐπικοινωνήσετε  μαζί μου γιὰ νὰ ἀναθεωρήσω τὴν ἀπόφασή μου αὐτή.
…..νὰ εἶστε πάντα καλά,
Νίκος Γεωργόπουλος
ΥΓ. Πρὶν ἀπὸ μερικὲς ἡμέρες πῆρα τὴν πικρὴ ἀλλὰ ἀναγκαία ἀπόφαση , ἤδη σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ τελευταῖα ἄρθρα μου ὑπῆρχε ἀμυδρὰ μία σχετικὴ νύξη ,μὲ βασάνισε ὄχι τόσο ἡ στιγμὴ τοῦ ἀποχωρισμοῦ καὶ αὐτὰ ποὺ ἤθελα , ἀλλὰ ἂν αὐτὰ πού μου ἔχουν ἐμπιστευτεῖ, ἔχω πληροφορηθεῖ-γνωρίζω ὡς διαχειριστὴς τοῦ ἰστολογίου ἐπιτρέπεται  ..…ἔπρεπε νὰ σᾶς τὰ πῶ ὅλα.
Τὰ ἔκρυψα ,τὰ ἀφήνω σὲ μία γωνιὰ τοῦ μυαλοῦ μου καὶ ἄρχισα νὰ γράφω σὲ αὐτὸ τὸ μὲ ἀριθ. 14.260 τελευταῖο ἄρθρο, τὴν νύκτα τῆς 30ης  Ἀπριλίου τοῦ 2014 ,αὐτὰ ποὺ θέλω νὰ ξέρετε γιὰ μένα μόνο .
Εἶναι μία δύσκολη περίοδος ,ἔχω περάσει καὶ περισσότερο ἐπικίνδυνες γιὰ τὴ ζωή μου ,θὰ προσπαθήσω καὶ πιστεύω ὅτι θὰ τὰ καταφέρω,  τὴν ὥρα ποὺ προετοίμαζα τὸ παραπάνω video γιὰ τὸν ἀποχαιρετισμὸ εἶχα ἔντονο τὸ συναίσθημα τῆς πίκρας ποὺ ἐξασθενεῖ ,ποὺ ἀρχίζει νὰ γλυκαίνει , σὲ λίγο ὅλα θὰ εἶναι παρελθόν, μία ἀνάμνηση ,σὲ λίγο ὁ κύκλος κλείνει,θέλω νὰ παρατείνω αὐτὴ τὴν στιγμὴ ποὺ εἶμαι μαζί σας λίγο ἀκόμα  , δὲν θέλω νὰ σᾶς πῶ ἀντίο ἀλλὰ καὶ δὲν μπορῶ νὰ ὑποσχεθῶ στὸ ἐπανιδεὶν ,εὔχομαι στὴν ἐπικράτηση τοῦ καλοῦ καὶ δανειζόμενος ἀπὸ τὸν Νικόλα τὴν ρήση του, τὴν χρησιμοποιῶ γιὰ νὰ σᾶς ἀποχαιρετήσω … venceremos.
Αὔριο ξημερώνει  Πρωτομαγιὰ  , εἶναι  …ἡ πρώτη μου μέρα.
via

Κ. Ζάχος: Αυτός ο κόσμος είναι λίγος για τον άνθρωπο



"Είχε πεισθεί ότι για να προσεγγίσεις τον άλλο στην αληθινή του προοπτική, θα πρέπει να τον χάσεις από τον ορίζοντά σου ως γνωστό και συνηθισμένο, με προδιαγραμμένες αντιδράσεις, πεποιθήσεις και μνήμες. Δε θα πρέπει να τον δεις σαν κάτι που ανήκει σε σένα ή σου οφείλει προσοχή ή κάποιους αναμενόμενους τρόπους συμπεριφοράς. Θα πρέπει να βγεις από την εικόνα του που έχεις σχηματίσει για να θεωρήσεις τη δική του ολότητα. Μια ύπαρξη ανασαίνει εκεί μόνη και προσπαθεί να βρει τα δικά της βήματα στην πορεία της να φτάσει στο πρωτότυπο, τη μυστική εικόνα που φέρει μέσα της"
 
"Ο φυσικός και δρ. Θεολογίας Κωνσταντίνος  Ζάχος μίλησε στο εκκλησάκι του Αγ. Ανδρέα στα Κάτω Πατήσια στην Πλ. Αμερικής την Δευτέρα 17 Μαρτίου του 2014  με θέμα "Αυτός ο κόσμος είναι λίγος για τον άνθρωπο" και συνομίλησε με το κοινό.


Αντίφωνο

Τα Μαθηματικά, η Μουσική και η Ζωγραφική (κάποιες σκέψεις σαν εξομολόγηση)




 

 

Παντελής Σταματέλος
Η συνήθης ερώτηση ήταν: “Α! Μαθηματικά και Μουσική λοιπόν; Ωραία! Αλήθεια αρκετοί μαθηματικοί ασχολούνται και με τη Μουσική. Θα έχουν κάποια σχέση αυτά τα δύο…”. Πρόχειρα και χωρίς να το καλοσκεφτώ απαντούσα: “Τα Μαθηματικά είναι η πιο αφηρημένη από τις επιστήμες και η Μουσική η πιο αφηρημένη από τις τέχνες”. Κομψό και εύληπτο σαν διατύπωση που όμως δεν διαφώτιζε κάποιον σε κάτι. Συνήθως και οι ερωτώντες δεν είχαν καμία διάθεση να σκεφτούν περισσότερο επάνω σ’ αυτό. Μετά προστέθηκε  η ερώτηση: “Α! Μουσική και Ζωγραφική λοιπόν! Ωραία! Και ο Matisse και ο Klee έπαιζαν βιολί. Θα πρέπει να έχουν κάποια σχέση αυτές οι δύο τέχνες”. Καμιά φορά γινόταν και κάποιο πνευματώδες σχόλιο για το βιολί του Ingre και η κουβέντα τελείωνε  εκεί.

Τώρα που έχουν περάσει αρκετά χρόνια, κάποιες στιγμές αναρωτιέμαι κι’ εγώ: “Τι με έκανε να ασχοληθώ με αυτά τα τρία αντικείμενα και μάλιστα τόσο πολύ;”. Εκείνο που μπορώ να πω ξεκάθαρα είναι ότι βίωσα τους κόσμους των Μαθηματικών , της Μουσικής και της Ζωγραφικής σαν τρείς μαγικούς κόσμους παράλληλα με τον πραγματικό κόσμο της καθημερινότητας μου. Φαίνεται ότι η αναγκαιότητα που με έσπρωξε σ’ αυτό ήταν πολύ ισχυρή. Ήταν ένας δρόμος και ένας τρόπος ζωής που απαιτούσε άπειρες ώρες εργασίας, πολύ δυναμικό, πολύ απομόνωση. Επίσης φαίνεται ότι αυτοί οι τρείς κόσμοι ήταν εκφάνσεις ενός βαθύτερου κόσμου στον οποίο εύρισκα καταφύγιο όταν ένοιωθα το φόβο του θανάτου, το μάταιο της ζωής, το φόβο της μοναξιάς και της αρρώστιας τη μικρότητα και την κακία που έτσι κι’ αλλιώς κυριαρχούν στον πραγματικό κόσμο.

Η αλήθεια είναι ότι ένα μαθηματικό θεώρημα, ένα έργο ζωγραφικής ή ένα μουσικό έργο (και η εκτέλεση του προφανώς) στον εγκέφαλο μας υπάρχουν ως συγκεκριμένες δομές με μεγάλες ομοιότητες και σε παρόμοιους φαντασιακούς χώρους

Τα μαθηματικά με τη λογική είναι μία αφηρημένη δομή, χρήσιμο εργαλείο πρόσληψης του κόσμου, του χώρου και των μεταβολών μέσα στο χρόνο.

Η Ζωγραφική είναι μία φανταστική επινόηση, όπως θα έλεγε και ο Cezanne και ένας κόσμος παράλληλος με τον πραγματικό που τροφοδοτείται από τον πραγματικό κόσμο  με σχήματα , χρώματα, τόνους, γραμμές, κατευθύνσεις κ.λ.π. Οι οντότητες αυτές συντιθέμενες και συμπυκνούμενες από την ανθρώπινη διάνοια  φτιάχνουν σταθερές δομές , το έργο τέχνης.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τη Μουσική. Οι οντότητες του κόσμου της Μουσικής, οι ήχοι, τα ηχοχρώματα, οι χρονικές διάρκειες, οι σιωπές, οι εντάσεις συντίθενται κατάλληλα από τον άνθρωπο σε σταθερές δομές, τα μουσικά έργα.

Κάπως έτσι έχουν τα πράγματα, αλλά αυτό δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία ούτε εξηγεί κάτι. Στο κάτω της γραφής ο κόσμος είναι ένα σύνολο δομών όπως και η σκέψη μας που σε κάποιο βαθμό τον αντικατοπτρίζει.

Στη Μουσική , τη Ζωγραφική και τις άλλες τέχνες όμως συμβαίνει κάτι πολύ σημαντικό. Με κάποιο μαγικό τρόπο οι δομές αυτές αποκρυσταλλώνουν και αποθηκεύουν αισθήματα, διαθέσεις , ιδέες, ψυχικές καταστάσεις, ιδιαίτερες αποχρώσεις του ψυχισμού του δημιουργού τους. Κατά τη δημιουργία του έργου τέχνης μπορούν να αποκρυσταλλωθούν και να αποκτήσουν οντότητα ψυχικές καταστάσεις πριν αφανιστούν στο πέρασμα του χρόνου. Με αυτή τη δημιουργική δραστηριότητα ο άνθρωπος μπορεί να εκφράσει να σταθεροποιήσει με μοναδικό τρόπο το «άρρητο» περιεχόμενο της ύπαρξης του. Συχνά αισθανόμαστε ότι η ζωή, ο κόσμος έχουν ένα βαθύτερο νόημα που μας διαφεύγει. Ότι στο ποτάμι του χρόνου η ζωή και τα βαθύτερα μας αισθήματα ξεγλιστρούν  μέσα από τα δάκτυλα μας και χάνονται. Το να μπορεί κανείς να αποκρυσταλλώνει και να υλοποιεί τα βαθύτερα του αισθήματα, τις στιγμές της πνευματικής του ανάτασης και τον πλούτο αυτής της ζωής πριν τα εξαφανίσει ο χρόνος είναι λυτρωτικό και δίνει ένα πνευματικό περιεχόμενο στη ζωή του.

Μία γραμμή από το χέρι του πραγματικού ζωγράφου και ένας ήχος από το δοξάρι ενός πραγματικού βιολιστή είναι στοιχεία που φέρουν «ζωή», έχουν αυτό που λέμε «έκφραση», δηλαδή έχουν αποκρυσταλλώσει  κάτι από τη ζωή και τον ψυχισμό του καλλιτέχνη που τα δημιούργησε. Είναι μοναδικά. Η δημιουργία τους είναι κάτι που σταμάτησε- νίκησε το χρόνο. Αν αισθανθεί κανείς τον ερωτισμό που εκφράζουν οι γραμμές στα σχέδια από τη σουίτα Vollar του Piccaso ή ακούσει τον David Oistrach στο κονσέρτο του Μπετόβεν για βιολί θα καταλάβει τι εννοώ.

Το ζωγραφικό έργο που σχηματίζεται στο φαντασιακό χώρο της Ζωγραφικής υλοποιείται στον πραγματικό κόσμο ( στο χώρο) με τα υλικά της ζωγραφικής. Αντίστοιχα η Μουσική υλοποιείται μέσα στη συνιστώσα του χρόνου με ηχητικά κύματα στο χώρο. Παρ’ όλο που η μία τέχνη υλοποιείται στον ορατό κόσμο και η άλλη στο χώρο του αοράτου υπάρχουν σαφείς αναλογίες και κοινές ιδιότητες στις οντότητες των δύο κόσμων. Μπορούμε να μιλάμε για αρμονία σχημάτων και γραμμών ή για πλαστικότητα στον ήχο. Πολλές φορές ο ήχος μας υποβάλλει μια αίσθηση όγκου ή μας φαίνεται σκοτεινός, φωτεινός, μακρινός, κοντινός, διάφανος. Έννοιες όπως η οξύτητα, η στρογγυλάδα, η πυκνότητα,  το βάρος είναι κοινές. Οι έννοιες του ρυθμού και των αναλογιών είναι παρόμοιες. Πολλές φορές άλλωστε δεν παρομοιάζουμε ένα έργο του Bach με αρχιτεκτόνημα; Συχνά μου συμβαίνει να φαντάζομαι μία μουσική φράση μέσα στο χρόνο σαν να είναι ένα γλυπτό μέσα στο χώρο.

Τα πολυάριθμα μικρά θαύματα της γέννησης καινούριων νοημάτων από την απλή αντιπαράθεση δύο ήχων ή δύο χρωμάτων τα βιώνουν με παρόμοιο τρόπο και οι μουσικοί και οι ζωγράφοι.

Κάποια εξαιρετικής πνευματικότητας έργα έχουν τέτοια πληρότητα και σαφήνεια που μας φέρνουν στο μυαλό την τελειότητα και την καθαρότητα μαθηματικού θεωρήματος. Αυτό συμβαίνει  πολύ έντονα όταν ακούει κανείς έργα του Mozart, του Bach ή βλέπει έργα του π.χ. Piero de la Fransesca, του Braque, του Παρθένη κ.λ.π.. Οι δύο αυτές τέχνες εξελίχθηκαν σε στενή σχέση με τα Μαθηματικά. Ας θυμηθούμε τη οργάνωση της Μουσικής από τον Πυθαγόρα, την προοπτική στην Αναγέννηση, την Τέχνη της Φούγκας, τις αρμονικές χαράξεις, τη χρυσή τομή, τις ακολουθίες Fibonacci, τη «μαθηματικοποίηση» της διαδικασίας σύνθεσης από  τον Ξενάκη.

Με το πέρασμα των αιώνων οι κόσμοι από τους οποίους συνθέτω τον δικό μου κόσμο έχουν αποκτήσει τεράστιες διαστάσεις. Με τις αξίες τους ,τα μνημεία τους, του ανθρώπους τους. Μέσα σε αυτό το άχρονο σύμπαν το να μπορεί κανείς να στοχάζεται μπροστά σε μία εικόνα του Θεοφάνη, ένα πίνακα του Παρθένη, του Γκρέκο, του Cezanne, του Picasso, του Matisse, του Morandi ή να βυθίζεται στη Μουσική του Bach,του Mozart,του Beethoven, του Sostakovich και δεκάδων άλλων, το να παίζει έργα στο βιολί μεγάλων συνθετών ή να ζωγραφίζει εκ του φυσικού ένα τοπίο, ένα πρόσωπο ή το φως που μπαίνει από το παράθυρο του ένα πρωινό είναι ευλογία. Ο στοχασμός και η δημιουργία μας δίνουν ένα πνευματικό πλούτο και τη δύναμη να αγωνιστούμε στην συχνά δύσκολη ζωή μας. Άλλωστε από την επαφή με ένα πραγματικό έργο τέχνης βγαίνει πάντα κανείς λίγο καλύτερος.

Ο κόσμος αυτός δεν είναι λιγότερο πραγματικός από τον κόσμο της καθημερινότητας μας. Υπάρχουν άλλωστε βάσιμες υποψίες ότι το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας το ζούμε  με αναμνήσεις φαντασιώσεις και όνειρα., σημαντικές συνιστώσες της ζωής μας που καλό είναι να τα προστατεύουμε από τον ευτελισμό που έχει κατακλύσει τον κόσμο της καθημερινότητας μας στις μέρες μας.


Πρώτη έντυπη δημοσιέυση στη "Νέα Ευθύνη" τχ 17 Μαΐος- Ιούνιος 2013, σελ 291-293

Αυτόν που δεν αδικεί ο ίδιος τον εαυτό του, δεν μπορεί να τον βλάψει κανείς



Από συνέντευξη του ψυχιάτρου π. Βασίλειου Θερμού στην Καθημερινή, για το Συνέδριο Ορθόδοξων Ψυχοθεραπευτών


-  Οι εποχές σταθερότητας έχουν πολλά καλά, αλλά έχουν και ένα ελάττωμα: ότι μπορεί να αποκοιμίσουν τον υπαρξιακό προβληματισμό. Ο άνθρωπος ναρκώνεται μέσα στην ευμάρεια.

-  Η απελπισία είναι αφάνταστα γόνιμη, όταν απελπιζόμαστε από τον ναρκισσιστικό εαυτό μας. Διότι έτσι παραιτούμαστε απ' αυτόν. Παύουμε να ποντάρουμε τόσο πολύ σε εμάς και στις ναρκισσιστικές μας επιδιώξεις. Εάν όμως απελπιστούμε από τους ανθρώπους γενικά, από τη ζωή γενικά, τότε η απελπισία αυτή είναι καταστροφική,

-  Πάντα η θεολογική πρόταση για τον άνθρωπο είναι: όλες οι ανθρώπινες δυνατότητες συν κάτι παραπάνω, που έρχεται από πάνω...
-  Είμαστε σε πόλεμο με αυτή την όψη του εαυτού μας, που ενώ είναι σκοτεινή και καταστροφική, την παραχαϊδέψαμε, την ανεβάσαμε στην επιφάνεια, της δώσαμε τα ηνία της ζωής μας.

O απελπισμένος γονέας που στερείται τόσα πράγματα, είναι απαραίτητο να συνειδητοποιήσει ότι ο πραγματικός πόλεμος είναι με εκείνη την πλευρά του εαυτού του, που του λέει «το παιδί σου έχει απόλυτη ανάγκη να του πάρεις αυτό το πράγμα», ενώ το παιδί έχει απόλυτη ανάγκη το χαμόγελο του πατέρα και της μάνας και να παίξουν μαζί και να δει στα μάτια τους την ελπίδα και στις πράξεις τους την τιμιότητα. Τα παιδιά, τα τρέφει η ωραία σχέση με τους γονείς τους.
-  Υπάρχουν καλές και κακές ενοχές. Οι κακές ενοχές είναι όταν γίνονται μοχλός να μας χειριστεί ο άλλος. Αλλά οι καλές, μας βοηθάνε να αλλάξουμε και αυτές τις χρειαζόμαστε.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος κάπου γράφει, ότι αυτόν που δεν αδικεί ο ίδιος τον εαυτό του, δεν μπορεί να τον βλάψει κανείς.

-  Αν υπάρχει μια κρυμμένη τελεολογία μέσα στον ψυχισμό είναι αυτό: Ότι κρίσεις αποσταθεροποιητικές, σπρώχνονται από κάτω για να γίνουν οι κατάλληλες διορθωτικές κινήσεις και τα πράγματα να οικοδομηθούν σε άλλη βάση. Και αυτή μπορεί να είναι η ευλογία της κρίσης.

π. Βασ. Θερμός

Το δεύτερο φεγγάρι του Αυγούστου

Ο μύθος της ψυχοθεραπείας



Ἰωάννης Κορναράκης
 

Με τίτλο ενός έργου του, «Ο μύθος της ψυχοθεραπείας», ο γνωστός αμερικανός καθηγητής της ψυχιατρικής στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης Thomas Szasz, φέρνει στο προσκήνιο του προβληματισμού της ψυχοθεραπευτικής δεοντολογίας το ειδικό πρόβλημα της ποιότητος ή ταυτότητος της ψυχοθεραπείας. Τι είναι η ψυχοθεραπεία; Είναι πραγματικότης ή μύθος;

 

Στην εισαγωγή του βιβλίου του δηλώνει ο Szasz ότι «θα προσπαθήσω να δείξω ότι με την προοδευτική παρακμή της θρησκείας και την ανάπτυξη κατά τον 18ο αιώνα της επιστήμης, η φροντίδα της θεραπείας των (sinful) ψυχών, που εν τω μεταξύ είχε γίνει ένα ολοκληρωμένο μέρος των χριστιανικών Εκκλησιών, αναμορφώθηκε και εμφανίστηκε ως φροντίδα της θεραπείας του πνεύματος (sick) και έγινε ένα ολοκληρωμένο μέρος της ιατρικής επιστήμης».

 

Για να κατανοήσει κανείς καλύτερα την αιτιολογία του εγχειρήματος του Szasz και γενικότερα τη φύση του συνολικού του έργου, πρέπει, ασφαλώς, να συνειδητοποιήσει τις τεράστιες διαστάσεις του απλώματος της ψυχοθεραπείας στο χώρο της αμερικανικής ζωής, και κυρίως τις εναλλασσόμενες, τις τελευταίες δεκαετίες, ψυχοθεραπευτικές προοπτικές και μεθοδολογίες. Κάτω από το πρίσμα αυτής της πραγματικότητος, όχι μόνο το βιβλίο «Ο μύθος της ψυχοθεραπείας», άλλα γενικά το όλο έργο του Szasz αποτελεί μια διαμαρτυρία εναντίον μιας δοκιμασμένης «ψυχιατρικής» επιστήμης!

 

Η θέση βέβαια του Szasz στο πρόβλημα τι είναι η ψυχοθεραπεία, δηλώνεται ήδη από τον τίτλο του βιβλίου του. Για τον ψυχίατρο αυτό η ψυχοθεραπεία είναι ένας «μύθος». Δεν είναι μια θεραπευτική δεοντολογία που ανταποκρίνεται στη φύση του αντικειμένου της- τον ψυχικά άρρωστο άνθρωπο.

 

Η βασική θέση του Szasz καθώς υπογραμμίζεται ήδη στην εισαγωγή του βιβλίου του, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η ψυχοθεραπεία, μ’ οποιαδήποτε προοπτική και μεθοδολογία και αν ασκείται, είναι ένα υποκατάστατο μιας άλλης θεραπευτικής δεοντολογίας, που είναι η αυθεντική και επομένως η μόνη σύμφωνη προς τη φύση της ανθρώπινης ψυχής. Και καθώς επίσης ο Szasz σχετίζει άμεσα με το πρόβλημα της ποιότητος της ψυχοθεραπείας μια κάμψη της εντάσεως της θρησκευτικής ζωής και μια ποιοτική της διαφοροποίηση «επί τα χείρω», αποκαλύπτεται, χωρίς περιστροφές, ότι, ως αυθεντική ψυχοθεραπεία, αναγνωρίζει, ο αντιρρησίας αυτός ψυχίατρος, τη θεραπεία των ψυχών που προσφέρει η θρησκεία. Γι’ αυτό το λόγο τελικά χαρακτηρίζει την ψυχοθεραπεία ως «ψευδοθρησκεία» (pseudoreligion). Η ψυχοθεραπεία, λοιπόν, ως υποκατάστατο της θρησκείας, είναι ένας μύθος, κατά τον Thomas Szasz.

 

Μέσα στα πλαίσια των περιορισμών του παρόντος άρθρου, θα επιχειρήσουμε να ταχθούμε με την άποψη του Szasz και να συμμερισθούμε τη θέση του. Γι’ αυτό το λόγο, στη συνέχεια, υπενθυμίζουμε μερικά στοιχεία ή χαρακτηριστικά της δοκιμασμένης πλέον ψυχοθεραπείας, που συνθέτουν και προβάλλουν το «μυθικό» της χαρακτήρα.


 

1. Η ψυχοθεραπεία, με τη βοήθεια ενός διαλόγου, με τον οποίο επιχειρεί ένα θεραπευτικό συντονισμό της αντιδράσεως δύο προσώπων (του θεραπευτού και του θεραπευομένου) και με την ενδεχομένη θετική δραστικότητα ορισμένων βιοχημικών συνθέσεων (ψυχοφαρμάκων), σκοπεύει στη θεραπεία ενός άρρωστου ψυχικού κόσμου. Αλλ’ αν η ψυχική αρρώστια δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μόνον βιοχημικών αλλοιώσεων, που έχουν γίνει στην περιοχή της φαιάς ουσίας του εγκεφάλου ή του νευρικού συστήματος, η ασκούμενη ψυχοθεραπεία, με τη βοήθεια, έστω, μιας «ζεστής» ανθρωπινής σχέσεως (ψυχοθεραπευτικής) και την συνεργία σχετικών ψυχοφαρμάκων, αποβαίνει, πράγματι, «μύθος»!

 

Το βασικό μυθικό στοιχείο της ψυχοθεραπείας έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι απλούστατα με την ψυχοθεραπευτική δράση γίνεται επίκληση στις άρρωστες ψυχικές δυνάμεις του ανθρώπου να γίνουν… υγιείς! Αλλά το «δοκιμασμένο» πρόβλημα της ψυχοθεραπευτικής δραστηριότητος είναι ότι δεν αρκεί μια επίκληση, για να θεραπεύσει και να αναμορφώσει θετικά ψυχικές δυνάμεις, συλημένες από τους ανθρώπινους-υπαρξιακούς προβληματισμούς. Η ανάγκη του άρρωστου, ψυχικά, ανθρώπου να φθάσει μέχρι το γραφείο του ψυχοθεραπευτή, προέκυψε ύστερα από μια παραλυτική «αυτοσυνειδησία» της ψυχικής του νοσηρότητας. Σ’ αυτή την περίπτωση, ο ψυχικά ασθενής είναι, απλώς, διαθέσιμος στον ψυχοθεραπευτή. Η αρρώστια του έγκειται στο γεγονός ότι δεν έχει τη δύναμη να ανακαλέσει, αυτοδύναμα, τις ψυχικές του δυνάμεις στην κατάσταση της υγείας! Για να γίνει αυτό, χρειάζεται μια «αυτο-υπέρβαση» της ατομικής νοσηρότητας, για την οποία ακριβώς δεν είναι ικανός ο ψυχικά ασθενής άνθρωπος. Επομένως πρέπει ο ασθενής να βοηθηθεί μ’ ένα υπέρ-βατό τρόπο, που να προέρχεται από κάποιον άλλο θεραπευτικό παράγοντα. Αλλά τέτοια θεραπευτική μεθοδολογία είναι άγνωστη στην ψυχοθεραπεία. Οι δρόμοι της είναι «βατοί», υπό την έννοια μιας ανεπαρκούς θεραπευτικής κοινοτυπίας. Υπολογίζουν πάντοτε και στις δυνατότητες του ασθενούς.

 

2. Ειδικότερα, σε σχέση με την αδυναμία αυτή του αρρώστου, ψυχικά, ανθρώπου να ενεργήσει μια θεραπευτική αυτο-υπέρβαση, θα μπορούσε να υπενθυμίσει κανείς ότι η βασική ιδέα, στην οποία θεμελιώνεται η σύγχρονη ψυχοθεραπεία (ακόμη και η «θεραπεία της συμπεριφοράς»), είναι η ιδέα της μη συνειδητής αιτιολογίας. Παρά τις διαφοροποιήσεις και αναθεωρήσεις του ψυχαναλυτικού συστήματος ερμηνείας του αρρώστου ψυχικού κόσμου, η βάση από την οποία ξεκινά η σύγχρονη ψυχοθεραπεία είναι το άρρωστο ασυνείδητο. Ειδικότερα, το απωθημένο σύστημα μιας ψυχικής συγκρούσεως, Και ακριβώς οι δυο αυτοί ψυχολογικοί όροι, «απώθηση» και «ψυχική σύγκρουση», υποδηλώνουν την τεράστια προβληματική της ψυχοθεραπευτικής αγωγής.

 

Αν ορισμένα νοσηρά ψυχικά εκδηλώματα αποβαίνουν απειλητικά για την ύπαρξη του ατόμου, πώς μπορεί κανείς να συνεργήσει σε μια συνειδητοποίηση ασυνειδήτων ψυχικών περιεχομένων και πώς μπορεί να συντελέσει στη λύση μιας ψυχικής συγκρούσεως, που λειτουργεί στο ασυνείδητο βάθος του ανθρώπινου ψυχισμού; Μόνο σαν μύθος μπορεί να ηχήσει στ’ αυτιά μας η εύκολη ψυχαναλυτική θέση: συνειδητοποίηση σημαίνει θεραπεία! Γιατί, εξάλλου, η πασίγνωστη στον ψυχοθεραπευτή «ψυχική αντίσταση», λειτουργεί πάντοτε ως διαμαρτυρία της απωθήσεως και ως άμυνά της εναντίον του θεραπευτικού αιτήματος της συνειδητοποιήσεως.

 

Ακόμη ειδικότερα, αυτό που φαίνεται δύσκολο να κατορθωθεί δεν είναι τόσο η πληροφόρηση του ασθενούς, ως προς την αιτιολογία της νοσηρής του συμπτωματολογίας, αλλ’ η βιωματική κατανόηση εκ μέρους του μιας επιβαλλομένης αλλαγής, στη δομική ψυχοδυναμική αφετηρία της συγκεκριμένης του συμπεριφοράς. Ο ψυχικά άρρωστος άνθρωπος είναι δυνατόν να οδηγηθεί, σε πολλές περιπτώσεις, στη συνειδητοποίηση βασικών συγκρουσιακών του καταστάσεων, αλλά το πιο σίγουρο είναι ότι δεν θα μπορέσει να προχωρήσει σε μια αυτοδύναμη αλλαγή της σχέσεως των παραγόντων της βασικής ψυχικής του συγκρούσεως. Ενδέχεται να βρεθεί μπροστά σ’ ένα ψυχοθεραπευτή που του προσφέρει σωστή ερμηνεία της συγκρουσιακής του καταστάσεως. Αλλά ακριβώς λόγω του βιωματικού («υπαρξιακού») αντιφατικού χαρακτήρος της καταστάσεως αυτής, ίσως δεν θα μπορέσει να βιώσει τη συνειδητοποίηση ως θεραπεία. Αντίθετα, όπως είναι γνωστό από την ψυχοθεραπευτική εμπειρία, η συνειδητοποίηση μιας συγκρουσιακής καταστάσεως μπορεί να σημάνει, για το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, ένταση των ψυχοπαθολογικών του φαινομένων ή και καταστροφή. Η μεθοδική του προετοιμασία για τη στιγμή του «ψυχοθεραπευτικού καιρού» στη διαδικασία του ψυχοθεραπευτικού διαλόγου, είναι, συχνά, ένα αβέβαιο εγχείρημα. Όταν η εστία μιας ψυχικής συγκρούσεως είναι ενεργής, η βιωματική της, μέσω μιας συνειδητοποιήσεως, προσέγγιση μπορεί να σημαίνει «λάδι στη φωτιά».

 

3. Ουσιώδης αρχή της ψυχοθεραπείας είναι ο μεθοδολογικός περιορισμός της στην καθαρώς ψυχική νομοτέλεια. Αυτό σημαίνει θεώρηση του ψυχικά άρρωστου ανθρώπου ανεξαρτήτως των αξιολογικών (υπαρξιακών) του συναρτήσεων. Ο ψυχοθεραπευτής είναι υποχρεωμένος, από τη φύση του λειτουργήματός του, να περιορισθεί στη θεραπεία των νοσηρών «ψυχικών» φαινομένων. Αυτό πρέπει να το κάνει, κινούμενος μέσα σ’ ένα πλαίσιο γενικά αποδεκτής ψυχοθεραπευτικής δεοντολογίας. α) Πρέπει να σεβασθεί την προσωπικότητα του ασθενούς, μη εισερχόμενος στην προβληματική του αξιολογικού συστήματος ζωής στο οποίο ο ασθενής αυτός είναι εντεταγμένος. β) Ο ίδιος ο ψυχοθεραπευτής δεν είναι υποχρεωμένος να προτείνει ένα δικό του αξιολογικό σύστημα ζωής στον ασθενή. Επομένως η ψυχοθεραπευτική αγωγή πρέπει να αναπτυχθεί σ’ ένα ουδέτερο πεδίο, από πλευράς αξιολογικών συναρτήσεων, επιστημονικής δεοντολογίας. Εδώ η αίσθηση του «μύθου» αποκορυφώνεται, πράγματι, καθώς και ο αφελέστερος νους κατανοεί ότι μια αποσύνδεση οποιασδήποτε ψυχικής συγκρούσεως από το προσωπικό αξιολογικό σύστημα του ασθενούς δεν μπορεί καν να είναι νοητή.

 

Το κατ’ εξοχήν αυτό μυθικό στοιχείο της ψυχοθεραπείας ουσιώνεται, στην πράξη, πολύ εύκολα κυρίως με τη λαθραία διείσδυση του ψυχοθεραπευτικού διαλόγου στους χώρους του αξιολογικού συστήματος ζωής του ασθενούς. Γιατί η αθέτηση της θεμελιώδους αυτής αρχής («της μη παρεμβάσεως») στο αξιολογικό αυτό σύστημα υπάρχει, ως γνωστό, μέσα στη δομή όλων σχεδόν των αυτοτελών και συστηματικών ψυχολογικών θεωριών. Παρά το γεγονός, δηλαδή, ότι η ψυχοθεραπευτική δεοντολογία κινείται προς την αξιολογικά ουδέτερη κατεύθυνση της επαναφοράς απλώς του ψυχικά άρρωστου ανθρώπου στη δυνατότητα της φυσιολογικής προσαρμογής του στο χώρο της υπάρξεως του, δεν μπορεί να αποφύγει την προβολή ενώπιον του ασθενούς αυτού ενός προτύπου ζωής. Ο αναπόφευκτος καθορισμός νέων όρων ή σχέσεων ζωής σημαίνει μια νέα εικόνα ζωής. Η νέα, όμως, εικόνα σημαίνει ένταξη σ’ ένα νέο σύστημα ζωής. Οι νέοι όροι και οι νέες σχέσεις ζωής απαιτούν νέες «εκτιμήσεις» εκ μέρους του ασθενούς και οδηγούν, μοιραίως, σ’ ένα νέο αξιολογικό σύστημα ζωής.

 

4. Η φύση της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας φέρνει, αναπόφευκτα, εγγύτατα τον ασθενή στον ψυχικό κόσμο του ψυχοθεραπευτή. Είναι γνωστό ότι σήμερα βρίσκεται στη διάθεσή μας μια πλούσια εμπειρία, που αποκαλύπτει σ’ ένα αξιόλογο βάθος, τις ασυνείδητες, κυρίως, διεργασίες, που λειτουργούν κατά την πορεία του ψυχοθεραπευτικού διαλόγου μεταξύ ψυχοθεραπευτή και θεραπευομένου. Γι’ αυτό το λόγο γνωρίζουμε σήμερα ότι, μοιραίως, η ποιότητα του ψυχισμού και το είδος των αντιδράσεων του ψυχοθεραπευτή στον ψυχικό κόσμο του ασθενούς βιώνεται, εκ μέρους του δευτέρου, μ’ ένα νευρωτικό υποκειμενισμό. Ο ασθενής, αναπόφευκτα, ολισθαίνει σε μια νευρωτική εξάρτηση από το πρόσωπο του ψυχοθεραπευτή του. Κι αυτό, ήδη, σημαίνει ότι, εκτός της «επιστημονικής» ψυχοθεραπευτικής μεθοδολογίας, ο παράγων «ψυχοθεραπευτής» παίζει τον προσωπικό του ρόλο στην όλη θεραπευτική διαδικασία. Κι επειδή, ακριβώς, πρόκειται για ασυνείδητες διεργασίες, υπάρχει πάντοτε το πρόβλημα σε ποια έκταση είναι δυνατόν να ελέγχει θετικά ο ψυχοθεραπευτής την επίδραση της προσωπικότητάς του στον νευρωτικό υποκειμενισμό του ασθενούς. Γιατί, θεωρητικά, η ψυχοθεραπευτική σχέση προϋποθέτει «παρτεναίρ» με θετική, για τον θεραπευόμενο, συμπεριφορά και «έκφραση». Αν ο πρώτος λειτουργεί σαν πρόσωπο, όπως και ο δεύτερος, δηλαδή με προσωπικές συγκινησιακές αντιδράσεις, προσωπικά κόμπλεξ ή ψυχικά τραύματα, με συναισθηματικές στερήσεις ή οποιουδήποτε άλλου είδους απωθήσεις, που οφείλονται σε μόνο το γεγονός ότι κι αυτός είναι «άνθρωπος», τότε το μυθικό στοιχείο της ψυχοθεραπείας εκφράζεται, επίσης στη δεοντολογία μιας σχέσεως που δεν μπορεί να είναι «υπαρκτή». «Μεταφορά» και «αντιμεταφορά», «προβολή» και «ενδοβολή», είναι πάντοτε βασικές ασυνείδητες διεργασίες, που διαμορφώνουν ανάλογα τις διατομικές σχέσεις στη διαδικασία των οποίων λειτουργούν. Δηλαδή ο ρόλος τους παίζεται ερήμην της δεοντολογίας, που επιδιώκει να καθορίσει θεραπευτικά το πλάτος και το βάθος των σχέσεων αυτών.

 

5. Η παραθεώρηση του αξιολογικού συστήματος ζωής του ασθενούς, εκ μέρους του ψυχοθεραπευτή, κλείνει τα μάτια της ψυχοθεραπείας μπροστά στο βασικότερο υπαρξιακό του πρόβλημα· το πρόβλημα της ενοχής. Η ψυχοθεραπεία δεν παραθεωρεί απλώς το αίσθημα ενοχής (Schuldgefuhl), αλλά το αποστρέφεται και πολλές φορές δείχνει ότι το «μισεί». Επειδή, ακριβώς, ο όρος ενοχή ηχεί πάντοτε σαν το αρνητικό κατάλοιπο αξιολογικών βιώσεων του ατόμου, η ψυχοθεραπεία, που επιμένει να θέλει (πάντοτε θεωρητικά) να μένει μακριά από συσχετίσεις με ηθικές ή πνευματικές αξίες, αρνείται ακόμη και την ψυχολογική υπόσταση της ενοχής στον υπαρξιακό χώρο της ατομικής ζωής. Το αίσθημα της ενοχής είναι για την ψυχοθεραπεία ουτοπικό βίωμα, φαντασίωση, «ασήμαντο» επιφαινόμενο της ψυχικής νοσηρότητας. Μάλιστα, ιδιαιτέρως η φροϋδική ψυχανάλυση, για να βοηθήσει το νευρωτικό άτομο να αποδεσμευθεί από τις (νευρωτικές) συνέπειες καταπιεστικών «απαγορεύσεων», προτείνει την εξουδετέρωση της (πατρικής) αυθεντίας. Το άτομο που θέλει να βιώσει την ψυχική του υγεία πρέπει να αποδεσμευθεί (ή να αποδεσμεύεται) από κάθε «πρέπει» που εκφράζει μια οποιαδήποτε «πατρική» προσταγή. Κάθε «πρέπει» πρέπει να απορρίπτεται. Αυτόν τον υπαρξιακό διάλογο των δύο συγκρουόμενων «πρέπει» δεν τον έχει ακόμη υποπτευθεί η ψυχανάλυση σαν προβολή της δικής της συγκρούσεως στον ανθρώπινο ψυχικό χώρο. Κι εδώ συλλαμβάνεται να… μυθολογεί «ασυνείδητα». Γιατί μόνο αν μπορούσε ποτέ να ξεφύγει το άτομο από το στενό χώρο του «πρέπει», θα μπορούσε να είναι ελεύθερο, όπως το θέλει η ψυχανάλυση. Ο συνεχής, όμως, αγώνας εναντίον ενός «πρέπει» (υπαρξιακού), κάτω από την πίεση ενός άλλου «πρέπει» (ψυχαναλυτικού), είναι η ψυχολογική παγίδα στην οποία ολισθαίνει το άτομο που προσπαθεί να συμμορφώνεται με τους ψυχαναλυτικούς «κανόνες». Έτσι, άθελά του αποδύεται σ’ ένα μυθικό αγώνα ψυχικής υγείας.

 

Αυτός, εξάλλου, ο εγκλωβισμός του ατόμου μεταξύ των δύο «πρέπει» εκφράζει, συγχρόνως, το είδος, τις διαστάσεις και την ποιότητα του αισθήματος (ή βιώματος) της ενοχής, που αποτελεί πάντοτε το έσχατο υπόβαθρο του υπαρξιακού προβληματισμού του ατόμου αυτού. Πράγμα που σημαίνει την αναπόφευκτη σύνδεση του άτομου με τις αξιολογικές διαστάσεις της υπαρξιακής του προοπτικής! Ακόμη και στο χώρο του ψυχολογικού -«υπαρξιστικού» στοχασμού, η αίσθηση της ενοχής βιώνεται σε συνάρτηση με την προοπτική της υπάρξεως. Αυτό, ακριβώς, δείχνει ότι η ψυχολογία, από τη φύση της, εκφράζει, είτε το θέλει είτε όχι, αξιολογικές ποιότητες ζωής. Η γενική αρχή ότι η ψυχολογία είναι μια ουδέτερη αξιολογικά επιστήμη, είναι πράγματι, ο μεγαλύτερος «μύθος» που κυκλοφορεί στους χώρους του θεωρητικού αλλά και του πρακτικού προβληματισμού της επιστήμης αυτής. Γι’ αυτό, άλλωστε, το νευρωτικό χαρακτήρα της ίδιας της ψυχολογίας (Carusο) πρέπει να αποδώσει κανείς στην απώθηση της ενοχής της για την μυθική προβολή του μεγάλου αυτού ψεύδους!

 

Τα μυθικά αυτά στοιχεία της ψυχοθεραπείας αποκαλύπτουν με ενάργεια τον «υποκατάστατο» (Ersatz) χαρακτήρα της. Αλλ’ εξηγούν, επίσης, με σαφήνεια την ποιότητα του εγχειρήματος του ανθρώπου που καταφεύγει σ’ αυτήν. Γιατί ο διάλογος του ψυχικά άρρωστου ατόμου με την ψυχοθεραπεία είναι μια φυγή από την πραγματικότητα στην περιοχή του μύθου. Κι είναι γεγονός ότι ο μύθος προσφέρει πάντοτε μια δυνατότητα φυγής. Ή ότι ο ίδιος ο μύθος είναι μια υψηλή ποιότητα φυγής. Παραμένει πάντοτε όμως σαν ζητούμενο η αυθεντική πραγματικότητα της υπάρξεως σαν βάση της ψυχικής υγείας του ατόμου. Αυτή την πραγματικότητα, είναι αλήθεια, μόνο η γνήσια ποιότητα της θρησκευτικής ζωής μπορεί να αποκαλύψει. Γιατί μόνο στην ποιότητα αυτής της ζωής βιώνονται αυθεντικά οι έσχατες αξιολογικές συναρτήσεις της υπάρξεως, και μ’ αυτό τον τρόπο απολαμβάνει το άτομο το αγαθό της ψυχικής υγείας. Αυτό τελικά, σημαίνει ότι μια απομυθοποίηση της ψυχοθεραπείας, για την «επιστημονική» εξασφάλιση της ψυχικής υγείας, θα έθετε σε πρώτη θέση το πρόβλημα της απομυθοποιήσεως της υπάρξεως. Αλλά σ’ αυτήν την περίπτωση ισχύει απαράβατα το ευαγγελικό αξίωμα -«γνώσεσθε την αλήθεια και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιωάν. 8, 32). Η αλήθεια όμως είναι ότι : «Η αλήθεια δια του Ιησού Χριστού εγένετο» (Ιωάν. 1, 17). Αυτή δε ακριβώς η αλήθεια, «ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου», απομυθοποίησε την ζωήν του ανθρώπου και του συνειδητοποίησε την αυθεντική της εικόνα. Έτσι η συνειδητοποίηση αυτή, όταν βιώνεται νόμιμα, είναι συγχρόνως και αυθεντική ψυχοθεραπεία. Στην περίπτωση αυτή καταργείται τελεσίδικα και «η ψυχοθεραπεία» και ο «μύθος» της!

 

 

Πηγή: Ιωάν. Κορναράκη, «Θέματα ποιμαντικής ψυχολογίας». Εκδ. Αφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, σελ. 53-65, www.pemptousia.gr/2011/12/ο-μύθος-της-ψυχοθεραπείας/
via

Καθομολογήσεις Ἁρχαίων Ἑλλήνων




Ὅρκος Ἀθηναίων ἐφήβων

...πλείω δὲ καὶ ἀρείῳ...
Κρατώντας τὰ ὅπλα ποὺ τοῦ ἐμπιστευόνταν ἡ Πατρίδα, ὁ Ἀθηναῖος ἔφηβος μπροστὰ στὸ ναὸ τῆς Ἀγραύλου ἔδιδε τὸν παρακάτω ὅρκο:
Οὐ καταισχυνῶ τὰ ὅπλα,
οὐδ᾿ ἐγκαταλείψω τὸν προστάτην
ὢ ἂν στοίχῳ,
ἀμυνῶ δὲ καὶ ὑπὲρ ἱερῶν καὶ ὁσίων,
καὶ μόνος καὶ μετὰ πολλῶν,
καὶ τὴν πατρίδα οὐκ ἐλάττω παραδώσω,
πλείω δὲ καὶ ἀρείῳ ὅσης ἂν παραδέξωμαι.
Καὶ συνήσω τῶν ἀεὶ κρινόντων,
καὶ τοῖς θεσμοῖς τοῖς ἱδρυμένοις πείσομαι,
καὶ οὓς τίνας ἄλλους ἱδρύσεται τὸ πλῆθος ἐμφρόνως.
Καὶ ἂν τὶς ἀναιρεῖ τοὺς θεσμοὺς
ἣ μὴ πείθηται οὐκ ἐπιτρέψω,
ἀμυνῶ δὲ καὶ μόνος καὶ μετὰ πάντων.
Καὶ τὰ ἱερὰ τὰ πάτρια τιμήσω.
Ἵστορες θεοὶ
Ἄγραυλος, Ἐνυάλιος, Ἄρης, Ζεύς, Θαλλώ, Αὐξώ, Ἡγεμόνη
Δὲ θὰ ντροπιάσω τὰ ὅπλα μου,
οὔτε θὰ ἐγκαταλείψω τὸν συμπολεμιστή μου
ὅπου κι ἂν ταχθῶ νὰ πολεμήσω,
θὰ ὑπερασπίζω τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια,
καὶ μόνος καὶ μὲ πολλούς,
καὶ τὴν πατρίδα δὲν θὰ παραδώσω μικρότερη,
ἀλλὰ μεγαλύτερη καὶ μαχητικότερη ἀπ᾿ ὅση θὰ μοῦ παραδοθεῖ.
Θὰ πιστεύω στοὺς Θεοὺς
καὶ στοὺς ἰσχύοντες νόμους θὰ ὑπακούω,
καὶ σὲ ὅσους ἄλλους νόμιμα θεσπισθοῦν.
Κι ἂν κάποιος ἀναιρέσει τοὺς θεσμοὺς
ἢ ἀμφισβητήσει, δὲν θὰ τὸ ἐπιτρέψω,
θὰ τὸν πολεμήσω εἴτε μόνος εἴτε μὲ ὅλους.
Καὶ τὶς ἱερὲς παρακαταθῆκες τῶν πατέρων θὰ τιμήσω.
Μάρτυρές μου οἱ θεοὶ
Ἄγραυλος, Ἐνυάλιος, Ἄρης, Ζεύς, Θαλλώ, Αὐξώ, Ἡγεμόνη.

Παιᾶν Σπαρτιατῶν

Βαδίζοντας προς τη μάχη, οι σπαρτιάτες πολεμιστές έψαλλαν τον παιάνα...
Ἄγετ᾿, ὦ Σπάρτας εὐάνδρω
κῶροι πατέρων πολιατᾶν
λαιᾷ μὲν ἴτυν προβάλεσθε,
δόρυ δ᾿ εὐτόλμως ἄνχεσθε,
μὴ φειδόμενοι τὰς ζωάς·
οὐ γὰρ πάτριον τᾷ Σπάρτᾳ!
Ἐμπρὸς ὦ τῆς εὐάνδρου Σπάρτης
τέκνα πατέρων πολιτῶν,
διὰ τῆς ἀριστερᾶς χειρὸς τὴν ἀσπίδαν προβάλετε,
διὰ δὲ τῆς δεξιᾶς μὲ τόλμη τὸ δόρυ ὑψώσατε,
μὴ φειδόμενοι τὴν ζωὴ
γιατὶ αὐτὸ δὲν εἶναι πατροπαράδοτον στὴν Σπάρτη!

Ὅρκος Ἑλλήνων στὶς Πλαταιές

Οὐ ποιήσομαι περὶ πλειονος τὸ ζῆν τῆς ἐλευθερίας.
Οὐδὲ ἐγκαταλείψω τοὺς ἡγεμόνας, οὔτε ζῶντας, οὔτε ἀποθανόντας.
ἀλλὰ τοὺς ἐν τῇ μάχῃ τελευτήσαντας τῶν συμμάχων ἁπάντας θάψω.
καὶ κρατήσας τῷ πολέμῳ τοὺς βάρβαρους,
τῶν μὲν μαχεσαμένων ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος πόλεων οὐδεμίαν ἀνάστατον ποιήσω.
τὰς δὲ τὰ τοῦ βάρβαρου προελομένας ἅπασας δεκατεύσω.
καὶ τῶν ἱερῶν ἐμπρησθέντων καὶ καταβληθέντων ὑπὸ τῶν βάρβαρων οὐδὲν ἀνοικοδομήσω παντάπασιν.
ἀλλὰ ὑπόμνημα τοῖς ἐπιγιγνομένοις ἐάσω καταλείπεσθαι τῆς τῶν βάρβαρων ἀσεβείας.
Δὲν θὰ ἐκλάβω ὡς πολυτιμότερη τὴ ζωὴ ἀπὸ τὴν ἐλευθερία.
οὔτε θὰ ἐγκαταλείψω στὴ μάχη κανέναν ἀπὸ τοὺς ἡγέτες μας, οὔτε ζωντανό, μὰ οὔτε καὶ νεκρό.
ἀλλὰ καὶ τοὺς πεσόντες στὴ μάχη ἀπὸ τοὺς συμμάχους μας ὅλους θὰ ἐνταφιάσω.
καὶ ἀφοῦ ἐπικρατήσουμε στὸν πόλεμο κατὰ τῶν βάρβαρων,
ἀπὸ τὶς πόλεις ποὺ ἔδωσαν μάχη ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος καμία νὰ μὴν καταστρέψω.
ὅσες ὅμως στὴ μάχη συνετάχθησαν μὲ τοὺς βάρβαρους ὅλες νὰ ἀποδεκατίσω.
καὶ ἀπὸ τοὺς ναοὺς ποὺ πυρπολήθηκαν καὶ κατεδαφίστηκαν ἀπὸ τοὺς βαρβάρους, κανέναν καθόλου νὰ μὴν ανοικοδομήσω.
ἀλλὰ ὡς ὑπενθύμιση στὶς ἐπερχόμενες γενεὲς νὰ ἐπιτρέψω νὰ ἀφεθοῦν, τῆς τῶν βάρβαρων ἀσεβείας.
nektar

Ὕμνος εἰς τὸ φῶς καὶ τὴν ψυχή


(Μὲ χρήση τοῦ ἀλφαβήτου, σὲ γλώσσα Ἑλληνική, Μυκηναϊκῆς περιόδου)

Δὲν εἶναι ἐπιβεβαιωμένη ἡ ἀκρίβεια τῶν παρακάτω, ἀλλὰ παρατίθενται ὡς ἐνδιαφέρον ἀνάγνωσμα...
Ἡ διαδοχὴ τῶν γραμμάτων στὴν πλήρη ἐκφώνησή τους δὲν εἶναι καθόλου τυχαία ἀλλὰ πίσω ἀπὸ αὐτὴν ὑπολανθάνει μία πλήρης γραμματική, συντακτικὴ καὶ νοηματικὴ συνέχεια, ἀνωτέρας συλλήψεως. Σύμφωνα μὲ αὐτὴν τὴν γνωστή μας ἐκφώνηση, τὰ ἑλληνικὰ γράμματα (ἀφοῦ προσθέσουμε καὶ τὸ ἐξαφανισμένο σήμερα ἕκτο γράμμα (Στίγμα) ἀκούγονται καὶ γράφονται ὡς ἑξῆς:
ΑΛΦΑ-ΒΗΤΑ-ΓΑΜΑ-ΔΕΛΤΑ-ΕΨΙΛΟΝ-ΣΤΙΓΜΑ-ΖΗΤΑ-ΗΤΑ-ΘΗΤΑ-ΙΩΤΑ-ΚΑΠΠΑ-ΛΑΜΒΔΑ-ΜΙ-ΝΙ-ΞΙ-ΟΜΙΚΡΟΝ-ΠΙ-ΡΟ-ΣΙΓΜΑ-ΤΑΥ-ΥΨΙΛΟΝ-ΦΙ-ΧΙ-ΨΙ-ΩΜΕΓΑ.
Ἀποκωδικοποιώντας τὴν γνωστὴ αὐτὴ διάταξη, ποὺ ἔγινε σύμφωνα μὲ τὶς ἀρχὲς τῆς Ἑρμητικῆς φιλοσοφίας, ἔχουμε τὰ ἀκόλουθα:
ΑΛ ΦΑ, ΒΗ ΤΑ ΓΑ, (Α)ΜΑ ΔΕ (Ε)Λ ΤΑ ΕΨ ΙΛΩΝ, ΣΤ(Η) ΙΓΜΑ, ΖΗ ΤΑ, Η ΤΑ, ΘΗ ΤΑ ΙΩΤΑ ΚΑ ΠΑΛΑΜ, ΔΑ, ΜΗ ΝΥΞ Η, Ο ΜΙΚΡΟΝ, ΠΥΡΟΣ ΙΓΜΑ ΤΑΦΥ (Ε)Ψ ΙΛΩΝ, ΦΥ ΨΥΧΗ Ο ΜΕΓΑ.
Ἐν συνεχείᾳ, ἀφοῦ προσθέσουμε τὰ ἐννοούμενα συνδετικὰ καὶ ρήματα ποὺ παραλείπονται, ἔχουμε τὴν ἀνάδυση μιᾶς θαυμάσιας κοσμογονικῆς προσευχῆς - ἐπικλήσεως πρὸς τὴν πηγὴ τοῦ φωτός. ΑΛ ΦΑ, ΒΗ ΤΑ ΓΑ! ΑΜΑ ΔΕ ΕΛ, ΤΑ ΕΨ ΙΛΩΝ. ΣΤΗ ΙΓΜΑ, (ΙΝΑ) ΖΗΤΑ, ΗΤΑ, ΘΗ ΤΑ ΙΩΤΑ ΚΑΤΑ ΠΑΛΛΑΝ ΔΑ. (ΙΝΑ) ΜΗ ΝΥΞΗ, Ο ΜΙΚΡΟΝ (ΕΣΤΙ) ΠΥΡΟΣ (ΔΕ) ΙΓΜΑ ΤΑΦΗ ΕΨ ΙΛΩΝ, ΦΥ(ΟΙ) ΨΥΧΗ, Ο ΜΕΓΑ (ΕΣΤΙ)!
Μία ἀπόδοση στὴ σύγχρονη διάλεκτο...
Ἥλιε νοητέ τὸ φῶς, ἔρχου στὴ γῆ! Κι ἐσὺ Ἥλιε ὁρατέ, ἀκτινοβόλησε στὸν πηλὸ ποὺ ψήνεται (ἀναβράζει). Ἂς γίνει ἕνα καταστάλλαγμα (ξηρά), ὥστε νὰ μπορέσουν τὰ ἐγὼ νὰ ζήσουν, νὰ ὑπάρξουν καὶ νὰ σταθοῦν ἐπὶ τῆς παλλομένης γῆς. Ἂς μὴν ἐπικρατήσει ἡ νύχτα, ποὺ εἶναι τὸ μικρὸν καὶ κινδυνεύσει νὰ ταφεῖ (ἀπωλεσθεῖ) τὸ καταστάλλαγμα τῆς φωτιᾶς στὴν ἀναβράζουσα λάσπη, κι ἂς ἀναπτυχθεῖ ἡ ψυχή, ποὺ εἶναι τὸ μέγιστο, τὸ σημαντικότερο ὅλων.
Ἑρμηνεία τῶν λέξεων:
Αλ = Ὁ νοητὸς ἥλιος
Φα-ος = Τὸ φῶς
Βη = προστακτική του ρήματος βαίνω (βαδίζω, ἔρχομαι)
Τα = Δοτικὴ ἄρθρου δωρικοῦ τύπου τή, εἰς τὴν
Γα = Γῆ (δωρικὸς τύπος)
Αμα = (ἐπιρρ.) συγχρόνως
Έλ = ὁ ὁρατὸς Ἥλιος, ὁ Ἐρχόμενος
Έψ = ρῆμα ἔψομαι, ἐψ-ημένος, ψημένος.
Ιλών = Ἰλὺς (οὐσιαστικό), λάσπη, πηλός
Στή = προστακτικὴ ρήματος ἴστημι
Ίγμα = καταστάλαγμα, ἀπόσταγμα
Ζή = προστακτικὴ ρήματος ζῶ.
Η = ὑποτακτικὴ ρήματος εἰμί, εἶμαι
Θη = προστακτικὴ ρήματος θέτω.
Ιώτα = τα ίωγα, τα Εγώ.
Παλάν = Ρῆμα πάλλω (δονοῦμαι, περιστρέφομαι) ἐπίθετο παλλάς-πάλλουσι,περιστρεφόμενη (πρβλ: Παλλὰς Ἀθηνᾶ).
Δά = ἄλλος τύπος τῆς Γά, Γῆς (πρβλ: Δαμήτηρ, Δημήτηρ, Δήμητρα = Μητέρα γῆ).
Νύξ = νύκτα.
Ο = τὸ ὁποῖο, ποὺ
κ.οκ.
nektar

Θεάγης - Περὶ Ἀρετῆς & ψυχικῶν χαρακτηριστικῶν




Περὶ ἀρετῆς

Stob. 3.1.117 p. 76 He. (Mullach 2 p. 18)

Θεάγους Πυθαγορείου ἐκ τοῦ Περὶ ἀρετῆς.

Ἡ σύσταση τῆς ψυχῆς χωρίζεται σὲ λογική, θυμικὸ καὶ ἐπιθυμητικό. Ἡ λογικὴ κυβερνάει τὴ γνώση, τὸ θυμικὸ σχετίζεται μὲ τὴν παρόρμηση καὶ τὸ ἐπιθυμητικὸ κυβερνάει τὰ συναισθήματα τῆς ψυχῆς.
Ὅταν αὐτὰ τὰ τρία μέρη ἑνώνονται σὲ μία πράξη, ἐκδηλώνοντας μία σύνθετη ἐνέργεια, τότε ἡ ψυχὴ φθάνει σὲ ὁμολογία καὶ ἀρετή. Ὅταν ὁ στασιασμὸς τὰ χωρίζει, τότε ἐμφανίζεται κακία καὶ δυσαρμονία.
Ἡ ἀρετὴ συνεπῶς περιέχει τρία στοιχεῖα: γνώση, δύναμη καὶ προαίρεση.
Ἡ ἀρετὴ τῆς λογικῆς
ἱκανότητας τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ σοφία, ἡ ὁποία εἶναι μία συνήθεια θεώρησης καὶ κρίσης.
Ἡ ἀρετὴ τοῦ θυμικοῦ μέρους εἶναι τὸ θάρρος, δηλαδὴ ἡ συνήθεια νὰ ὑπομένουμε τὰ τρομερὰ πράγματα καὶ νὰ ἀντιστεκόμαστε σ᾿ αὐτά.
Ἡ ἀρετὴ τοῦ ἐπιθυμητικοῦ μέρους εἶναι ἡ ἐγκράτεια, δηλαδὴ ἡ μετριοπάθεια καὶ ὁ περιορισμὸς τῶν ἡδονῶν ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸ σῶμα.
Ἡ ἀρετὴ τῆς ὅλης ψυχῆς εἶναι ἡ δικαιοσύνη, διότι οἱ ἄνθρωποι πράγματι γίνονται κακοὶ εἴτε μέσῳ ἀχρειότητας εἴτε μέσῳ ἀκολασίας εἴτε μέσῳ φυσικῆς ἀγριότητας. Βλάπτονται μεταξύ τους ἐξαιτίας τῆς κερδοσκοπίας, τῆς ἡδονῆς ἢ τῆς φιλοδοξίας.
Ἡ ἀχρειότητα ἑπομένως ἀνήκει πιὸ σωστὰ στὸ λογικὸ μέρος τῆς ψυχῆς. Ἐνῷ ἡ σύνεση εἶναι παρόμοια μὲ τὴν καλὴ τέχνη, ἡ ἀχρειότητα μὲ τὴν κακὴ τέχνη ποὺ ἐπινοεῖ τεχνάσματα γιὰ νὰ δράσει ἄδικα.
Ἡ ἀκολασία ἀνήκει στὸ ἐπιθυμητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, ἀφοῦ ἡ ἐγκράτεια συνίσταται στὴν καθυπόταξη καὶ ἡ ἀκολασία στὴν ἀποτυχία καθυπόταξης τῶν ἡδονῶν.
Ἡ ἀγριότητα ἀνήκει στὸ θυμικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, διότι ὅταν κάποιος παρακινεῖται ἀπὸ κακὲς ἐπιθυμίες, ἱκανοποιεῖται ὄχι ὅπως ἁρμόζει σὲ ἄνθρωπο ἀλλὰ σὲ ζῷο, καὶ αὐτὸ ὀνομάζεται ἀγριότητα.
Τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν τῶν διαθέσεων προκύπτουν ἐπίσης ἀπὸ τὰ πράγματα χάρη τῶν ὁποίων γίνονται.
Ἡ ἀχρειότητα, προερχόμενη ἀπὸ τὸ λογικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, καταλήγει σὲ ἀπληστία.
Τὸ λάθος τοῦ θυμικοῦ μέρους εἶναι ἡ φιλοδοξία, ἡ ὁποία καταλήγει σὲ ἀγριότητα
καὶ καθὼς τὸ ἐπιθυμητικὸ μέρος καταλήγει σὲ ἡδονή, αὐτὸ προκαλεῖ ἀκολασία.
Ὅπως οἱ ἄδικες πράξεις εἶναι ἀποτέλεσμα πολλῶν αἰτιῶν, τὸ ἴδιο καὶ οἱ δίκαιες πράξεις· διότι ἡ ἀρετὴ εἶναι ἀπὸ τὴ φύση της εὐεργετικὴ καὶ ἐπικερδής, ἐνῷ ἡ κακία εἶναι κακοποιὸς καὶ ἐπιβλαβής.
Ἀφοῦ ὅμως ἕνα μέρος τῆς ψυχῆς ὁδηγεῖ, ἐνῷ τὸ ἄλλο ἀκολουθεῖ καὶ ἀφοῦ οἱ ἀρετὲς καὶ οἱ κακίες συνυπάρχουν σὲ αὐτά, εἶναι φανερὸ ὅτι καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὶς ἀρετές, ἐπίσης μερικὲς ἡγοῦνται καὶ ἄλλες ἀκολουθοῦν, ἐνῷ ἄλλες εἶναι σύνθετες.
Ἐκεῖνες ποὺ ἡγοῦνται, εἶναι ἀρετὲς τέτοιες, ὅπως ἡ σοφία· ἐκεῖνες ποὺ ἀκολουθοῦν εἶναι ἀρετὲς τέτοιες, ὅπως τὸ θάρρος καὶ ἡ ἐγκράτεια· καὶ στὶς σύνθετες περιλαμβάνεται ἡ δικαιοσύνη.
Οἱ ἀρετὲς λοιπὸν συνυπάρχουν στὰ πάθη, ἔτσι ὥστε μποροῦμε νὰ ἀποκαλέσουμε αὐτὰ τὰ τελευταῖα ὕλη τῶν πρώτων.
Ἀπὸ τὰ πάθη τὸ μὲν ἕνα εἶναι ἑκούσιο καὶ τὸ ἄλλο ἀκούσιο· ἡ ἡδονὴ εἶναι ἐκούσια καὶ ὁ πόνος ἀκούσιος.
Οἱ ἄνθρωποι ποὺ διαθέτουν πολιτικὲς ἀρετὲς αὐξάνουν καὶ μειώνουν αὐτά, ὀργανώνοντας τὰ ἄλλα μέρη τῆς ψυχῆς σύμφωνα μὲ ἐκεῖνο ποὺ κατέχει λογική. Τὸ ἐπιθυμητὸ σημεῖο αὐτῆς τῆς προσαρμογῆς εἶναι ὅτι ἡ διάνοια δὲν θὰ πρέπει νὰ ἐμποδίζεται στὴν ἐκτέλεση τοῦ κατάλληλου ἔργου της, οὔτε ἀπὸ ἔλλειψη οὔτε ἀπὸ ὑπερβολή.
Προσαρμόζουμε τὸ λιγότερο ἀγαθὸ σὲ ἐκεῖνο ποὺ εἶναι περισσότερο ἀγαθὸ καὶ στὸν κόσμο κάθε μέρος ποὺ εἶναι πάντα παθητικό, ὑφίσταται χάριν ἐκείνου τὸ ὁποῖο πάντα κινεῖται.
Στὴν ἕνωση τῶν ὄντων τὸ θηλυκὸ ὑφίσταται χάριν τοῦ ἀρσενικοῦ, διότι αὐτὸ τὸ τελευταῖο σπέρνει, γεννώντας μία ψυχή, ἐνῷ τὸ πρῶτο μεταβιβάζει ἐπίσης ὕλη σὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο γεννιέται.
Στὴν ψυχὴ τὸ ἄλογο ὑφίσταται χάριν τοῦ λογικοῦ μέρους.
Ἡ ὀργὴ καὶ ἡ ἐπιθυμία ὀργανώνονται σὲ σχέση μὲ τὸ πρῶτο μέρος τῆς ψυχῆς· ἡ πρώτη σὰν ἕνας δορυφόρος καὶ φύλακας τοῦ σώματος, ἡ δεύτερη σὰν ἕνας παρασκευαστὴς καὶ χορηγὸς κάθε ἀναγκαίου.
Ἡ διάνοια, ὄντας ἑδραιωμένη στὴν ἀνώτερη κορυφὴ τοῦ σώματος καὶ ἔχοντας μία θέα ἐκείνου ποὺ εἶναι ἀπὸ ὅλες τὶς μεριὲς λαμπερὸ καὶ διαφανές, διερευνᾷ τὴ σοφία τῶν ἀληθινῶν ὄντων. Αὐτὴ εἶναι πράγματι ἡ φυσικὴ λειτουργία της, νὰ διερευνᾷ καὶ νὰ κατέχει τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ ἀκολουθεῖ ἐκεῖνα τὰ ὄντα ποὺ εἶναι πιὸ ἔξοχα καὶ σεβαστὰ ἀπὸ τὴν ἴδια. Διότι ἡ γνώση τῶν θείων καὶ πιὸ σεβαστῶν πραγμάτων εἶναι ἡ ἀρχή, ἡ αἰτία καὶ ὁ κανόνας τῆς ἀνθρώπινης εὐδαιμονίας.
Ἀρχαὶ τᾶς συμπάσας ἀρετᾶς τρεῖς· γνῶσις καὶ δύναμις καὶ προαίρεσις.καὶ ἔστιν ἁ μὲν γνῶσις οἷον ὄψις ᾇ θεωροῦμεν καὶ κρίνομεν τὰ πράγματα, ἁ δὲ δύναμις οἷον ἀλκά τις τῶ σκάνιος ᾇ ὑφιστάμεθα καὶ ἐμμένομεν τοῖς πράγμασιν, ἁ δὲ προαίρεσις οἷον χεῖρες ψυχᾶς τινες αἷς ὁρμῶμεν καὶ ἀντιλαζύμεθα τῶν πραγμάτων.
ἔχει δὲ καὶ ὁ τᾶς ψυχᾶς διάκοσμος οὕτως.
τὸ μὲν γάρ τι αὐτᾶς ἐντι λογισμὸς τὸ δὲ θυμὸς τὸ δ᾿ ἐπιθυμία,
λογισμὸς μὲν ὁ κρατέων τᾶς γνώσιος,
θυμὸς δὲ ὁ κρατέων τῶ μένεος,
ἐπιθυμία δὲ ἁ κρατοῦσα τοῦ ἐπιθυμητικοῦ εἴδεος.
ὅκκα οὖν ἐς τὸ ἓν τὰ τρία ταῦτα μόλῃ μίαν ἐπιδεξάμενα συναρμογάν, τόκα δὲ γίνεται ἀρετὰ καὶ ὁμολογία ἐν τᾷ ψυχᾷ· ὅκκα δὲ στασιάζοντα καὶ ἀπ᾿ ἀλλάλων ἀπόσπαστα ᾖ, τόκα δὲ γίνεται κακία καὶ ἀναρμοστία ἐν τᾷ ψυχᾷ. καὶ ὅκκα μὲν ὁ λογισμὸς ἐπικρατέῃ τῶν ἀλόγων μερέων τᾶς ψυχᾶς, τόκα δὲ γίνεται καρτερία καὶ ἐγκράτεια, καρτερία μὲν ἐν τᾷ κατοχᾷ τῶν πόνων, ἐγκράτεια δὲ ἐν τᾷ κατοχᾷ τῶν ἁδέων.
ὅκκα δὲ τὰ ἄλογα μέρεα τᾶς ψυχᾶς ἐπικρατῇ τῶ λογισμῶ, τόκα δὲ γίνεται μαλακία καὶ ἀκρατία· μαλακία μὲν ἐν τῷ φεύγειν τὼς πόνως, ἀκρατία δὲ ἐν τῷ νικῆσθαι ὑπὸ τῶν ἁδέων.
ὅκκα δὲ τὸ μὲν κρεῖσσον ἄρχῃ μέρος τᾶς ψυχᾶς, τὸ δὲ χέρῃον ἄρχηται, καὶ τὸ μὲν ἁγῆται τὸ δ᾿ ἕπηται, ἀμφότερα δὲ συνευδοκῆται καὶ συνομολογῆται ἀλλάλοις, τόκα δὲ γίνεται ἀρετὰ καὶ παναγαθία περὶ ὅλαν τὰν ψυχάν.
καὶ ὅκκα μὲν τὸ ἐπιθυματικὸν ἕπηται μέρος τᾶς ψυχᾶς τῷ λογιστικῷ, γίνεται σωφροσύνα· ὅκκα δὲ τὸ θυμοειδές, ἀνδρειότας· ὅκκα δὲ τὰ μέρεα πάντα, δικαιότας. αὕτα γάρ ἐστιν ἁ διείργουσα τάς τε κακίας πάσας τᾶς ψυχᾶς καὶ τὰς ἀρετὰς ἀπ᾿ ἀλλάλων.
καὶ ἔστιν ἁ δικαιότας οἷον σύσταμά τι τᾶς ἁρμογᾶς τῶν μερέων τᾶς ψυχᾶς καὶ ἀρετὰ τελεία καὶ πανυπερτάτα· πάντα γὰρ ἐν ταύτᾳ· τὰ δ᾿ ἄλλ᾿ ἀγαθὰ τᾶς ψυχᾶς οὐκ ἄτερθε ταύτας. διόπερ καὶ ἐν θεοῖς μέγα κράτος ἔχει ἁ δικαιότας καὶ ἐν ἀνθρώποις· τῶ γὰρ ὅλω καὶ τῶ παντὸς ἅδ᾿ ἁρετὰ συνέχει τὰν κοινωνίαν καὶ τὰν ἐν θεοῖς καὶ τὰν ἐν ἀνθρώποις. θέμις γε οὖν φατίζεται παρὰ τοῖς οὐρανίοις θεοῖς, δίκα δὲ παρὰ τοῖς χθονίοις, νόμος δὲ παρὰ τοῖς ἀνθρώποις. ταῦτα δ᾿ ἐντὶ σαμεῖα καὶ σύμβολα τοῦ τὰν δικαιότατα πανυπερτάταν εἶναι ἀρετάν.
καὶ ἄλλως δὲ πιστοῦται ὁ λόγος ἐξ αὐτῶν·
ὅκκα μὲν γὰρ ὁ νόος τᾶς ψυχᾶς ἀμβλακίσκῃ, ὀνυμάζεται ἁ τοιάδε διάθεσις ἀφροσύνα·
ὅκκα δὲ ὁ θυμός, θρασύτας ἢ δειλία·
ὅκκα δὲ ἐπιθυμία, ἀκρασία·
καὶ ὅκκα μὲν ἐπὶ τὸ μῇον ἀμβλακίσκῃ ὁ νόος, ἀφροσύνα,
ὅκκα δ᾿ ἐπὶ τὸ μέζον, πανουργία·
καὶ ὅκκα μὲν ἐπὶ τὸ μῇον ἀμβλακίσκῃ ὁ θυμός, δειλία,
ὅκκα δ᾿ ἐπὶ τὸ μέζον, θράσος·
καὶ ὅκκα μὲν ἐπὶ τὸ μεῖον ἀμβλακίσκῃ ἁ ἐπιθυμία, μισαδονία·
ὅκκα δ᾿ ἐπὶ τὸ μέζον, ἀκολασία·
ὅλως δὲ ἁ μὲν οὐ κατ᾿ ὀρθὸν λόγον συναρμογά, κακία·
αὕτα δ᾿ ὅκκα μὲν μηδενὸς ἕκατι γένηται, καλέεται ἀβελτερία·
ὅκκα δὲ φόβω, δειλία, ὅκκα δὲ ἁδονᾶς, ἀκολασία,
ὅκκα δὲ κέρδεος, ἀδικία.
ἁ δὲ κατ᾿ ὀρθὸν λόγον αὐτᾶς σύνταξις,
ὅκκα μὲν ἐν τῷ θεωρὲν καὶ κρίνεν γένηται, καλέεται φρόνασις·
ὅκκα δὲ ἐν τῷ ὑφίστασθαι ... τὰ ἁδέα, σαοφροσύνα·
ὅκκα δ᾿ ἐν τῷ κέρδεος ἀποσχέσθαι καὶ βλάβας τᾶς εἰς τὸν πλατίον, δικαιότας.
ἁ δὲ κατὰ τὸν ὀρθὸν λόγον αὐτᾶς σύνταξις καὶ παρὰ τὸν ὀρθὸν λόγον παράβασις, τῶ δέοντός ἐστι στοχασμὸς καὶ τῶ μὴ δέοντος ἀπόπτωσις.
ἔστι δὲ τὸ μὲν δέον, ὃ δεῖ ἦμεν· τοῦτο δὲ οὐκ ἀφαιρέσιος οὐδὲ προσθέσιος δέεται· αὐτὸ γάρ ἐστιν ὃ δεῖ ἦμεν. τῶ δὲ μὴ δέοντος εἴδεα δύο, τὸ μὲν ὑπερβολά, τὸ δ᾿ ἔλλειψις. καὶ ἁ μὲν ὑπερβολὰ τὸ πλέον τῶ δέοντός ἐντι, ἁ δ᾿ ἔλλειψις τὸ ἔλαττον. ἁ δ᾿ ἀρετὰ ἕξις τίς ἐντι τῶ δέοντος· διόπερ καὶ ἀκρότας καὶ μεσότας εὐθέως ἐντί· ἀκρότας μέν, διότι τῶ δέοντος ἔχεται· μεσότας δέ, ὅτι μεταξὺ τᾶς ὑπερβολᾶς καὶ τᾶς ἐλλείψιός ἐντιν.
οὕτως γὰρ καὶ μεσότατες τυγχάνοντι καὶ ἀκρότατες· μεσότατες μέν, ὅτι ἐκτὸς τᾶς ὑπερβολᾶς καὶ τᾶς ἐλλείψιος πίπτοντι· ἀκρότατες δέ, ὅτι οὔτε προσθέσιος οὔτ᾿ ἀφαιρέσιος δέονται· αὐτὰ γὰρ ἐντὶ ταῦτα, ἃ δεῖ αὐτὰ ἦμεν.
Οἱ ἀρχὲς ὅλων τῶν ἀρετῶν εἶναι τρεῖς: γνώση, δύναμη καὶ προαίρεση.
γνώση πράγματι εἶναι ἐκείνη μέσῳ τῆς ὁποίας συλλογιζόμαστε καὶ διαμορφώνουμε μία κρίση τῶν πραγμάτων ἡ δύναμη εἶναι μία ὁρισμένη φυσικὴ ρώμη ἀπὸ τὴν ὁποία ἀντλοῦμε τὴν ὑπόστασή μας καὶ ἡ ὁποία χαρίζει σταθερότητα στὶς πράξεις μας· καὶ ἡ προαίρεση εἶναι, θὰ λέγαμε, τὸ χέρι τῆς ψυχῆς τὸ ὁποῖο μας ὠθεῖ νὰ προσεγγίσουμε καὶ νὰ οἰκειοποιηθοῦμε τὰ πράγματα.
* * *
Ἡ ψυχὴ χωρίζεται στὴ λογική, τὸ θυμικὸ καὶ τὸ ἐπιθυμητικό.
λογικὴ ἱκανότητα κυβερνᾷ τὴ γνώση,
τὸ θυμικὸ σχετίζεται μὲ τὴν παρόρμηση καὶ
τὸ ἐπιθυμητικὸ κυβερνᾷ θαρραλέα τὰ συναισθήματα τῆς ψυχῆς.
Ὅταν αὐτὰ τὰ τρία μέρη ἑνώνονται σὲ μία δράση, ἐκδηλώνοντας μία σύνθετη ἐνέργεια, τότε προκύπτει στὴν ψυχὴ ὁμολογία καὶ ἀρετή. Ὅταν ὁ στασιασμὸς τὰ χωρίζει, τότε ἐμφανίζεται δυσαρμονία καὶ κακία.
Ὅταν ἡ λογικὴ ἱκανότητα ἐπικρατεῖ τοῦ ἄλογου μέρους τῆς ψυχῆς, τότε προκύπτει καρτερία καὶ ἐγκράτεια·
καρτερία, ὅταν κατεχόμεθα ἀπὸ πόνους καὶ ἐγκράτεια, ὅταν κατεχόμεθα ἀπὸ ἡδονές.
Ἀλλὰ ὅταν τὰ ἄλογα μέρη τῆς ψυχῆς ἐπικρατοῦν τοῦ λογικοῦ μέρους, τότε προκαλεῖται μαλθακότητα καὶ ἀκράτεια·
μαλθακότητα, διότι ἀποφεύγουμε τὸ μόχθο καὶ ἀκράτεια, διότι μᾶς ὑπερνικοῦν οἱ ἡδονές.
Ὅταν ὅμως ἐπικρατεῖ τὸ καλύτερο μέρος τῆς ψυχῆς, τὸ κατώτερο ἐλέγχεται· τὸ πρῶτο ὁδηγεῖ καὶ τὸ δεύτερο ἀκολουθεῖ, ἐνῷ καὶ τὰ δυὸ συναινοῦν καὶ συνομολογοῦν καὶ τότε σὲ ὁλόκληρη τὴν ψυχὴ γεννιέται ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ τέλεια ἀγαθότητα.
Ἐπίσης, ὅταν τὸ ἐπιθυμητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς ἀκολουθεῖ τὴ λογική, τότε γεννιέται ἡ σωφροσύνη ὅταν αὐτὸ συμβαίνει μὲ τὸ θυμικό, τότε γεννιέται ἡ ἀνδρεία καὶ ὅταν λαμβάνει χώρα σὲ ὅλα τὰ μέρη τῆς ψυχῆς, τότε προκύπτει ἡ δικαιοσύνη.
Ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία χωρίζει ὅλες τὶς κακίες καὶ ὅλες τὶς ἀρετὲς τῆς ψυχῆς μεταξύ τους. Ἡ δικαιοσύνη εἶναι σὰν ἕνα σύστημα καὶ ὀργάνωση τῶν μερῶν τῆς ψυχῆς καὶ τέλεια καὶ ὑπέρτατη ἀρετή· σὲ αὐτὴν περιέχεται τὸ καθετί, ἐνῷ τὰ ἄλλα ἀγαθά της ψυχῆς δὲν μποροῦν νὰ ὑπάρξουν χωρὶς αὐτήν. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ δικαιοσύνη κατέχει μεγάλη δύναμη τόσο μεταξὺ τῶν θεῶν, ὅσο καὶ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Περιέχει τὸ δεσμὸ μέσῳ τοῦ ὁποίου συνδέεται ὁλόκληρο τὸ σύμπαν καὶ ἐπίσης ἐκεῖνον μέσῳ τοῦ ὁποίου συνδέονται οἱ θεοὶ καὶ οἱ ἄνθρωποι. Μεταξὺ τῶν οὐράνιων θεῶν ὀνομάζεται θέμις καὶ μεταξὺ τῶν χθονίων ὀνομάζεται Δίκη, ἐνῷ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ὀνομάζεται Νόμος. Αὐτὰ δὲν εἶναι παρὰ σύμβολα καὶ σημεῖα ποὺ ὑποδηλώνουν ὅτι ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἡ ὑπέρτατη ἀρετή.
Ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια διαπιστώνεται καὶ ἀπὸ τὰ ὀνόματα:
ὅταν ἡ λογικὴ τῆς ψυχῆς μειονεκτεῖ αὐτὴ ἡ διάθεση ὀνομάζεται ἀφροσύνη
ὅταν μειονεκτεῖ τὸ θυμικό, ὀνομάζεται θρασύτητα ἢ δειλία·
ὅταν μειονεκτεῖ τὸ ἐπιθυμητικό, ἀκράτεια.
Ὅταν πάλι ἀμβλύνεται ἡ λογική, τὸ ὀνομάζουμε ἀφροσύνη· ὅταν ὀξύνεται, θράσος·
ὅταν ἀμβλύνεται τὸ ἐπιθυμητικό, τὸ ὀνομάζουμε φιληδονία· ὅταν ὀξύνεται, ἀκολασία καὶ
συνολικὰ ὁ συνδυασμὸς ὅλων, ὅταν δὲν γίνεται μὲ ὀρθολογισμό, ὀνομάζεται κακία.
Ἂν αὐτὴ ἡ κακία προκαλεῖται ἀπὸ κάτι συγκεκριμένο, ἀποκαλεῖται ἀνοησία·
ἂν προκαλεῖται ἀπὸ φόβο, δειλία· ἂν ἀπὸ ἡδονές, ἀκολασία· ἂν ἀπὸ κερδοσκοπία, ἀδικία.
Συνεπῶς ἡ ἀρετή, ὅταν συνίσταται στὸ συλλογισμὸ καὶ τὴν κρίση, ὀνομάζεται φρόνηση·
ὅταν συνίσταται στὴν ἀντοχὴ φοβερῶν πραγμάτων, ὀνομάζεται θάρρος·
ὅταν συνίσταται στὴν καταστολὴ τῶν ἡδονῶν, ὀνομάζεται ἐγκράτεια·
καὶ ὅταν σχετίζεται μὲ τὴν ἀποφυγὴ τῆς βλάβης τῶν ἄλλων, ὀνομάζεται δικαιοσύνη.
Ἡ ὑπακοὴ συνεπῶς στὴν ἀρετή, σύμφωνα μὲ τὴν ὀρθὴ λογική, καὶ ἡ παρέκκλιση ἀπὸ αὐτήν, ἀντίθετα πρὸς τὴν ὀρθὴ λογική, τείνουν ἡ μὲν πρὸς τὴν κοσμιότητα, ἡ δὲ πρὸς τὸ ἀντίθετό της. Τὸ δέον εἶναι αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ εἶναι. Δὲν ἀπαιτεῖ οὔτε προσθήκη οὔτε ἀφαίρεση, ὄντας ὅπως θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι.
Τὸ μὴ δέον εἶναι δυὸ εἰδῶν: ἡ ὑπερβολὴ καὶ ἡ ἔλλειψη. Ἡ ὑπερβολὴ εἶναι ἡ περίσσεια τοῦ δέοντος καὶ ἡ ἔλλειψη εἶναι τὸ λιγότερο τοῦ δέοντος.
Ἡ ἀρετὴ ὅμως εἶναι ἡ κατοχὴ τοῦ δέοντος. Ἔτσι εἶναι ταυτόχρονα ἀκρότητα καὶ μεσότητα. Εἶναι μεσότητα, ἐπειδὴ βρίσκεται ἀνάμεσα στὴν ὑπερβολὴ καὶ τὴν ἔλλειψη· εἶναι ἀκρότητα, ἐπειδὴ δὲν δέχεται οὔτε αὔξηση οὔτε μείωση, ὄντας ἀκριβῶς ὅπως θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι.
Stob. 3.1.118 p. 81 He. (Mullach 2 p. 20) Ἐν ταὐτῷ.Ἐπεὶ δὲ ἁ τοῦ ἤθεος ἀρετὰ περὶ πάθεα, τῶν δὲ παθέων ἁδονὰ καὶ λύπα ὑπέρτατα, φανερὸν ὅτι οὐκ ἐν τῷ ὑπεξελέσθαι τὰ πάθεα τᾶς ψυχᾶς, ἁδονὰν καὶ λύπαν, ἁ ἀρετὰ πέπτωκεν, ἀλλ᾿ ἐν τῷ ταῦτα συναρμόζεσθαι. οὐδὲ γὰρ ὑγίεια, εὐκρατία τις ἔασα τῶν τῶ σώματος δυναμίων, ἐν τῷ ὑπεξελέσθαι τὸ θερμὸν καὶ τὸ ψυχρὸν καὶ τὸ ὑγρὸν καὶ τὸ ξηρὸν πέπτωκεν, ἀλλ᾿ ἐν τῷ ταῦτα συγκερασθῆμεν· ἔντι γὰρ οἷον συμμετρία τις τούτων· οὐδ᾿ ἐν τᾷ μουσικᾷ ἐν τῷ ὑπεξελέσθαι τὸ ὀξὺ καὶ τὸ βαρὺ τὸ σύμφωνον πέπτωκεν, ἀλλ᾿ ἐν τῷ ταῦτά πως συναρμόξασθαι. συναρμοσμένων γὰρ τῶ ὀξέος καὶ τῶ βαρέος τὸ μὲν σύμφωνον ἐναπολαμβάνεται, τὸ δὲ διάφωνον ἐκκρούεται· συναρμοσμένων δὲ καὶ τοῦ θερμοῦ καὶ τοῦ ψυχροῦ καὶ τοῦ ὑγροῦ καὶ τοῦ ξηροῦ ἁ μὲν ὑγίεια γίνεται, ἁ δὲ νόσος ἀπόλλυται· συναρμοσμένων δὲ καὶ τοῦ θυμοῦ καὶ τᾶς ἐπιθυμίας αἱ μὲν κακίαι καὶ τὰ πάθεα ἐξαιρέονται, αἱ δ᾿ ἀρεταὶ καὶ τὰ ἤθεα ἐγγίγνονται.
ἰδιαίτατον δὲ τᾶς τοῦ ἤθεος ἀρετᾶς ἁ προαίρεσις ἁ ἐν τοῖς καλοῖς. λόγῳ γὰρ καὶ δυνάμει συγχρέεσθαι δυνατὸν καὶ ἄνευ ἀρετᾶς, προαιρέσει δ᾿ οὐ δυνατόν· τὸ γὰρ ἀξίωμα τοῦ ἤθεος ἁ προαίρεσις σαμαίνει.
διὸ καὶ μετὰ βίας μὲν ἐπικρατέων ὁ λογισμὸς θυμοῦ καὶ ἐπιθυμίας ἐγκράτειαν καὶ καρτερίαν ἐμποιεῖ, μετὰ βίας δὲ πάλιν ἐκβιασθεὶς αὐτὸς ὑπὸ τῶ ἀλόγω, ἀκρασίαν καὶ μαλακίαν. ταὶ δὲ τοιαῦται διαθέσιες τᾶς ψυχᾶς ἡμιτελέες μὲν ἀρεταί, ἡμιτελέες δὲ κακίαι τυγχάνοντι. ὁ μὲν γὰρ λογισμὸς ὑγιαίνει, τὰ δ᾿ ἄλογα μέρεα τᾶς ψυχᾶς νοσεῖ. καὶ καθὸ μὲν ἄρχεται καὶ ἄγεται ὁ θυμὸς καὶ ἁ ἐπιθυμία ὑπὸ τῶ λόγον ἔχοντος μέρεος τᾶς ψυχᾶς, ἁ ἐγκράτεια καὶ ἁ καρτερία ἀρεταὶ τυγχάνοντι, καθὸ δὲ μετὰ βίας ἀλλ᾿ οὐχ ἑκουσίως τοῦτο πράσσοντι, κακίαι τυγχάνοντι.
δεῖ γὰρ τὰν ἀρετὰν μὴ μετὰ λύπας ἀλλὰ μεθ᾿ ἁδονᾶς τὰ δέοντα πράσσεν.
πάλιν δέ, καθὸ μὲν ἐπικρατεῖ ὁ θυμὸς καὶ ἁ ἐπιθυμία τῷ λογισμῷ, μαλακίαν καὶ ἀκρατίαν ἐπιφέροντα, κακίαι τινὲς τυγχάνοντι· καθὸ δὲ μετὰ λύπας χαρίζονται τοῖς πάθεσιν, εἰδότες ὅτι ἀμπλακίσκοντι τῶ ὑγιὲς εἶμεν τὸ ὄμμα τᾶς ψυχᾶς, ταύτᾳ δ᾿ οὐ κακίαι. πάλιν ὦν αὐτό γε τοῦτο φανερόν, ὅτι ἑκουσίως δεῖ τὰν ἀρετὰν τὰ δέοντα πράσσεν. τὸ μὲν ἀκούσιον οὐκ ἄνευ λύπας καὶ φόβω· τὸ δ᾿ ἑκούσιον οὐκ ἄνευ ἁδονᾶς καὶ φιλοφροσύνας.
ἅμα δὲ καὶ ὁ λόγος ὁ τᾶς διαιρέσιος συμπέσοι κα περὶ τῶ ταῦθ᾿ οὕτως ἔχεν. ἁ μὲν γὰρ γνῶσις καὶ ἁ ὅρασις τῶν πραγμάτων τῶ λόγον ἔχοντος μέρεος ἐντὶ τᾶς ψυχᾶς· ἁ δὲ δύναμις τῶ ἀλόγω. τὸ γὰρ ἀντέχεν μὲν δύνασθαι τοῖς πόνοις, ἐπικρατεῖν δὲ τᾶν ἁδονᾶν, οἰκεῖόν ἐντι τῶ ἀλόγω μέρεος τᾶς ψυχᾶς. ἁ δὲ προαίρεσις ἐν ἀμφοτέροις αὐτοῖς γίνεται, καὶ τῷ λόγον ἔχοντι μέρει τᾶς ψυχᾶς καὶ τῷ ἀλόγῳ· σύγκειται γὰρ ἐκ διανοίας καὶ ὀρέξιος, ὧν ἁ μὲν διάνοια τῶ λόγον ἔχοντός ἐντι, ἁ δ᾿ ὄρεξις τῶ ἀλόγω. διὸ καὶ ἀρετὰ πᾶσα ἐν συναρμογᾷ γίνεται τῶν μερέων τᾶς ψυχᾶς, καὶ τὸ ἑκούσιον δὲ καὶ τὸ προαιρετὸν πάντως ἐν τᾷ ἀρετᾷ.
Ἀφοῦ ὅμως ἡ ἀρετὴ τοῦ ἤθους ἔχει σχέση μὲ τὰ πάθη, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὑπέρτατα εἶναι ἡ ἡδονὴ καὶ ἡ λύπη, εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ ἀρετὴ δὲν συνίσταται στὴν ἐκρίζωση τῶν παθῶν τῆς ψυχῆς, τῆς ἡδονῆς καὶ τῆς λύπης, ἀλλὰ στὴν ἐναρμόνισή τους. Διότι οὔτε ἡ ὑγεία, ποὺ εἶναι ἕνας καλὸς συγκερασμὸς τῶν σωματικῶν δυνάμεων, ἔγκειται στὴν ἀφαίρεση τοῦ ψυχροῦ καὶ τοῦ θερμοῦ, τοῦ ὑγροῦ καὶ τοῦ ξηροῦ, ἀλλὰ στὸν κατάλληλο καὶ συμμετρικὸ συγκερασμό τους. Διότι ἡ ὑγεία εἶναι μία συμμετρία ὅλων αὐτῶν. Παρόμοια στὴ μουσικὴ ἡ ἁρμονία δὲν βρίσκεται στὴν ἐξαίρεση τοῦ ὑψηλοῦ καὶ τοῦ χαμηλοῦ τόνου, ἀλλὰ στὸν κατάλληλο συνδυασμό τους. Διότι ὅταν αὐτοὶ οἱ ἦχοι συνταιριάζονται, τότε προκύπτει συμφωνία καὶ ἡ παραφωνία ἀποκλείεται. Ἐπίσης τὸ ἁρμονικὸ συνταίριασμα τοῦ θερμοῦ καὶ τοῦ ψυχροῦ, τοῦ ὑγροῦ καὶ τοῦ ξηροῦ, προκαλεῖ ὑγεία καὶ καταστρέφει τὴν ἀσθένεια. Ἔτσι καὶ στὴν ψυχὴ ὅταν συνταιριάζεται τὸ θυμικὸ καὶ τὸ ἐπιθυμητικό, τότε οἱ κακίες καὶ τὰ ἄλλα πάθη ἐξαφανίζονται καὶ δημιουργοῦνται οἱ ἀρετὲς καὶ τὰ καλὰ ἤθη.
Τὸ σπουδαιότερο χαρακτηριστικό της ἠθικῆς ἀρετῆς εἶναι ἡ προαίρεση στὰ καλά. Διότι ἡ λογικὴ καὶ ἡ δύναμη εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθοῦν καὶ χωρὶς τὴν ἀρετή, ἡ προαίρεση ὅμως εἶναι ἀδύνατον. Διότι ἡ προαίρεση δείχνει τὴν ποιότητα τοῦ ἤθους.
Ὅταν ἡ λογικὴ ἐπιβάλλεται πάνω στὴν παρόρμηση καὶ στὸ συναίσθημα, τότε δημιουργεῖ ἐγκράτεια καὶ καρτερία. Ὅταν ὅμως ἡ λογικὴ ἐκθρονίζεται ἀπὸ τὸ ἄλογο μέρος τῆς ψυχῆς, τότε προκαλεῖται ἀκράτεια καὶ μαλθακότητα. Αὐτὲς οἱ διαθέσεις τῆς ψυχῆς εἶναι ἡμιτελεῖς ἀρετὲς καὶ ἡμιτελεῖς κακίες. Διότι εἶναι μὲν ὑγιὴς ἡ λογική, νοσεῖ ὅμως τὸ ἄλογο μέρος τῆς ψυχῆς. Καὶ ὅσο ἡ παρόρμηση καὶ τὸ συναίσθημα ἐλέγχονται καὶ καθοδηγοῦνται ἀπὸ τὸ λογικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, προκύπτουν οἱ ἀρετές, ἡ ἐγκράτεια καὶ ἡ καρτερία. Ὅμως ὅταν αὐτὸ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴ βία καὶ ὄχι ἑκούσια, τότε προκαλοῦνται κακίες.
Διότι ἡ ἀρετὴ πρέπει νὰ κάνει τὰ δέοντα ὄχι μὲ λύπη ἀλλὰ μὲ εὐχαρίστηση.
Ὅταν πάλι ἡ παρόρμηση καὶ τὸ συναίσθημα ὑπερτεροῦν τῆς λογικῆς, προκαλοῦν μαλθακότητα καὶ ἀκράτεια καὶ προκύπτουν κακίες. Ὅταν τὰ πάθη ὑποχωροῦν μὲ λύπη καὶ ἔχοντας ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτίας, διότι τὸ μάτι τῆς ψυχῆς εἶναι ὑγιές, τότε δὲν ἔχουμε κακία. Εἶναι συνεπῶς φανερὸ ὅτι ἡ ἀρετὴ πρέπει ἐκούσια νὰ ἐκτελεῖ τὰ δέοντα, διότι τὸ ἀκούσιο συνοδεύεται ἀπὸ τὴ λύπη καὶ τὸ φόβο, ἐνῷ τὸ ἑκούσιο δὲν γίνεται χωρὶς εὐχαρίστηση καὶ φιλοφροσύνη.
Αὐτὰ λοιπὸν ἐπιβεβαιώνονται καὶ ἀπὸ τὴν αἰτία τῆς διαίρεσης. Ἡ γνώση καὶ ἡ ἀντίληψη τῶν πραγμάτων εἶναι στοιχεῖα τοῦ λογικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς, ἐνῷ ἡ δύναμη ἀνήκει στὸ ἄλογο μέρος, τοῦ ὁποίου στοιχεῖο εἶναι τὸ νὰ μὴν μπορεῖς νὰ ὑπομένεις τοὺς μόχθους ἢ νὰ ἐξουσιάζεις τὶς ἡδονές. Ἐνῷ ἡ προαίρεση ὑπάρχει καὶ στὰ δυό, δηλαδὴ στὸ λογικὸ καὶ στὸ ἄλογο μέρος τῆς ψυχῆς, διότι συστατικά της εἶναι ἡ διάνοια καὶ ἡ ὄρεξη (κλίση,πόθος) καὶ ἡ διάνοια εἶναι λειτουργία τοῦ λογικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς, ἐνῷ ἡ ὄρεξη τοῦ ἀλόγου. Συνεπῶς κάθε ἀρετὴ ἔγκειται στὴν ἀμοιβαία προσαρμογὴ τῶν μερῶν τῆς ψυχῆς, ἐνῷ τὸ ἑκούσιο καὶ τὸ προαιρετικὸ εἶναι ὁπωσδήποτε στοιχεῖα τῆς ἀρετῆς.

Γενικὰ ἑπομένως ἡ ἀρετὴ εἶναι κάποια ἁρμονικὴ συνένωση τῶν ἄλογων μερῶν τῆς ψυχῆς μὲ τὸ λογικό. Καὶ ἡ συνένωση αὐτὴ ἐπιτυγχάνεται μέσῳ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ ὁρίου τοῦ δέοντος στὴν ἡδονὴ καὶ στὴ λύπη.
Διότι ἡ ἀληθινὴ ἀρετὴ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ἡ συνήθεια τοῦ δέοντος. Τὸ δέον εἶναι αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ εἶναι καὶ τὸ μὴ δέον αὐτὸ ποὺ δὲν πρέπει νὰ εἶναι. Τὸ μὴ δέον ὅμως ἔχει δυὸ εἴδη· τὴν ὑπερβολὴ καὶ τὴν ἔλλειψη. Ὑπερβολὴ εἶναι τὸ περισσότερο τοῦ δέοντος καὶ ἔλλειψη εἶναι τὸ λιγότερό του δέοντος. Ἀφοῦ ὅμως τὸ δέον εἶναι αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ πρέπει νὰ εἶναι, μπορεῖ νὰ βρίσκεται στὸ ἄκρο καὶ στὸ μέσον. Βρίσκεται στὸ ἄκρο, διότι δὲν χρειάζεται οὔτε προσθήκη οὔτε ἀφαίρεση ἐνῷ στὸ μέσον βρίσκεται, ἐπειδὴ εἶναι μεταξὺ τῆς ὑπερβολῆς καὶ τῆς ἔλλειψης. Τὸ δέον καὶ τὸ μὴ δέον ἔχουν μεταξὺ τοὺς τὴν ἴδια σχέση ποὺ ἔχει τὸ ἴσο μὲ τὸ ἄνισο, τὸ συντεταγμένο μὲ τὸ ἄτακτο καὶ τὰ δυὸ αὐτὰ εἶναι τὸ πεπερασμένο καὶ τὸ ἄπειρο. Ἔτσι τὰ μέρη τοῦ ἀνίσου ἔχουν ἕνα λόγο πρὸς τὸ μέσον καὶ ὄχι μεταξύ τους. Γιὰ παράδειγμα, ἀμβλεῖα γωνία λέμε τὴ γωνία ποὺ εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν ὀρθή, ἐνῷ ὀξεῖα λέμε ἐκείνη ποὺ εἶναι μικρότερη ἀπὸ τὴν ὀρθή. (Σὲ ἕναν κύκλο) μεγαλύτερη εἶναι ἡ εὐθεῖα ἀπὸ τὶς ἀκτῖνες ποὺ σύρονται ἀπὸ τὸ κέντρο. Καὶ μακρότερη ἡμέρα εἶναι ἐκείνη ποὺ εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς ἰσημερίας. Ἐπίσης, ἡ ὑπερβολικὴ θερμότητα ἢ ψυχρότητα προκαλεῖ ἀσθένειες. Τὸ θερμότερο εἶναι τὸ περισσότερο τοῦ κανονικοῦ καὶ τὸ ψυχρότερο εἶναι τὸ λιγότερο τοῦ κανονικοῦ.
Ἡ ἴδια ἀναλογία ἰσχύει καὶ σχετικὰ μὲ τὴν ψυχὴ καὶ τὴ διάθεσή της. Ἡ θρασύτητα, γιὰ παράδειγμα, εἶναι μία ὑπερβολὴ τοῦ δέοντος στὴν ἀντιμετώπιση τῶν δυσκολιῶν, ἐνῷ ἡ δειλία εἶναι ἡ ἔλλειψη τοῦ δέοντος. Ἀσωτία πάλι εἶναι ἡ ὑπερβολὴ τοῦ δέοντος στὶς χρηματικὲς δαπάνες, ἐνῷ φιλαργυρία εἶναι ἡ ἔλλειψή του. Ὀργὴ εἶναι ἡ ὑπερβολὴ τοῦ δέοντος στὴν ὁρμὴ τοῦ θυμοῦ, ἐνῷ ἀναισθησία εἶναι ἡ ἀντίστοιχη ἔλλειψη. Ἡ ἴδια ἀναλογία ὑπάρχει καὶ στὶς ἄλλες διαθέσεις τῆς ψυχῆς.
Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ ἀρετὴ εἶναι ἡ συνήθεια τοῦ δέοντος, πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἡ μεσότητα τῶν παθῶν, δηλαδὴ νὰ μὴν εἶναι οὔτε χωρὶς πάθη, οὔτε μὲ ἔντονα πάθη. Διότι ἡ ἀπόλυτη ἔλλειψη πάθους κάνει τὴν ψυχὴ χωρὶς παρόρμηση καὶ ἐνθουσιασμὸ γιὰ τὸ καλό, ἐνῷ τὰ ἔντονα πάθη τὴν κάνουν ἀκαταλόγιστη. Τὸ πάθος λοιπὸν πρέπει νὰ ἀκολουθεῖ τὴν ἀρετή, ὅπως ἡ σκιὰ καὶ τὸ περίγραμμα τῶν εἰκόνων στὴ ζωγραφική. Διότι ἡ ζωντάνια καὶ ἡ λεπτότητα καὶ ἡ μίμηση τοῦ φυσικοῦ πετυχαίνονται κυρίως μὲ τὶς σκιάσεις καὶ τὸν κατάλληλο συνδυασμὸ τῶν χρωμάτων. Τὰ πάθη τῆς ψυχῆς εἶναι κάτι ζωντανὸ καὶ ἐνυπάρχουν στὴν παρόρμηση καὶ στὸν ἐνθουσιασμὸ τῆς φυσικῆς ἀρετῆς. Διότι ἡ ἀρετὴ γεννιέται μὲ τὰ πάθη καὶ ἀναπτύσσεται μαζὶ μὲ αὐτά, ὅπως ἡ ὡραία ἁρμονία παράγεται ἀπὸ τὸν ὀξὺ καὶ τὸ βαρὺ ἦχο, καὶ τὸ εὔκρατο παράγεται ἀπὸ τὸ θερμὸ καὶ τὸ ψυχρὸ καὶ τὸ ἰσόρροπο ἀπὸ τὸ βαρὺ καὶ τὸ ἐλαφρύ. Δὲν πρέπει ἑπομένως νὰ ἀφαιρέσουμε τὰ πάθη τῆς ψυχῆς καὶ κάτι τέτοιο δὲν εἶναι ὠφέλιμο, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὰ συνταιριάξουμε μὲ τὴ λογικὴ σύμφωνα μὲ τὶς ἀπαιτήσεις τοῦ δέοντος καὶ τοῦ μετρίου.
nektar

Φίντυς - Περὶ γυναικὸς σωφροσύνης


Stob. 4.23.61 p. 588 He. (Mullach 2 p. 36) Φιντύος τᾶς Καλλικράτεος
(= Kallikratidas? q.v.) θυγατρὸς Πυθαγορείας ἐκ τοῦ Περὶ γυναικὸς σωφροσύνας.

Φίντυς (6ος αἰ. π.Χ.): Θυγατέρα τοῦ Καλλικράτους. Μαθήτρια τοῦ Πυθαγόρα.
Γεννήθηκε στὸν Κρότωνα ὅπου δίδαξε ἀργότερα στὴν ἐκεῖ Πυθαγόρεια Σχολή.

Τὸ μὲν ὅλον ἀγαθὰν δεῖ ἦμεν καὶ κοσμίαν· ἄνευ γὰρ ἀρετᾶς οὐδέποκα γένοιτό τις τοιαύτα. ἑκάστα γὰρ ἀρετὰ περὶ ἕκαστον γινομένα τὸ αὐτᾶς δεκτικὸν ἀποδίδωτι σπουδαῖον· ἁ μὲν τῶν ὀπτίλων τὼς ὀπτίλως, ἁ δὲ τᾶς ἀκοᾶς τὰν ἀκοάν, καὶ ἁ μὲν ἵππω τὸν ἵππον, ἁ δ' ἀνδρὸς τὸν ἄνδρα· οὕτω δὲ καὶ <ἁ> γυναικὸς τὰν γυναῖκα. γυναικὸς δὲ μάλιστα ἀρετὰ σωφροσύνα· διὰ γὰρ ταύτας τὸν ἴδιον ἄνδρα καὶ τιμῆν καὶ ἀγαπῆν δυνασεῖται. πολλοὶ μὲν ἴσως δοξάζοντι ὅτι οὐκ εὐάρμοστον γυναικὶ φιλοσοφεῖν, ὥσπερ οὐδ' ἱππεύεν οὐδὲ δαμαγορέν· ἐγὼ δὲ τὰ μέν τινα νομίζω ἀνδρὸς ἦμεν ἴδια, τὰ δὲ γυναικός, τὰ δὲ κοινὰ ἀνδρὸς καὶ γυναικός, τὰ δὲ μᾶλλον ἀνδρὸς ἢ γυναικός, τὰ δὲ μᾶλλον γυναικὸς ἢ ἀνδρός. ἴδια μὲν ἀνδρὸς τὸ στραταγὲν καὶ πολιτεύεσθαι καὶ δαμαγορέν, ἴδια δὲ γυναικὸς τὸ οἰκουρὲν καὶ ἔνδον μένεν καὶ ἐκδέχεσθαι καὶ θεραπεύεν τὸν ἄνδρα. κοινὰ δὲ φαμὶ ἀνδρείαν καὶ δικαιοσύναν καὶ φρόνασιν· καὶ γὰρ τὰς τῶ σώματος ἀρετὰς ἔχεν πρέπον καὶ ἀνδρὶ καὶ γυναικὶ καὶ τᾶς ψυχᾶς ὁμοίως· καὶ ὡς ὑγιαίνεν τῷ σώματι ἀμφοτέροις ὠφέλιμον, οὕτως ὑγιαίνεν τᾷ ψυχᾷ· σώματος δὲ ἦμεν ἀρετὰς ὑγείαν ἰσχὺν εὐαισθησίαν κάλλος. τὰ δὲ μᾶλλον ἀνδρὶ καὶ ἀσκὲν καὶ ἔχεν οἰκεῖόν ἐντι, τὰ δὲ μᾶλλον γυναικί. ἀνδρότατα μὲν γὰρ καὶ φρόνασιν μᾶλλον ἀνδρὶ καὶ διὰ τὰν ἕξιν τοῦ σώματος καὶ διὰ τὰν δύναμιν τᾶς ψυχᾶς, σωφροσύναν δὲ γυναικί.
διὸ δεῖ περὶ σωφροσύνας παιδευομέναν γνωρίζεν, ἐκ πόσων τινῶν καὶ ποίων τοῦτο τἀγαθὸν τᾷ γυναικὶ παραγίνεται. φαμὶ δὴ ἐκ πέντε τούτων· πρᾶτον μὲν ἐκ τᾶς περὶ τὰν εὐνὰν ὁσιότατός τε καὶ εὐσεβείας· δεύτερον δὲ ἐκ τῶ κόσμω τῶ περὶ τὸ σῶμα· τρίτον <δ'> ἐκ τῶν ἐξόδων τῶν ἐκ τᾶς ἰδίας οἰκίας· τέταρτον δ' ἐκ τῶ μὴ χρέεσθαι τοῖς ὀργιασμοῖς καὶ ματρῳασμοῖς· πέμπτον δ' ἐν τᾷ θυσίᾳ τᾷ πρὸς τὸ θεῖον εὐλαβέα ἦμεν καὶ μετρίαν. τούτων δὲ μέγιστον αἴτιον καὶ συνεκτικώτατον τᾶς σωφροσύνας τὸ περὶ τὰν εὐνὰν ἦμεν ἀδιάφθορον καὶ ἄμικτον θυραίω ἀνδρός.
πρᾶτον μὲν γὰρ εἰς τοῦτο παρανομοῦσα ἀδικεῖ γενεθλίους θεούς, οἴκῳ καὶ συγγενείᾳ οὐ γνασίους ἐπικούρους ἀλλὰ νόθους παρεχομένα· ἀδικεῖ δὲ τοὺς φύσει θεούς, οὕσπερ ἐπομόσασα μετὰ τῶν αὑτᾶς πατέρων τε καὶ συγγενῶν συνελεύσεσθαι ἐπὶ κοινωνίᾳ βίῳ καὶ τέκνων γενέσει τᾷ κατὰ νόμον· ἀδικεῖ δὲ καὶ τὰν αὑτᾶς πατρίδα, μὴ ἐμμένουσα τοῖς ἐνδιατεταγμένοις. ἔπειτα ἐπὶ τούτοις ἀμβλακίσκεν, ἐφ' οἷς τὸ μέγιστον τῶν προστίμων ὥρισται θάνατος διὰ τὰν ὑπερβολὰν τοῦ ἀδικήματος, ἔκθεσμον καὶ ἀσυγγνωμονέστατον εἶμεν ἁδονᾶς ἕνεκεν ἁμαρτάνεν καὶ ὑβρίζεν· ὕβριος δὲ πάσας πέρας ὄλεθρος. Stob. 4.23.61a p. 591 He. (Mullach 2 p. 36) Ἐν ταὐτῷ. Κἀκεῖνο δὲ χρὴ διαλογίζεσθαι, ὡς οὐδὲν καθάρσιον εὑρήσει τᾶς ἀμπλακίας ταύτας ἄκος, ὥστε ὡς ἱερὰ θεῶν καὶ βωμὼς ποτερχομέναν εἶμεν ἁγνὰν καὶ θεοφιλάταν· ἐπὶ γὰρ ταύτᾳ τᾷ ἀδικίᾳ μάλιστα καὶ τὸ δαιμόνιον ἀσυγγνωμόνητον γίνεται.
κάλλιστος δὲ κόσμος γυναικὸς ἐλευθέρας πρᾶτόν τε κῦδος τὸ διὰ τῶν αὐτᾶς τέκνων ἐπιμαρτύρασθαι τὰν σωφροσύναν τὰν ποτὶ τὸν ἄνδρα, αἴκα τὸν τύπον τᾶς ὁμοιότατος ἐπιφέρωντι τῶ κατασπείραντος αὐτὰ πατρός. καὶ περὶ μὲν εὐνᾶς οὕτως ἔχει· περὶ δὲ τοῦ κόσμου τοῦ περὶ τὸ σῶμα δοκεῖ μοι οὕτως. δεῖ λευχείμονα εἶναι καὶ ἁπλοικὰν καὶ ἀπερίσσευτον. ἐσσεῖται δὲ τοῦτο, αἴκα μὴ διαφανέεσσι μηδὲ διαποικίλοις μηδὲ ἀπὸ βόμβυκος ὑφασμένοις χρᾶται τοῖς περὶ τὸ σῶμα, ἀλλὰ μετρίοις καὶ λευκοχρωμάτοις· οὕτω γὰρ τὸ μᾶλλον κοσμεῖσθαι καὶ τρυφὴν καὶ καλλωπισμὸν φεύξεται, καὶ ζᾶλον οὐκ ἐμποιήσει μοχθηρὸν ταῖς ἄλλαις. χρυσὸν δὲ καὶ σμάραγδον ἁπλῶς μὴ περιτίθεσθαι· καὶ γὰρ πολυχρήματον καὶ ὑπεραφανίαν ἐμφαῖνον ποττὰς δαμοτικάς. δεῖ δὲ τὰν εὐνομουμέναν πόλιν, ὅλαν αὐτὰν δι' ὅλας τεταγμέναν, συμπαθέα τε καὶ ὁμοιόνομον εἶμεν, ἀπερύκεν δὲ καὶ δαμιοεργὼς ἐκ τᾶς πόλιος τὼς ἐργαζομένως τὰ τοιαῦτα.
χρώματι δὲ φαιδρύνεσθαι τὰν ποτῶπα μὴ ἐπακτῷ καὶ ἀλλοτρίῳ, τῷ δ' οἰκῄῳ τῶ σώματος δι' αὐτῷ τῶ ὕδατος ἀπολουοέμναν, κοσμὲν δὲ μᾶλλον αὑτὰν αἰσχύνᾳ· καὶ γὰρ τὸν συμβιῶντα καὶ αὑτὰν ἔντιμον παρέξεται.
τὰς δὲ ἐξόδους ἐκ τᾶς οἰκίας ποιεῖσθαι τὰς γυναῖκας τὰς δαμοτελέας θυηπολούσας τῷ ἀρχαγέτᾳ θεῷ τᾶς πόλιος ὑπὲρ αὑτᾶς καὶ τῶ ἀνδρὸς καὶ τῶ παντὸς οἴκω· ἔπειτα μήτε ὄρφνας ἀνισταμένας μήτε ἑσπέρας ἀλλὰ πλαθυούσας ἀγορᾶς καταφανέα γινομέναν τὰν ἔξοδον ποιεῖσθαι θεωρίας ἕνεκά τινος ἢ ἀγορασμῶ οἰκῄω μετὰ θεραπαίνας μιᾶς ἢ καττὸ πλεῖστον δύο εὐκόσμως χειραγωγουμέναν.
τὰς δὲ θυσίας λιτὰς παριστάμεν τοῖς θεοῖς καὶ καττὰν δύναμιν, ὀργιασμῶν δὲ καὶ ματρῳασμῶν τῶν κατ' οἶκον ἀπέχεσθαι. καὶ γὰρ ὁ κοινὸς νόμος ἀπερύκει τᾶς πόλιος ταῦ<τα> τὰς γυναῖκας ἐπιτελέν, καὶ ἄλλως καὶ ὅτι μέθας καὶ ἐκστάσιας ψυχᾶς ἐπάγοντι ταὶ θρησκεύσιες αὗται· τὰν δ' οἰκοδέσποιναν καὶ προκαθεζομέναν οἴκω δεῖ σώφρονα καὶ ἀνέπαφον ποτὶ πάντα ἦμεν.
Ἡ γυναῖκα πρέπει νὰ εἶναι γενικὰ ἀγαθὴ καὶ κόσμια. Καὶ ποτὲ δὲν θὰ εἶναι τέτοια δίχως ἀρετή. Διότι κάθε ἀρετὴ ποὺ ἀναφέρεται σὲ ἕνα πρᾶγμα, ἔχει σπουδαιότητα μόνο σχετικὰ μ᾿ αὐτό. Ἡ ἀρετὴ τῆς ὅρασης εἶναι σπουδαία γιὰ τὰ μάτια, τῆς ἀκοῆς γιὰ τὰ αὐτιά, τοῦ ἀλόγου γιὰ τὰ ἄλογα καὶ τοῦ ἀνδρὸς γιὰ τοὺς ἄνδρες. Ἔτσι καὶ ἡ ἀρετὴ τῆς γυναίκας, γιὰ τὶς γυναῖκες. Καὶ σπουδαιότερη ἀρετὴ τῆς γυναίκας εἶναι ἡ σωφροσύνη. Ἐπειδὴ μὲ αὐτὴ τὴν ἀρετὴ θὰ μπορεῖ νὰ τιμᾷ καὶ νὰ ἀγαπᾷ τὸν ἄνδρα της.Πολλοὶ ἴσως νομίζουν ὅτι δὲν ἁρμόζει στὴ γυναῖκα νὰ φιλοσοφεῖ, οὔτε νὰ ἱππεύει, οὔτε νὰ βγάζει λόγους. Ἐγὼ ὅμως νομίζω ὅτι ὁρισμένα ἔργα εἶναι ἀποκλειστικῶς τοῦ ἄνδρα, ἄλλα εἶναι τῆς γυναίκας καὶ ἄλλα ὅτι εἶναι κοινὰ καὶ στοὺς δυό· ἐπίσης μερικὰ ταιριάζουν περισσότερο στὸν ἄνδρα παρὰ στὴ γυναῖκα, ἐνῷ ἄλλα περισσότερο στὴ γυναῖκα παρὰ στὸν ἄνδρα. Τὰ εἰδικὰ καθήκοντα τοῦ ἄνδρα εἶναι ἡ ἄσκηση τῆς στρατηγίας, τῆς πολιτικῆς καὶ οἱ δημόσιες ὁμιλίες. Ἀποκλειστικὰ ἔργα τῆς γυναίκας εἶναι τὸ νοικοκυριό, ἡ διαμονὴ στὸ σπίτι καὶ τὸ καλωσόρισμα καὶ ἡ φροντίδα τοῦ ἄνδρα. Κοινὲς ἰδιότητες ποὺ πρέπει νὰ ἔχουν ὁ ἄνδρας καὶ ἡ γυναῖκα εἶναι ἡ ἀνδρεία, ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ φρόνηση. Καὶ πράγματι, πρέπει καὶ ὁ ἄνδρας καὶ ἡ γυναῖκα νὰ ἔχουν τὶς ἀρετὲς τοῦ σώματος, καθὼς ἐπίσης καὶ τὶς ἀρετὲς τῆς ψυχῆς. Καὶ ὅπως εἶναι καὶ στοὺς δυὸ ὠφέλιμη ἡ ὑγεία στὸ σῶμα, τὸ ἴδιο εἶναι ὠφέλιμη ἡ ὑγεία τῆς ψυχῆς. Ἀρετὲς τοῦ σώματος εἶναι ἡ ὑγεία, ἡ ἰσχύς, ἡ εὐαισθησία καὶ ἡ ὀμορφιά. Ἀπὸ τὶς ἀρετὲς αὐτὲς μερικὲς εἶναι πιὸ οἰκεῖο στὸν ἄνδρα νὰ τὶς ἀσκεῖ καὶ νὰ τὶς ἔχει καὶ ἄλλες περισσότερο στὴ γυναῖκα. Ἡ ἀνδροπρέπεια καὶ ἡ φρόνηση ταιριάζουν περισσότερο στὸν ἄνδρα καὶ γιὰ τὴν εὐεξία τοῦ σώματος καὶ γιὰ τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς, ἐνῷ ἡ σωφροσύνη στὴ γυναῖκα.
Γι᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ ἐκπαιδεύεται στὴ σωφροσύνη καὶ νὰ γνωρίζει ἡ γυναῖκα ἀπὸ πόσα καὶ ποιὰ στοιχεῖα ἐξαρτᾶται αὐτὸ τὸ ἀγαθό. Λέω λοιπὸν ἀπὸ πέντε: πρῶτον, ἀπὸ τὴν εὐσέβεια καὶ τὸ σεβασμὸ τῆς συζυγικῆς σχέσεως. Δεύτερον, ἀπὸ τὸ στολισμὸ τοῦ σώματος. Τρίτον, ἀπὸ τὶς ἐξόδους τῆς γυναίκας ἀπὸ τὸ σπίτι της. Τέταρτον, ἀπὸ τὴν ἀποχὴ ἀπὸ ὀργιαστικὲς τελετὲς καὶ «μητρωασμούς» (ἑορτὲς πρὸς τιμὴν τῆς μητέρας τῶν θεῶν Κυβέλης). Πέμπτον, ἀπὸ τὴν εὐλάβεια καὶ μετριοπάθεια στὶς θυσίες ποὺ γίνονται πρὸς τοὺς θεούς. Ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ τὸ σπουδαιότερο αἴτιο καὶ συνεκτικὸ στοιχεῖο τῆς σωφροσύνης εἶναι ἡ ἀδιάφθορη συζυγικὴ σχέση ποὺ δὲν μολύνεται ἀπὸ σχέσεις μὲ ἄλλους ἄνδρες.
Διότι, παραβαίνοντας αὐτό, ἀδικεῖ πρῶτα τοὺς γενέθλιους θεοὺς καὶ εἰσάγει στὴν οἰκογένεια καὶ στὸ σόι ὄχι γνήσια ἀλλὰ νόθα τέκνα. Ἔπειτα, ἀδικεῖ τοὺς θεοὺς τῆς φύσεως, ποὺ στὸ ὄνομά τους ὁρκίστηκε μαζὶ μὲ τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς συγγενεῖς της νὰ ἑνώσει τὴ ζωή της μὲ τὸν ἄνδρα καὶ νὰ ἀποκτήσουν νόμιμα τέκνα. Ἔπειτα ἀδικεῖ καὶ τὴν πατρίδα, διότι δὲν μένει πιστὴ στὰ καθιερωμένα. Ἔπειτα, τὸ νὰ παραβαίνει αὐτά, γιὰ τὰ ὁποῖα μέγιστη ποινὴ ἔχει ὁριστεῖ ὁ θάνατος, λόγω τῆς σπουδαιότητας τοῦ ἀδικήματος, εἶναι ἀθέμιτο καὶ ἀσυγχώρητο, νὰ ἁμαρτάνει δηλαδὴ καὶ νὰ ἀτιμάζει γιὰ χάρη τῆς ἡδονῆς. Καὶ ἡ κατάληξη κάθε ἀτιμίας εἶναι ἡ καταστροφή. Καὶ πρέπει νὰ σκέφτεται ἡ γυναῖκα ὅτι δὲν θὰ μπορέσει νὰ καθαρθεῖ ἀπὸ μία τέτοια ἁμαρτία, ὥστε νὰ μπορεῖ μετὰ νὰ προσέρχεται στοὺς ναοὺς τῶν θεῶν καὶ στοὺς βωμοὺς ἁγνὴ καὶ ἀγαπητὴ στοὺς θεούς. Διότι σὲ τέτοια ἀδικήματα καὶ ὁ θεὸς εἶναι ἀνεξιλέωτος. Τὸ καλύτερο κόσμημα τῆς ἐλεύθερης γυναίκας εἶναι νὰ κάνει ὅ,τι εἶναι σωστὸ καὶ νὰ ἐπιβεβαιώνει μὲ τὰ χαρακτηριστικὰ τῶν παιδιῶν ποὺ φέρνει στὸν κόσμο τὴν πίστη καὶ τὴν ἀφοσίωση στὸν ἄνδρα της, ἂν φέρουν τὰ σημάδια ὁμοιότητας μὲ τὸν πατέρα ποὺ τὰ ἔσπειρε. Αὐτὰ λοιπὸν γιὰ τὴ συζυγικὴ πίστη.
Τώρα γιὰ τὸ στολισμὸ τοῦ σώματος πιστεύω τὰ ἑξῆς. Πρέπει νὰ εἶναι λευκοντυμένη, ἁπλὴ καὶ ἀνεπιτήδευτη. Καὶ θὰ εἶναι ἔτσι ἂν δὲν φοράει διαφανῆ καὶ πολύχρωμα οὔτε μεταξωτὰ φορέματα ἀλλὰ σεμνὰ καὶ λευκοῦ χρώματος. Ἔτσι θὰ ἀποφύγει τὰ ὑπερβολικὰ στολίδια, τὴν πολυτέλεια καὶ τὸν καλλωπισμὸ καὶ δὲν θὰ ἐμπνεύσει τὴ μοχθηρὴ ζήλεια στὶς ἄλλες. Χρυσαφικὰ καὶ σμαράγδια νὰ μὴ φοράει, ἐπειδὴ φανερώνουν ἐπίδειξη πλούτου καὶ ὑπερηφάνεια ἀπέναντι στὶς γυναῖκες τοῦ λαοῦ. Πρέπει καὶ ἡ πολιτεία, ἂν εὐνομεῖται, νὰ ὁρίζει αὐτὰ γιὰ ὅλες τὶς γυναῖκες, νὰ βοηθάει μὲ μία ἑνιαία νομοθεσία, ἔτσι ὥστε νὰ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν πολιτεία τοὺς τεχνῖτες ποὺ κατασκευάζουν τέτοια κοσμήματα.
Καὶ νὰ μὴ στολίζει τὸ πρόσωπό της μὲ τεχνητὰ καὶ ξένα χρώματα. Ἀλλὰ νὰ ἀρκεῖται στὸ φυσικὸ χρῶμα τοῦ σώματος, τὸ ὁποῖο νὰ λούζει μὲ σκέτο νερὸ καὶ νὰ φροντίζει νὰ στολίζεται μᾶλλον μὲ τὴ σεμνότητα. Ἔτσι θὰ τιμάει καὶ τὸν ἄνδρα της καὶ τὸν ἑαυτό της.
Καὶ οἱ ἔξοδοι τῆς γυναίκας ἀπὸ τὸ σπίτι ἂς εἶναι γιὰ τὶς δημόσιες θυσίες πρὸς τιμὴν τοῦ πολιούχου θεοῦ, ἱκετεύοντάς τον νὰ προστατεύει τὴν ἴδια, τὸν ἄνδρα της καὶ ὅλη τὴν οἰκογένεια. Ἔπειτα νὰ μὴ σηκώνεται καὶ βγαίνει οὔτε τὴ βαθιὰ νύχτα, οὔτε τὸ δειλινό, ἀλλὰ τὴν ἡμέρα ποὺ ἡ ἀγορὰ εἶναι γεμάτη, γιὰ νὰ εἶναι ὁλοφάνερη ἡ ἔξοδός της, ποὺ πρέπει νὰ γίνεται ἢ γιὰ κάποιο θέαμα ἢ γιὰ ψώνια δικά της, καὶ τότε πάλι μὲ μιὰ ἢ τὸ πολὺ δυὸ ὑπηρέτριες ποὺ θὰ τὴν συνοδεύουν μὲ κοσμιότητα.
Νὰ προσφέρει λιτὲς θυσίες στοὺς θεοὺς καὶ ἀνάλογα μὲ τὶς δυνάμεις της καὶ νὰ ἀποφεύγει τὶς ὀργιαστικὲς τελετὲς καὶ τοὺς μητρωασμοὺς στὰ σπίτια. Διότι οἱ κοινοὶ νόμοι τῆς πολιτείας ἀπαγορεύουν στὶς γυναῖκες νὰ τελοῦν τέτοια ὄργια καὶ γιὰ ἄλλους λόγους, ἀλλὰ καὶ διότι αὐτὲς οἱ θρησκευτικὲς τελετὲς συνοδεύονται μὲ μεθύσια καὶ ἐκστασιασμὸ τῆς ψυχῆς. Ἐνῷ ἡ οἰκοδέσποινα καὶ αὐτὴ ποὺ ἔχει τὴν πρωτοκαθεδρία στὸ σπίτι πρέπει νὰ εἶναι πάντα σώφρων καὶ ἄθικτη.
nektar

Feature (Side)

Πρόσφατα

Random

*

Archives

© 2013 Point of view. All rights resevered. Designed by | point me