Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

AD (728x90)

  • 2793 Pine St

  • 1100 Broderick St

  • 868 Turk St

  • 420 Fell St

Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους



Στίλπων και Θεόδωρος
Γράφει ο Δημήτρης Γερμιώτης*
Η αρχαία ελληνική φιλοσοφία, ήδη από τον 6ο αιώνα της Αρχαιότητας στράφηκε στην αναζήτηση της αλήθειας και την αμφισβήτηση της παράδοσης. Είναι η περίοδος της μετάβασης από τον Μύθο στον Λόγο. Ο 5ος και ο 4ος. αιώνες υπήρξαν ιδιαίτερα γόνιμοι όσον αφορά την καλλιέργεια του αυτού του πνεύματος. Οι άνθρωποι της εποχής εκείνης διακατέχονταν από πνευματικές ανησυχίες και αναζητήσεις και εξέταζαν με κριτική διάθεση τις παραδοσιακές αντιλήψεις και τους μύθους. Τα προβλήματα που απασχόλησαν τους φιλόσοφους ήταν η προέλευση και η λειτουργία εννοιών όπως το Όν, η Γνώση, η Αλήθεια, ο Νόμος, η Φύση, η Μεταφυσική, η Πολιτεία, η Ηθική, η Τέχνη, το Υπερβατικό, το Απόλυτο. Γενικότερα, οτιδήποτε αφορούσε ή σχετιζόταν με τη ζωή και τον Άνθρωπο ήταν δυνατό να αποτελέσει φιλοσοφικό πρόβλημα. Απαραίτητη προϋπόθεση του φιλοσοφικού στοχασμού ήταν η έλλειψη έτοιμων απαντήσεων και αντίθετα η απορία. Αναρωτιόνταν δηλαδή οι άνθρωποι για την ίδια τους την ύπαρξη και για τον κόσμο που τους περιέβαλλε.
Με τον Σωκράτη σημειώνεται τομή στην αρχαία φιλοσοφία. Οι πριν από αυτόν φιλόσοφοι είχαν ασχοληθεί κατά κύριο λόγο με τη φύση και τον εξωτερικό κόσμο γενικότερα, ενώ αυτός έστρεψε την προσοχή του στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Το κακό είναι πως ο Σωκράτης δεν έγραψε ούτε μία γραμμή και όσα ξέρουμε για τη διδασκαλία του (που μόνο διδασκαλία δεν ήταν αφού εκτός που διακήρυσσε πως «το μόνο που ξέρει είναι πως δεν ξέρει τίποτα», πιο πολύ ρωτούσε τους «μαθητές» του παρά τους δίδασκε) προέρχονται κυρίως από τον Πλάτωνα και δευτερευόντως από τον Ξενοφώντα.
Αν κρίνουμε όμως από το τι πρέσβευαν και τι δίδαξαν οι πολυάριθμοι εταίροι-μαθητές του, καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως μάλλον δε μας τα λέει καλά ο Πλάτων, γιατί πώς εξηγείται ο Ευκλείδης, ο Αντισθένης, ο Αρίστιππος και τόσοι άλλοι να διατυπώνουν ιδέες όχι μόνο ριζικά διαφορετικές αλλά τελείως αντίθετες με τις πλατωνικές.
Ο Ευκλείδης είναι ο ιδρυτής της λεγόμενης Μεγαρικής ή Εκλεκτικής Σχολής και με τη διδασκαλία του ήθελε να συνδυάσει τις σωκρατικές απόψεις με την Ελεατική Σχολή. Ο Ευκλείδης δίδασκε πως το Όν το "Εν" των Ελεατών και ταυτίζεται με το "Αγαθόν", που αποτελεί το ανώτατο αντικείμενο της φιλοσοφίας του, και το οποίο αποτελεί τη μόνη πραγματικότητα. Επιπλέον, αρνήθηκε την ύπαρξη του αντιθέτου προς αυτό, δηλαδή του «Κακού», που η πλατωνική φιλοσοφία το αποδέχεται, ενώ ήταν σαφώς αντίθετος με τις πλατωνικές θεωρίες περί προϋπαρχουσών ιδεών.
Μετά τον θάνατο του Ευκλείδη το 380 π.Χ. η Μεγαρική Σχολή συνέχισε την πορεία της στον κόσμο του φιλοσοφικού στοχασμού αποκλίνοντας, όμως, σημαντικά από τα διδάγματα του ιδρυτή της. Αυτή την εποχή οι Μεγαρείς φιλόσοφοι παύουν να ενδιαφέρονται για πρακτικά θέματα, ακολουθούν περισσότερο την Εριστική, μελετούν διάφορα παράδοξα και προσεγγίζουν με πρωτότυπο τρόπο προβλήματα της λογικής. Βασικά στοιχεία σύνδεσης της Μεγαρικής Σχολής με την Εριστική αποτελούν οι ευφυείς επινοήσεις και τα γνωστά της σοφίσματα. Η νέα αυτή τάση στη Φιλοσοφική σκέψη της Μεγαρικής Σχολής εκπροσωπείται από νέους φιλόσοφους, που διαδέχθηκαν τον Ευκλείδη στην ηγεσία της, όπως ο Ευβουλίδης ο Μιλήσιος, ο Διόδωρος ο Κρόνος από την Καρία και ο Στίλπων, επίσης από τα Μέγαρα, όπου έζησε ως τα βαθιά γεράματα..
Ο Στίλπων, πιστός στη μεταφυσική αρχή της ενότητας, πολέμησε επίσης τη θεωρία των ιδεών του Πλάτωνα, ενώ, συμφωνώντας με τον Διογένη τον κυνικό δίδασκε πως το ανώτατο αγαθό για τον άνθρωπο πρέπει να είναι η απάθεια και πως ο φιλοσοφημένος άνθρωπος είναι αυτάρκης και δεν έχει ανάγκη περιουσίας ή φίλων για να ευτυχήσει.
Εκείνη την εποχή ο Δημήτριος ο Πολιορκητής, βασιλιάς της Μακεδονίας κατέλαβε και λεηλάτησε τα Μέγαρα. Όταν ρώτησε τον Στίλπωνα αν κατά τη λεηλασία οι στρατιώτες του πήραν κάποιο περιουσιακό στοιχείο, ο Στίλπων απάντησε: «Δεν παρατήρησα κανέναν να αποκομίζει την Επιστήμη».
Αργότερα συγκρούστηκε με τον προκάτοχό του στην ηγεσία της Μεγαρικής Σχολής Διόδωρο τον Κρόνο, σε συζήτηση που έγινε μπροστά στον βασιλιά Πτολεμαίο. Όπως αναφέρει ο Διογένης ο Λαέρτιος, ο Διόδωρος δε μπόρεσε  να δώσει απάντηση στα διαλεκτικά προβλήματα που του υπέβαλε ο Στίλπων και ο Πτολεμαίος τον ειρωνεύθηκε για την άγνοια του. Ο Διόδωρος προσβλήθηκε βαριά και έφυγε. Κατόπιν για να αντικρούσει τον Στίλπωνα έγραψε ολόκληρο βιβλίο, έπεσε όμως σε βαριά κατάθλιψη και τελικά πέθανε!
Όταν κάποτε βρέθηκε στην Αθήνα ο Στίλπων σε συζήτηση που είχε με άλλους φιλοσόφους αρνήθηκε τη θεότητα της Αθηνάς. Αυτό κάποιοι το θεώρησαν πολύ βαρύ και τον καταμήνυσαν για αθεϊα στον Άρειο Πάγο. Ο Στίλπων όμως τη γλίτωσε με ένα καλαμπούρι. Απολογούμενος είπε στους δικαστές: «Λέγοντας πως η Αθηνά δεν είναι θεός εννοούσα πως ως γυναίκα είναι θεά».
Οι αρεοπαγίτες, που είχαν την αίσθηση του χιούμορ, δέχτηκαν την εξήγησή του και τον απάλλαξαν. Βγαίνοντας όμως ο Στίλπων από το δικαστήριο συνάντησε τον κυρηναϊκό φιλόσοφο Θεόδωρο, τον επιλεγόμενο Άθεο, που του έκανε την εξής ασεβέστατη ερώτηση
«Και δε μου λες βρε Στίλπων, πώς εξακρίβωσες πως η Αθηνά είναι θεά και όχι θεός; Σήκωσες μήπως το ιμάτιο της και είδες τον «κήπο» της;»
Αυτός ο Θεόδωρος ήταν μαθητής του Αρίστιππου του νεώτερου, εγγονού ενός άλλου μαθητή του Σωκράτη, του Αρίστιππου του πρεσβύτερου, του ιδρυτή της Κυρηναϊκής ή Ηδονιστικής Σχολής. Οι απόψεις του ήταν παράτολμες και ο τρόπος που τις διατύπωνε τόσο αλαζονικός και επιθετικός, ώστε έγινε αντιπαθής σε όλους. Θεωρούσε τη θλίψη κακό και στόχο των ανόητων και την τέρψη αγαθό και στόχο των ευφυών. Περιφρονούσε τη φιλία και εύρισκε μωρία το να θυσιάζεται κανείς για την πατρίδα. Υποστήριζε πως ο χαρακτηρισμός των πράξεων του ανθρώπου ενάρετων ή διεφθαρμένων είναι σχετικός, γιατί πρέπει να κρίνονται από το αποτέλεσμά τους. Υπό  ορισμένες συνθήκες επιτρέπεται η ληστεία, η ακολασία, ακόμα και η ιεροσυλία.
Τελικά τον παραπέμψανε για αθεϊα στον Άρειο Πάγο, όπου όμως τον υπερασπίστηκε ο Δημήτριος ο Φαληρέας και το δικαστήριο απλώς τον εξόρισε από την Αθήνα. Ο Θεόδωρος πήγε στην Αίγυπτο αλλά και από εκεί τον εξόρισαν, οπότε κατέφυγε στην Κυρήνη, την πατρίδα του και όταν τον εξόρισαν και από εκεί ξαναγύρισε στην Ελλάδα.
Από όσα γράφω συνάγεται πως οι αρχαίοι Έλληνες αντιμετώπιζαν με ανεκτικότητα και μετριοπάθεια απόψεις τελείως αντίθετες με τα καθιερωμένα. Σε ολόκληρη της ιστορία της αρχαίας Ελλάδας δίκες με την κατηγορία του αθεϊσμού, που κατέληξαν σε θανατικές καταδίκες, δεν ξεπερνούν σε αριθμό τα δάχτυλα των δύο χεριών μας.
via

Το Υπέρτατο Ον μέσα από τα μάτια του ψυχαναλυτή



Το εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο του πατέρα Νικόλαου Λουδοβίκου Ψυχανάλυση και Ορθόδοξη Θεολογία διαβάσαμε αυτές τις μέρες. Το βιβλίο συνίσταται σε μια ενότητα τεσσάρων κειμένων - τα τρία από αυτά αποτελούν κείμενα από διαλέξεις που έχει δώσει ο συγγραφέας του βιβλίου - που στόχο τους έχουν να συσχετίσουν κάποιες κεντρικές θεολογικές έννοιες με συγγενικές προς αυτές, κατά τη γνώμη του συγγραφέα, προβληματικές της ψυχανάλυσης και να καταστεί δυνατόν, μέσα από μια επιχειρηματολογία, την οποία προσωπικά βρήκαμε άκρως ενδιαφέρουσα, ν' αποκατασταθεί ένας δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα στους τόσο αφιστάμενους μεταξύ τους, φαινομενικά τουλάχιστον, χώρους της Θεολογίας και της Ψυχανάλυσης. Ο συγγραφέας του βιβλίου, άτομο ευρείας παιδείας και όσον αφορά τους τομείς της Ψυχολογίας και της Φιλοσοφίας, θα χρησιμοποιήσει ως κεντρικό μοχλό της επιχειρηματολογίας του τη διδασκαλία του Ζακ Λακάν (Jacques Lacan), η οποία τον έχει απασχολήσει κατά τις ώρες μελέτης της νεότητάς του, θα προσπαθήσει δε να φωτίσει «ψυχαναλυτικά», και όχι μόνον, τρεις κεντρικές έννοιες της πατερικής διδασκαλίας: την έννοια της επιθυμίας, της καθολικότητας και της εσχατολογίας.
Οσον αφορά την πρώτη από τις τρεις έννοιες, την επιθυμία: ο συγγραφέας ξεκινά ως μια αναδρομή στις κατευθυντήριες γραμμές τής νεωτερικότητας, όπως τούτη εκφράστηκε θεμελιακά ως λόγος του υποκειμένου. Περνώντας από την αξιολόγηση του έργου του Μπούμπερ (Buber) και του Λεβινάς (Levinas), όσον αφορά τη συνεισφορά τους σχετικά με το πρόβλημα της διυποκειμενικότητας, ο συγγραφέας εστιάζει σ' αυτόν καθεαυτόν τον σχηματισμό του υποκειμένου στον Lacan - σχηματισμός ο οποίος επιχειρείται μέσω της επιθυμίας. Το εσωτερικά διχασμένο υποκείμενο του Λακάν δεν είναι ξένο ως προς την υποκειμενοκεντρική σκέψη, αν και η ρήξη του γάλλου ψυχαναλυτή με τον Καρτέσιο είναι ξεκάθαρη: ας διαβάσουμε τον Καρτέσιο σαν ένα Εφιάλτη, θα πει ο Λακάν θεματοποιώντας το υποκείμενο ως κάτι που φέρει κεντρική σχάση.
Η επιθυμία αποτελεί έννοια -κεντρική κατηγορία της ψυχανάλυσης- κληρονομημένη από τον Φρόυντ (Freud). Ο Λακάν διαφοροποιείται ως προς τον Φρόυντ: η επιθυμία δεν συνιστά μονάχα ακραία εκδήλωση του ενστίκτου, μα επικοινωνιακό λόγο και όρο συγκρότησης του ανθρώπινου υποκειμένου· η επιθυμία απευθύνεται προς τον Αλλον και ως «επιθυμία του Αλλου» επιτρέπει μια διυποκειμενική συγκρότηση του υποκειμένου μέσω του Αλλου - σημείο κομβικό στη σκέψη του συγγραφέα μέσα από έναν προσανατολισμό που έρχεται ν' αγγίξει τις θεολογικές έννοιες της «περιχώρησης» και του «ομοουσίου». Ο συγγραφέας δεν διστάζει ν' ασκήσει, σ' αυτό το σημείο, κριτική στη «ναρκισσιστική», κατά τη γνώμη του, έννοια της δυτικής διυποκειμενικότητας, όπου «ο Αλλος δεν υπάρχει οντολογικά εντός μου, μα τον χρησιμοποιώ σε μια στιγμή και το θέμα μένει στο επίπεδο του φαντασιακού, στο στάδιο του καθρέφτη». Η επισήμανση πως στα όριά της «η ανθρώπινη επιθυμία δεν έχει αντικείμενο» (σ. 23), επιτρέπει στον συγγραφέα να μιλήσει «για μια καθαρή επιθυμητικότητα» (σ. 32), που τελικά μέσα από το λακανικό σχήμα μάς ανοίγει προς «το πατερικό σχήμα» της βλέψης προς την ενότητα - βλέψη τελικά του ανθρώπου προς τον ίδιο τον Θεό.
Σαν Κόλαση βλέπει ο συγγραφέας την απουσία του διαλόγου, την απουσία τού εσύ, μέσα στο οποίο καθρεφτίζεται μοναδικά το εγώ. «Λείπει ο τρόπος ν' αγαπηθώ, λείπει η επιθυμία του Αλλου. Αυτό είναι η Κόλαση» (σ. 35). Αν και τούτη η έννοια της Κόλασης διαφέρει από την Κόλαση», με την οποία έζησε το φαντασιακό του δυτικού ανθρώπου για αιώνες, ο πατέρας Νικόλαος Λουδοβίκος θα νεωτερίσει προχωρώντας σε μια τολμηρή συσχέτιση: Για τους Ελληνες ισχύει και αυτό: «Το ον είναι αντικειμενικό, αλλά εγώ υπάρχω και είμαι ζωντανός και εφίεμαι της πλήρους οντότητός μου και έχω μια επιθυμία ανώνυμη και μια κοινωνία χωρίς σκοπό. Ακριβώς γι' αυτό δυσκολευόμαστε να φτιάξουμε εδώ κράτος ευρωπαϊκό» (σ. 97). Προχωρώντας σ' έναν διαχωρισμό της ορθόδοξης πατερικής θεολογίας από τη δυτική, ο συγγραφέας υποστηρίζει πως το μυστήριο του Σταυρού του Χριστού συνιστά τελικά «αποδοχή της επιθυμίας του Αλλου» και το υπέρτατο τούτο νόημα επιτυγχάνεται τελικά στην Ορθόδοξη Θεολογία, σύμφωνα με την «υπόρρητη επιλόγη» του λακανικού σχήματος.
Δεν θα επεκταθούμε περισσότερο πάνω σ' αυτό. Θεωρώντας την προσπάθεια του πατέρα Νικολάου Λουδοβίκου εμπνευσμένη και καθώς ο συγγραφέας του σχολιαζόμενου βιβλίου επιχειρεί να δει την ψυχανάλυση με μια ματιά θεολογική, εμείς θα επιχειρήσουμε, σε πολύ περιορισμένο χώρο, να διανύσουμε την αντίστροφη διαδρομή, να διατυπώσουμε κάποιες σκέψεις πάνω στο θρησκεύεσθαι από σκοπιά ψυχαναλυτική.

Π. Νικόλαος Λουδοβίκος
Ψυχανάλυση και Ορθόδοξη Θεολογία
εκδόσεις Αρμός, σ. 115, ευρώ 8


Είναι μια αποδεκτή θέση στη νεότερη φιλοσοφία -σε πολλές στιγμές της τουλάχιστον- αυτή που εκφράζεται από την ακόλουθη πρόταση: ένας θεός που θα μπορούσε να γίνει γνωστός δεν θα ήταν θεός. Σύμφωνα μ' αυτό το δεδομένο, που υποδηλώνει εξάλλου και μια βαθιά θεολογική πραγματικότητα, θα λέγαμε πως ό,τι καλούμε Υπέρτατο Ον, αν θεωρήσουμε πως κάτι τέτοιο υπάρχει, παρουσιάζεται στον άνθρωπο μέσα από μια «ριζική απουσία». Τούτη η απουσία «του σώματος του θεού» από τα ανθρώπινα πράγματα -και δεν αναφερόμαστε φυσικά στο σώμα του Χριστού της θείας μετάληψης- καθιστά αναγκαία τη σύναψη -αποκατάσταση ίσως;- μιας «σχέσης» με ό,τι καλούμε θεό, σχέση για την οποία ο άνθρωπος είναι καθ' ολοκληρίαν υπεύθυνος. Η σχέση του ανθρώπου με το θείο δεν είναι θέμα της Εκκλησίας, αλλά υπόθεση εξαιρετικά εξατομικευμένη, αφορά τον καθένα από εμάς, καθώς σε κομβικά σημεία της ζωής μας όλοι θελήσαμε, πολλές φορές εναγώνια, να καθορίσουμε και ν' αποσαφηνίσουμε τούτη τη σχέση. Τη σχέση με το θεϊκό και με ό,τι μπορούμε να καλέσουμε Υπέρτατο Ον τη θέτουν οι ίδιοι οι άνθρωποι, την επιλέγουν και τη θέτουν οι άνθρωποι, μέσα από μία ολόκληρη συνάρτηση παραγόντων, και τούτη η στάση συνιστά επιλογή, με την ωριμότερη εκδοχή της έννοιας, καθώς ακόμα και η αθεΐα συνιστά ένα ενδεχόμενο τούτης της επιλογής.
Η θεϊκή πραγματικότητα δεν γίνεται «άμεσα» προσιτή στον άνθρωπο - σε τελική ανάλυση ο άνθρωπος επιλέγει ποιον θεό θέλει, είτε για φίλο είτε για τιμωρό, όντας «Αυτός» περιορισμένος στην αιώνια σιωπή Του. Προσωπικά πιστεύουμε πως η θρησκευτικότητα είναι σάρκα από τη σάρκα του ανθρώπινου πολιτισμού, μια σάρκα αξεχώριστη από τον αρχετυπικό και συμβολικό «σκελετό της» - το υπόβαθρο της ανθρώπινης ψυχής. Αυτή ακριβώς η θρησκευτικότητα είναι που μίλησε για «σωτηρία της ψυχής», μια διατύπωση που έγινε πρόξενος τεράστιων συνεπειών για τους ανθρώπους που την πίστεψαν, πολλές φορές και δυσβάσταχτων.
Παραμένει το ερώτημα, αν ο Χριστιανισμός είναι τελικά γενεσιουργός αιτία για ένα αξιοσημείωτο αίσθημα ενοχής που βαρύνει τη δυτική ανθρωπότητα, πράγμα που πίστευε ο Νίτσε (Nietzsche), ή αν τελικά ένα προϋπάρχον αίσθημα ενοχής, ένα αίσθημα συλλογικής ενοχής τής ανθρωπότητας -που εκφράστηκε εξάλλου και στην τραγωδία- βρήκε έδαφος και βλάστησε στον χριστιανισμό και στο δόγμα της Εκκλησίας. Αν ο δυτικός πολιτισμός, ο πολιτισμός της αισχύλειας Ορέστειας, είναι ενοχικός, τούτη η ενοχή, ακόμη κι αν δεν χαλκεύτηκε από τη θρησκεία, πάντως συντηρήθηκε από αυτήν και επιτάθηκε.
Οχι μόνο χρειάστηκε να ζήσει η ανθρωπότητα «τον Διαφωτισμό», μα έπρεπε τελικά να φτάσουμε στην αποψιλωμένη από θρησκευτικότητα μετανεωτερικότητα, ώστε να απομακρυνθεί από το προσκήνιο η απειλή τής Αιώνιας Καταδίκης. Κι εδώ έρχεται η συμβολή της Ψυχανάλυσης, που εκθέτει τους ασυνείδητους μηχανισμούς που χάλκευσαν τέτοιες κοσμοεικόνες -η Αποκάλυψη αποδεικνύεται αποκάλυψη των ανθρώπινων αδύτων- και που θέτει ως αίτημα την ειρήνευση της ανθρώπινης ψυχής και την τελική συμφιλίωση του ατόμου με τον εαυτό του και με τη βαθύτερη ψυχική του πραγματικότητα, μέσω απενοχοποίησης. Θεωρούμε την απενοχοποίηση του ατόμου κεφαλαιώδους σημασίας, ώστε να μπορέσει κανείς ν' αντιμετωπίσει την πραγματικότητα της όποιας πίστης απροκατάληπτα και μέσα από κριτική σκέψη. Ο Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ (Karl Gustav Jung), ο μεγάλος ψυχίατρος, ο οποίος καταγόταν από οικογένεια ιερέων, θεωρεί τη θανάτωση της κριτικής σκέψης «ύβρι απέναντι στο Αγιο Πνεύμα». Μήπως δεν συμπνέει με το πρόταγμα της σωτηρίας της ψυχής, η τελική απενοχοποίηση του ανθρώπου, η συμφιλίωση με τον βαθύτερό του εαυτό και η επιλογή της θρησκευτικότητάς του με τρόπο μη καταναγκαστικό και κατασταλτικό των βαθύτερων επιθυμιών του;
Από τη στιγμή που η Ψυχανάλυση θεματοποιεί τη libido, και τη σεξουαλική επιθυμία, ως μία από τις ορίζουσες του ανθρώπου, είναι δεδομένο και στην ψυχαναλυτική θεωρία και πρακτική πως η τελική επίτευξη της ολοκλήρωσης της προσωπικότητας δεν είναι δυνατή δίχως την ενσωμάτωση από το άτομο της σεξουαλικότητάς του και από την πλήρη αποδοχή τούτης της σεξουαλικότητας. Φανταζόμαστε έναν Θεό που θ' αποδέχεται την ανθρώπινη σεξουαλικότητα αλλά και δραστηριότητα, έναν Θεό που πέρα απ' οτιδήποτε άλλο θ' αναγνωρίζει στον άνθρωπο κάποιες «δεύτερες σκέψεις» -εφόσον αυτές είναι φυσιολογικές και υπαρκτές σε όλους ανεξαιρέτως-, έναν Θεό που θ' αγαπά «το σκοτεινό κομμάτι» του ανθρώπου, αντιμετωπίζοντάς τον ως ψυχοσωματική ολότητα και όχι ως καταπιεσμένη και φοβισμένη ύπαρξη.
Ο πατέρας Νικόλαος Λουδοβίκος μέσα από το βιβλίο του προάγει μια ιδιαίτερα πεφωτισμένη προσέγγιση της θεολογικής πραγματικότητας, η ένστασή μας όμως πάνω σε όλα αυτά είναι πως αυτή καθεαυτήν η χριστιανική θρησκεία ως διδασκαλία της Εκκλησίας και ως αυτό που ακολουθήθηκε ως πίστη από τους δυτικούς ανθρώπους, ουδέποτε υπήρξε πεφωτισμένη, αντιθέτως μέσα από τον κατασταλτικό, όσον αφορά τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων, και από τον περιοριστικό της χαρακτήρα, όσον αφορά τον κριτικό έλεγχο, απομάκρυνε τους ανθρώπους από το ουσιωδώς θρησκεύεσθαι, δίνοντας τελικά δικαιώματα για την κατασυκοφάντηση του φαινομένου της ανθρώπινης θρησκευτικότητας, ως δήθεν σκοταδιστικού, που μόνον τέτοιο δεν είναι.
Είναι δυνατόν η πραγματικότητα του «συλλογικού ασυνειδήτου» και των «αρχετύπων», τούτη η βαθιά συμβολική πραγματικότητα της ανθρώπινης ψυχής, μα και του ανθρώπινου πολιτισμού στο σύνολό του, μέσα από τα στόματα των σύγχρονων ταλαιπωρημένων, μα και υποψιασμένων ανθρώπων, να κάνει έκκληση, πατώντας στον διαφωτιστικό ψυχαναλυτικό λόγο, προς όλους τους σκεπτομένους ανθρώπους. Να ξανασκεφθούν το πρόβλημα της ανθρώπινης θρησκευτικότητας, με το αίτημα ενός Υπέρτατου Οντος που θα 'χει ως πρώτιστο σκοπό του να συμφιλιώνει τον άνθρωπο με τη βαθιά συμβολική του πραγματικότητα, ανοίγοντας τον δρόμο και για ένα ξαναδιάβασμα των ιερών κειμένων. Εναν Θεό που μπορούμε να τον δούμε, μέσα σε όλα τα άλλα, και ως «Θεό ψυχαναλυτή».
via

Paul K. Feyerabend - Ιστορία της φιλοσοφίας της επιστήμης



Οι αρχαίοι Έλληνες τεχνίτες, συμπεριλαμβανομένων των ναυτικών, αγροτών, αρχιτεκτόνων, εμπόρων, σιδηρουργών, ναυπηγών, γιατρών και χρονικογράφων, ήταν εξοικειωμένοι με μια μεγάλη ποικιλία υλικών, φυτών, ζώων, ανθρώπων, γεγονότων. Έσκαψαν σήραγγες, βρήκαν τρόπους να μεταφέρουν και να αποθηκεύσουν ευαίσθητα αγαθά, και μπορούσαν να ταυτοποιήσουν και να ανακουφίσουν σωματικούς και ψυχικούς πόνους. Διέσχισαν εθνικά σύνορα και αφομοίωσαν ξένες ιδέες και τεχνικές. Αρχαιολογικές ανακαλύψεις δείχνουν πόσα πολλά ήταν γνωστά, για παράδειγμα, σχετικά με τις ιδιότητες των μετάλλων, τις ενώσεις και τα κράματά τους, και με πόση επιδεξιότητα χρησιμοποιείτο αυτή η γνώση. Μια τεράστια ποσότητα πληροφορίας είχε κατασταλάξει στα έθιμα, τις μεθόδους παραγωγής και την κοινή λογική της εποχής.
Οι περισσότεροι Έλληνες θεωρούσαν τούτη την αφθονία δεδομένη. Δεν εντυπωσιάζονταν όλοι απ' αυτήν. Σκοπεύοντας σε κάτι βαθύτερο, ορισμένοι πρώιμοι στοχαστές άρχισαν το έργο της γνώσης ξανά από την αρχή, αυτή τη φορά χωρίς λεπτομέρειες αλλά με μεγαλύτερη σαφήνεια και ακρίβεια. Ήταν φιλόσοφοι γιατί προτιμούσαν τις λέξεις απ' τα πράγματα, τον συλλογισμό από την εμπειρία, τις αρχές από τους πρακτικούς κανόνες και δεν τους πείραζε αν οι ιδέες τους συγκρούονταν με παραδόσεις και φαινόμενα του προφανέστερου είδους. Ήταν επίσης θρησκευτικοί και κοινωνικοί μεταρρυθμιστές· χλεύαζαν τα λαϊκά έθιμα και δοξασίες, περιφρονούσαν τους θεούς της παράδοσης και τους αντικατέστησαν με τέρατα (παράδειγμα: ο Θεός του Ξενοφάνη, που είναι πλήρης σκέψεως και ισχύος αλλά του λείπει η συμπόνια). Ήταν επιπλέον επιστήμονες για τα πάντα. Δεν μίλαγαν από καθέδρας, συζητούσαν τις απόψεις τους και ορισμένες από τις ιδέες τους έχουν επιβιώσει ως σήμερα.
Έτσι ο Παρμενίδης ισχυρίστηκε ότι ο κόσμος είναι ένας, ότι δεν υπάρχει αλλαγή και διαίρεση και ότι οι ζωές των ανθρωπίνων υπάρξεων που περιείχαν και τα δύο ήταν μια χίμαιρα. Η απόδειξη (που την παρουσιάζει σαν αποκάλυψη από κάποια θεότητα) στηρίζεται σε τρεις υποθέσεις προφανείς όπως είπε: ότι το Ον υπάρχει (εστίν), ότι το μη-Ον δεν υπάρχει (ουκ εστίν) και ότι τίποτα δεν είναι πιο θεμελιώδες από το Ον. Ο συλλογισμός στη συνέχεια προχωράει ως εξής: αν υπάρχει αλλαγή και διαφορά τότε υπάρχει μια μεταβολή από το Ον στο μη-Ον (που είναι η μόνη εναλλακτική δυνατότητα)· το μη-Ον δεν υπάρχει και συνεπώς ούτε η αλλαγή και η διαφορά υπάρχουν. Εδώ έχουμε ένα πρώιμο παράδειγμα της εις άτοπον απαγωγής (reductio ad absurdum) - έναν τύπο συλλογισμού που επέκτεινε το πεδίο των αποδεικτών αληθειών και το διαχώρισε από την διαίσθηση. Η συλλογιστική βάση, εστίν, είναι ο πρώτος ρητά διατυπωμένος νόμος της διατήρησης - υποστηρίζει την διατήρηση του Όντος. Διατυπωμένος στην μορφή ότι τίποτα δεν προέρχεται από το τίποτα, υπεδείκνυε κι άλλους νόμους της διατήρησης όπως την διατήρηση της ύλης (Antoine Lavoisier) ή την διατήρηση της ενέργειας (Robert von Mayer, ο οποίος άρχιζε ένα αποφασιστικό άρθρο μ' αυτήν την αρχή). Η ομοιομορφία του Όντος επιβίωσε σαν ιδέα ότι οι βασικοί νόμοι πρέπει να είναι ανεξάρτητοι από το χώρο, το χρόνο και τις περιστάσεις. 'Για μας τους φυσικούς', έγραψε ο Αϊνστάιν, επαναλαμβάνοντας σχεδόν τον Παρμενίδη, 'η διάκριση ανάμεσα σε παρελθόν, παρόν και μέλλον δεν έχει άλλη έννοια από αυτή μιας ψευδαίσθησης, έστω και επίμονης'.
Μια τρίτη ομάδα που επηρέασε την Δυτική επιστήμη και την φιλοσοφία της ήταν οι ίδιοι οι πρώιμοι επιστήμονες. Διέφεραν από τους φιλόσοφους στο ότι προτιμούσαν τα συγκεκριμένα πράγματα και από τους τεχνίτες στην θεωρητική τους κλίση. Με εξαίρεση τους γιατρούς όπως τον Αλκμαίονα τον Κροτωνιάτη, που έγραψε ένα ιατρικό σύγγραμμα, και που έζησε, το πιθανότερο, στις αρχές του 5ου αιώνα πΧ, έγιναν επαγγελματίες μόνο την εποχή των Σοφιστών. Κατά τα μέσα του 5ου αιώνα πΧ η αριθμητική, η γεωμετρία, η αστρονομία και η αρμονία ήταν ήδη φοβερά αντικείμενα διδασκαλίας (Πλάτων, Πρωταγόρας 318d-f). Ήταν επίσης κέντρα πνευματικής δραστηριότητας και δημόσιου ενδιαφέροντος· ακόμα κι ο Αριστοφάνης περιγελούσε του μαθηματικούς. Οι συζητήσεις μεταξύ επιστημόνων, φιλοσόφων και αυτών των τεχνιτών που εξηγούσαν και υποστήριζαν τα εγχειρήματά τους με το γράψιμο, καθώς επίσης και οι πιο ειδικές συζητήσεις μεταξύ επιστημονικών, φιλοσοφικών και πρακτικών σχολών, σχηματίζουν μια πρώιμη, μάλλον ανομοιογενή και όχι πάντα πλήρως τεκμηριωμένη, φιλοσοφία της επιστήμης.
Έτσι μπορούμε να εικάσουμε ότι η μετάβαση από μια θεωρία της γεωμετρίας και των αριθμών που οι προτάσεις τους μπορούσαν να επαληθευθούν, μία προς μία, από διαισθητικά προφανείς διατάξεις (παραστάσεις με βότσαλα, σχήματα) σε συστήματα προτάσεων βασισμένων σε αρχές και αποδείξεις συνοδεύτηκε από ζωηρές αντιδικίες - αλλά είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε τα στάδια και τα πρόσωπα. Σε πολλά αντικείμενα οι 'επιστημονικές' υποθέσεις ήταν στενά αναμεμιγμένες με μαγικές και θρησκευτικές ιδέες. Αυτό ενοχλεί τους ιστορικούς που θέλουν να περιγράψουν το παρελθόν ακριβώς όπως ήταν αλλά χωρίς να αποδώσουν τιμές σ' αυτό που οι ίδιοι θεωρούν δεισιδαίμονες ανοησίες. Αυτό δεν ενοχλούσε τον συγγραφέα του Περί της Ιερής Νούσου, που περιγελούσε την ιατρική του ναού και θεωρούσε την υγεία και την αρρώστια καθαρά φυσικά φαινόμενα ή τον συγγραφέα του Περί Αρχαίας Ιατρικής που απέρριπτε την φιλοσοφία επειδή ήταν πολύ απόμακρη για ιατρική χρήση. Οι πραγματείες του Γαληνού για την φύση της επιστήμης σκιαγραφούν την διαμάχη μεταξύ εμπειρικών και θεωρητικών τον 2ο αιώνα μΧ.
Σε αντίθεση με αυτές τις τοπικές φιλονικίες, ο Πλάτων προσπάθησε να χτίσει μια φιλοσοφία που συνδύαζε την τεχνική υπεροχή με την θρησκεία και μια συστηματοποιημένη πολιτική. Τον βοήθησαν διαπρεπείς επιστήμονες. Ξεκινώντας από τις θεϊκές ιδιότητες της κρίσης, της σύνεσης και της σοφίας (Νόμοι 892b2 κε.), ο Πλάτων πρόβαλε ως αξίωμα ότι οι βασικοί νόμοι του σύμπαντος πρέπει να είναι απλοί και διαχρονικοί. Οι κανονικότητες που παρατηρούνται, είπε, δεν αποκαλύπτουν βασικούς νόμους. Εξαρτώνται από την ύλη που είναι ένας παράγοντας αλλαγής. Ακόμα και τα πιο καλά εδραιωμένα αστρονομικά γεγονότα δεν διαρκούν για πάντα (Πολιτεία 530a8 κε.) Συνεπώς για να βρούμε τις αρχές, ας πούμε, της κίνησης των πλανητών είναι αναγκαίο να αναπτύξουμε μαθηματικά μοντέλα 'και να αφήσουμε τα φαινόμενα των ουρανών κατά μέρος' (Πολιτεία 530b7 κε.). Όλως παραδόξως, αυτό το απόσπασμα διασύρθηκε από επιστήμονες, οι οποίοι, έχοντας πλήρη επίγνωση των πολλών παρεκκλίσεων που κρύβουν την 'καθαρή περίπτωση' (διαταραχές, επιδράσεις της παλιρροιακής τριβής, μετάπτωση, ατμοσφαιρική διάθλαση, αστοχία οργάνων, υποκειμενικά σφάλματα, κλπ, στη περίπτωση της κίνησης των πλανητών), συχνά ξεκινούσαν με θεωρίες και λάβαιναν υπόψη τους τις παρατηρήσεις μόνο αργότερα. Η θεωρία είναι που μας διδάσκει τι είναι οι παρατηρήσεις και τι σημαίνουν, είπε ο Αϊνστάιν. Σημαντικές ανακαλύψεις (η σταθερότητα του πλανητικού συστήματος, οι λεπτομέρειες της κίνησης Μπράουν, ο σωματιδιακός χαρακτήρας του φωτός, οι σχέσεις αβεβαιότητας) έγιναν προχωρώντας με αυτόν τον τρόπο.
Εντούτοις δεν ήταν αυτή η διαδικασία που πρόκρινε ο Αριστοτέλης. Παίρνοντας την εμπειρία στην ονομαστική της αξία, προσπάθησε να συμφιλιώσει τις παρατηρήσεις, την κοινή λογική και την αφηρημένη σκέψη. Ήταν ο πρώτος συστηματικός φιλόσοφος της επιστήμης στην Δύση. Έθεσε πολλά από τα προβλήματα που συνθέτουν σήμερα το αντικείμενο και πρότεινε λύσεις που παραμένουν έγκυρες. Περιέγραψε τον τρόπο που τα γεγονότα μετατρέπονται σε έννοιες, και ακόμα παραπέρα, σε αρχές (Αναλυτικά ύστερα 99b35 κε.) και τον τρόπο που τα αντικείμενα προκαλούν τις αντιλήψεις (Περί Ψυχής 418a4 κε., 424a17 κε.). Για τον Αριστοτέλη αυτές ήταν φυσικές διαδικασίες που υπάκουαν στους γενικούς του νόμους για την κίνηση και εξασφάλιζαν την συνοχή του εμπειρισμού του. Η συμπερασματική δομή που πρότεινε για τις εξηγήσεις εξυπηρετούσε την παρουσίαση, όχι την ανακάλυψη, της γνώσης: ο Αριστοτέλης δεν είχε σαφή θεωρία για την έρευνα. Εντούτοις μας άφησε παραδείγματα που δείχνουν τι έκανε.
Άρχιζε με τα 'φαινόμενα'. Αυτά μπορούσαν να είναι παρατηρήσεις, κοινές αντιλήψεις, παραδοσιακές δοξασίες, εννοιολογικές σχέσεις ή οι απόψεις προηγούμενων στοχαστών. Ο Αριστοτέλης χρησιμοποιούσε ειδικές ομάδες για να τα συγκεντρώνει· ίδρυσε ένα μουσείο φυσικής ιστορίας και μια βιβλιοθήκη χαρτών και χειρογράφων και έθεσε τα θεμέλια όλων των ιστοριών της Ελληνικής φιλοσοφίας, των μαθηματικών, της αστρονομίας, της ιατρικής και των μορφών διακυβέρνησης. Στη συνέχεια ανέλυε τα φαινόμενα σε ένα συγκεκριμένο τομέα· έβγαζε συμπεράσματα και αφαιρούσε τις αντιφάσεις, μένοντας πιστός στην παρατήρηση όταν ο τομέας ήταν εμπειρικός ή στην γλωσσική χρήση όταν ήταν αφηρημένος. Η αντίληψή του για τον χώρο, για παράδειγμα, διατηρεί την ιδέα ότι ο χώρος είναι κάτι που περιλαμβάνει είδη, αλλά με την έννοια του 'είναι εντός' απαλλαγμένη από παράδοξα. Τελικά, σχημάτιζε ορισμούς για να συγκεφαλαιώνει όσα είχε αποκομίσει. Μια γενική θεωρία της αλλαγής και της αλληλεπίδρασης, οι εννοιολογικές δυνατότητες που εξετάζονται, για παράδειγμα, στα Μετά τα φυσικά του, και μια θεωρία των μαθηματικών που εξηγούσε το πώς οι μαθηματικές έννοιες λειτουργούσαν στο κατά μεγάλο μέρος ποιοτικό του σύμπαν έπαιξαν τον ρόλο του πλαισίου εργασίας. Ο Αριστοτέλης επίσης ξεκίνησε και προχώρησε σημαντικά την σπουδή των κοινωνικών, βιολογικών και ψυχολογικών φαινομένων. 'Κανείς πριν από τον Δαρβίνο δεν είχε μεγαλύτερη συμβολή στην κατανόηση μας για τον ζώντα κόσμο από τον Αριστοτέλη', έγραψε ο E. Mayr, ένας κορυφαίος σύγχρονος βιολόγος.
Η απαρχή της μοντέρνας επιστήμης υπονόμευσε σημαντικά μέρη του Αριστοτέλειου εγχειρήματος. Ήταν μια σύνθετη διαδικασία η οποία ακόμα δεν έχει κατανοηθεί πλήρως. Κάποιοι πρώιμοι ιστορικοί και φιλόσοφοι την έχουν περιγράψει με έναν απλό και μεροληπτικό τρόπο. Δεν αποτελεί έκπληξη. Οι ίδιοι οι συμμετέχοντες τους παραπλάνησαν.
Έτσι ο Νεύτωνας ισχυρίστηκε ότι οι φυσικοί νόμοι θα μπορούσαν να αποκαλυφθούν συλλέγοντας 'φαινόμενα' (τα οποία γι' αυτόν ήταν είτε επί μέρους πειραματικά ευρήματα είτε παρατηρήσιμες κανονικότητες σαν τους νόμους του Κέπλερ), συνάγοντας συμπεράσματα, γενικεύοντάς τα 'εξ επαγωγής' και ελέγχοντας το αποτέλεσμα συγκρίνοντάς το με περισσότερα γεγονότα. Πίστευε ότι η βαρύτητα, οι νόμοι της κίνησης και οι βασικές ιδιότητες του φωτός είχαν ανακαλυφθεί και θεμελιωθεί με αυτήν ακριβώς την μέθοδο. Πρόσθεσε ότι οι γνωστοί νόμοι μπορούσαν να εξηγηθούν με 'υποθέσεις' και πρότεινε μια ποικιλία μοντέλων για να δώσει λογική στις ιδιότητες του φωτός και της ύλης.
Αυτή η εξήγηση προτείνει μια ιεραρχία που οδηγεί από παρατηρήσεις, μετρήσεις, χαμηλού επιπέδου γενικεύσεις και θεωρίες σε ολόκληρες επιστήμες και γενικευμένα θεωρητικά σχήματα. Πράγματι, μια τέτοια ιεραρχία για πολύ καιρό αποτελούσε το υπόβαθρο των συζητήσεων γύρω από την υποστήριξη, τις επιπτώσεις, την επεξηγηματική (αναγωγική) δύναμη και την σημασία των επιστημονικών δηλώσεων. Επιστήμονες σαν τον Herschel και τον Whewell, και φιλόσοφοι σαν τον Μιλ, τον Carnap, τον Hempel, τον Ernest Nagel, τον Πόπερ, επαγωγιστές και παραγωγιστές ομοίως, χρησιμοποίησαν το σχήμα, συγκαταλέγοντας ό,τι ρωγμές αντιλήφθηκαν, σε 'μαρτυρίες', 'αρχικές συνθήκες', 'βοηθητικές υποθέσεις', 'προσεγγίσεις', 'νόμους αντιστοιχίας' και σε προτάσεις 'ceteris paribus' (αν όλα τ' άλλα μείνουν σταθερά). Με έναν καθαρά φορμαλιστικό τρόπο προφύλαξαν την συνάφεια της γνώσης 'στην κορυφή' και της συνέχειάς της με ό,τι συνέβαινε 'από κάτω'.
Η κωδικοποίηση από τον Καντ της Νευτώνειας επιστήμης, η προσπάθεια των λογικών εμπειριστών να 'επανασκευάσουν' ή 'επεξηγήσουν' την επιστήμη μεταφράζοντας την σε μια ομοιόμορφη γλώσσα και η ιδέα μιας ομοιόμορφης επιστημονικής μεθόδου με κέντρο την φυσική αύξησαν ακόμα παραπέρα την εντύπωση του συμπαγούς. Οι εναπομείναντες ρωγμές σκεπάστηκαν κάνοντας διάκριση, κατά τον Herschel, ανάμεσα στο γενικό πλαίσιο της ανακάλυψης και το γενικό πλαίσιο τής επαλήθευσης: το να ανακαλύπτεις νέους νόμους, γεγονότα, θεωρίες μπορεί να είναι μια τελείως ανορθολογική διαδικασία - αλλά το να θεμελιώνεις και να παρουσιάζεις τι έχει ανακαλυφθεί υπόκειται σε αυστηρούς και ορθολογικούς κανόνες. Αυτή η υπέροχα αρμονική και μάλλον καταπιεστική μυθιστοριογραφία εξαρθρώθηκε βαθμηδόν από μια σειρά εξελίξεων στην φιλοσοφία, την ιστορία και την κοινωνιολογία της επιστήμης καθώς επίσης και στις ίδιες τις φυσικές και κοινωνικές επιστήμες.
Προβλήματα συναντώνται ήδη στον Νεύτωνα. Συζητώντας την εξαγωγή του νόμου του για τη βαρύτητα, παραδέχεται ότι οι νόμοι τού Κέπλερ δεν είναι αυστηρώς ορθοί αλλά αποφασίζει να αγνοήσει 'αυτά τα μικρά και ανάξια λόγου σφάλματα' (Principia, αγγλική μτφρ Andrew Motte (1729), 401) που σημαίνει ότι οι εμπειρικές προκείμενές του είναι εξιδανικεύσεις. Ξεκινώντας από αυτό το σημείο, ο Duhem υποστήριξε ότι όλες οι πειραματικές αναφορές και οι χαμηλού επιπέδου νόμοι είναι εξιδανικεύσεις και ότι οι αντίστοιχες θεωρίες δεν περιγράφουν τίποτα, ενώ ο Cartwright έδειξε ότι τέτοιες θεωρίες είναι σχεδόν πάντα λανθασμένες.
Ο Νεύτωνας επίσης έδωσε διαφορετική βαρύτητα σε διαφορετικά φαινόμενα. Όντας αντιμέτωπος με γεγονότα που αντέφασκαν στις απόψεις του (για το φως), ξεκαθάρισε ότι τα δικά του αποτελέσματα είχαν ήδη αποφανθεί για το πρόβλημα. Ξανά παραδέχτηκε στην πράξη ό,τι είχε αρνηθεί στην φιλοσοφία, συγκεκριμένα ότι η συγκέντρωση δεδομένων εμπλέκει προσωπικές εκτιμήσεις. Πιο πρόσφατες έρευνες (Pickering, Galison, Rudwick και άλλοι), έχουν προσθέσει ότι τα επιστημονικά γεγονότα συνίστανται σε αψιμαχίες και συμβιβασμούς, ότι παγιώνονται καθώς απομακρύνονται από την αρχή προέλευσής τους, ότι κατασκευάζονται μάλλον παρά αποτελούν αναγνώσεις της φύσης, και ότι οι δραστηριότητες που τα παράγουν ή/και τα ταυτοποιούν σχηματίζουν σύνθετες και, όσον αφορά τη θεωρία, σχετικά αυτοδύναμες κουλτούρες. Ακόμα και νόμοι και θεωρίες που ανήκουν στο ίδιο γενικό πεδίο μπορούν να διαιρεθούν σε διαφορετικά πεδία με διαφορετικά κριτήρια. Υπάρχουν πολλές ασυνέχειες στην δήθεν ιεραρχία από το γεγονός στην θεωρία.
Εν τω μεταξύ ιστορικοί και κοινωνιολόγοι ρίχνουν μια νέα ματιά στα κέντρα εξουσίας, τα ινστιτούτα και τις κοινωνικές ομάδες· επισημαίνουν ότι οι επιστήμονες συχνά εξαρτώνται από το πατρονάρισμα και ότι διαλέγουν τα προβλήματά τους και τις μεθόδους τους σύμφωνα με αυτό· ερευνούν το πώς όργανα σαν το τηλεσκόπιο, το μικροσκόπιο, την αντλία αέρα, ή τα πειράματα σταγόνας ελαίου του Millikan μπορούσαν να παράγουν γεγονότα και να αλλάξουν απόψεις πολύ πριν εξηγηθούν θεωρητικά· καταγράφουν την πορεία των μεταβαλλόμενων σχέσεων μεταξύ φιλοσόφων (που είχαν ορίσει την πραγματικότητα), μαθηματικών (που είχαν ταξινομήσει τα συμβάντα σ' αυτήν) και τεχνιτών (που τους είχε αναγνωριστεί η επιδεξιότητα αλλά τους είχε απορριφθεί η κατανόηση). Σε ένα πιο θεωρητικό επίπεδο εξερευνούν τον ρόλο όρων που δεν σχετίζονται άμεσα με την παρατήρηση και που περιγράφουν το πώς ακόμα και σχετικά απλές ενέργειες αντίληψης (όπως το να δεις μια μύγα) βαθμηδόν διαχωρίστηκαν σε διαδικασίες (μετάδοση του φυσικού φωτός· φυσιολογική αντίδραση του ματιού και του εγκέφαλου· ‘νοητικά’ φαινόμενα) των οποίων η αμοιβαία συνοχή αποτελεί ακόμα πρόβλημα.
Ο ρόλος της εμπειρίας αναδεικνύεται τεραστίως πιο σύνθετος από ότι είχαν υποθέσει οι εμπειριστές μέχρι και συμπεριλαμβανομένων των μελών του Κύκλου της Βιέννης. Η κοινή λογική και επιστήμες σαν την βιολογία, την μετεωρολογία, τη γεωλογία, την ιατρική παρέχουν άφθονες μαρτυρίες για κανονικότητες και εξαιρέσεις. Φύση είναι ό,τι συμβαίνει πάντα, ή σχεδόν πάντα, είπε ο Αριστοτέλης (Περί ζώων μορίων [De partibus animalium] 663b27 κε.). Έτσι η πίστη σε άκαμπτους νόμους της φύσης που ενέπνευσε τον Γαλιλαίο, τον Ντεκάρτ και τους συνεχιστές τους, που έδωσε αφορμή σε σπουδαίες θεωρητικές αναπτύξεις και έγινε αποφασιστικό συστατικό τής μοντέρνας φυσικής, όχι μόνο δεν βασίστηκε στην εμπειρία αλλά συγκρούστηκε μαζί της σε πολλά πεδία. Αυτό διεύρυνε ακόμα περισσότερο το χάσμα μεταξύ κοινής λογικής, ποιοτικής γνώσης και το βαθμιαίως αναδυόμενο οικοδόμημα της μοντέρνας επιστήμης.
Το οικοδόμημα άρχισε να καταρρέει στον εικοστό αιώνα. Τα Μαθηματικά, φαινομενικά η πιο ασφαλής και καλά θεμελιωμένη επιστήμη, χωρίστηκε σε σχολές με διαφορετικές φιλοσοφίες και διαφορετικές συνθήκες για τα αποδεκτά αποτελέσματα. Οι λογικοί υποστήριζαν ότι τα μαθηματικά ήταν μέρος της λογικής και συνεπώς τόσο αναμφισβήτητα και ακαταμάχητα όσο κι αυτός ο κλάδος. Οι ενορατιστές ερμήνευσαν τα μαθηματικά σαν ανθρώπινο εγχείρημα και συμπέραναν, για παράδειγμα, ότι ορισμένα θεωρήματα και μέθοδοι του Cantor δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά. Προσπαθώντας να σώσει αυτόν αλλά και άλλους τομείς των κλασσικών μαθηματικών, ο Χίλμπερτ και οι συνεργάτες του τυποποίησαν τις σχετικές αποδείξεις και εξέτασαν τις προκύπτουσες δομές με έναν τρόπο που ικανοποιούσε τα κριτήρια των ενορατιστών. Το πρόγραμμα κατάρρευσε όταν ο Γκαίντελ έδειξε ότι η ιδέα των μαθηματικών σαν περιεκτικό και αποδεικτικά συνεπές σύστημα ήταν ασυμβίβαστη. Ακολουθώντας τον Αϊνστάιν οι Reichenbach, Grünbaum, και Michael Friedmann ανέπτυξαν νέες φιλοσοφίες πάνω στον χώρο, το χρόνο και την επιβεβαίωση, ενώ η κβαντομηχανική άνοιξε μια άβυσσο μεταξύ του χωροχρόνου και της ύλης και έκλεισε την παραδοσιακή άβυσσο μεταξύ παρατηρητή και πραγματικότητας με τρόπο που προβληματίζει τους επιστήμονες και προκαλεί στους φιλόσοφους ταραχή. Ο Wittgenstein και ο Quine αποκάλυψαν τους ευσεβείς πόθους που είναι συνυφασμένοι στον λογικό εμπειρισμό· βιολόγοι, χημικοί, ιστορικοί, κοινωνικοί επιστήμονες με την βοήθεια φιλοσόφων επαναξίωσαν μια ανεξαρτησία που κατείχαν κατά τον 19ο αιώνα, ενώ η 'Νέα Ιστορία' κατέκτησε επίπεδα συμπαγότητας που πριν ήταν αδιανόητα. Περιστοιχισμένος από τα ερείπια άλλοτε καλών θεμελιωμένων προτύπων γνώσης, ο Kuhn, στα 1962, πρότεινε μια νέα και, για τους περισσότερους φιλοσόφους, μάλλον ανατρεπτική αφήγηση της επιστημονικής αλλαγής. Σαν τον Αριστοτέλη, ο Kuhn έδωσε έμφαση στον συνεργατικό χαρακτήρα της επιστήμης και τον ρόλο των από κοινού χρησιμοποιούμενων γεγονότων, εννοιών, διαδικασιών. Αλλά υποστήριξε επίσης ότι η αλλαγή (η 'εξέλιξη' στις παλαιότερες φιλοσοφικές εκδοχές) θα μπορούσε να διαρρήξει όλους τους λογικούς δεσμούς με το παρελθόν. Υιοθετώντας τις απόψεις του, κάποιος δεν θα μπορούσε πλέον να υποθέτει ότι η επιστήμη επισωρεύει γεγονότα ή ότι οι θεωρίες μπορούν να αναχθούν, κατά προσέγγιση, στις πιο ακριβόλογες και πιο περιεκτικές διάδοχές τους.
Το βιβλίο του Kuhn, Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων, ήταν η τελευταία μεγάλη απόπειρα μέχρι τώρα να υποταχθεί μια περίπλοκη πρακτική, η επιστήμη, στην αφηρημένη σκέψη. Συγκρούστηκε με σημαντικά συστατικά του ρασιοναλισμού. Μετά το 1962 οι φιλόσοφοι προσπάθησαν ή να ενισχύσουν αυτά τα συστατικά είτε να αποδείξουν ότι δεν βρίσκονταν σε κίνδυνο, ή εισήγαγαν λιγότερο δεσμευτικούς κανόνες ή διαφορετικά εστιάστηκαν σε προβλήματα φαινομενικά ανέγγιχτα από τον Kuhn. Παλαιότερες προσεγγίσεις παράγουν ακόμα ενδιαφέροντα αποτελέσματα (παράδειγμα η κατά Bayes αναβίωση από τον Achinstein των συζητήσεων του 19ου αιώνα για το φως και την ύλη, που φαινόταν να απαιτεί μια λιγότερο συστηματική αφήγηση). Η συζήτηση μεταξύ ρεαλισμού και εμπειρισμού, που άλλαξε με την άφιξη της κβαντομηχανικής και οξύνθηκε με τις παρεμβάσεις των G. Maxwell, Richard Boyd, Ernan McMullin, Putnam, van Fraassen, Cartwright και άλλων, είναι ζωντανή όσο ποτέ. Ήδη πριν τον Kuhn ορισμένοι συγγραφείς είχαν επιλέξει γνωστικά μοντέλα επιστημονικής γνώσης που είναι νατουραλιστικά - δεν κάνουν διαχωρισμό ανάμεσα σε λογικούς και εμπειρικούς 'νόμους της σκέψης' - και βασίζονται σε επιμέρους μόνο ορθολογικά πρότυπα προσαρμογής. Άλλοι είχαν δώσει έμφαση σε λεπτομέρειες και εναντιώθηκαν σε πρόωρες γενικεύσεις. Αυτοί οι ερευνητές εκτιμούν όσα έκανε ο Kuhn αλλά πιστεύουν ότι η προσέγγισή του είναι ακόμα πάρα πολύ αφηρημένη. Μελετούν συγκεκριμένα γεγονότα, παίρνουν συνεντεύξεις, εισβάλουν σε εργαστήρια, προκαλούν επιστήμονες, εξετάζουν τις τεχνολογίες τους, την εικόνα τους προς τα έξω, τις αντιλήψεις τους και εξερευνούν τους συχνά άγριους ανταγωνισμούς μεταξύ απόψεων, σχολών και μεμονωμένων ερευνητικών ομάδων. Ανακεφαλαιώνοντας τα συμπεράσματά τους μπορούμε να πούμε ότι το πρόβλημα δεν είναι πλέον πώς να αρθρωθεί ο μονόλιθος της επιστήμης αλλά τι να γίνει με την διασπαρμένη συλλογή από προσπάθειες που την έχουν αντικαταστήσει.
Ένα ζήτημα που συχνά έχει αγνοηθεί ή έχει αντιμετωπιστεί με έναν δογματικό τρόπο είναι η αυθεντία της επιστήμης. Είναι η επιστήμη η καλύτερη μορφή γνώσης που κατέχουμε ή είναι απλώς αυτή που έχει την μεγαλύτερη επιρροή; Αυτός ο τρόπος να τίθεται το ερώτημα έχει καταντήσει τώρα απηρχαιωμένος. Η επιστήμη δεν είναι ένα πράγμα, είναι πολλά· δεν είναι κλειστή αλλά ανοιχτή σε νέες προσεγγίσεις. Αντιρρήσεις στην καινοτομία και στις εναλλακτικές λύσεις προέρχονται από συγκεκριμένες ομάδες με κατοχυρωμένα συμφέροντα κι όχι από την επιστήμη σαν σύνολο. Είναι συνεπώς δυνατό να κερδηθεί η κατανόηση και να λυθούν προβλήματα συνδυάζοντας κομμάτια και θρύψαλα της 'επιστήμης' με εκ πρώτης όψεως 'μη επιστημονικές' γνώμες και διαδικασίες. Η αρχιτεκτονική, η τεχνολογία, η δουλειά στην τεχνητή νοημοσύνη, την επιστήμη της διοίκησης, την οικολογία, τη δημόσια υγεία και την κοινωνική ανάπτυξη αποτελούν τέτοια παραδείγματα. Καθαρά θεωρητικά αντικείμενα έχουν επωφεληθεί από ξένες επεμβάσεις. Κάποιος μπορεί να πετύχει ακόμα και μένοντας τελείως εκτός 'επιστήμης'. Πολλοί μη επιστημονικοί πολιτισμοί υποστήριξαν τα μέλη τους υλικά και πνευματικά. Βέβαια αντιμετώπισαν δυσκολίες - αλλά το ίδιο έπαθε και ο βασισμένος στην επιστήμη Δυτικός πολιτισμός μας. Ο παλιός ανταγωνισμός ανάμεσα σε πρακτική και θεωρία και ο σχετιζόμενος ανταγωνισμός ανάμεσα σε 'επιστημονικές' και 'μη επιστημονικές' προσεγγίσεις μπορεί να επιβιώνει ακόμα στην πράξη, ή σύμφωνα με κάποια αρχαϊκά σλόγκαν· εντούτοις έχει χάσει την περισσότερη από την φιλοσοφική του δηκτικότητα.
via

Λεύκιππος, Δημόκριτος και άτομο



Η αναζήτηση της αρχής του κόσμου απετέλεσε το κύριο πεδίο ερεύνης των Προσωκρατικών φιλοσόφων, γεγονός που επηρέασε καθοριστικά την φιλοσοφία και την επιστημονική έρευνα. Οι Προσωκρατικοί φυσικοί φιλόσοφοι μελέτησαν τους μηχανισμούς που διέπουν τον φυσικό κόσμο, επιχειρώντας να καθορίσουν τις αιτίες που προκαλούν τα διάφορα φυσικά φαινόμενα, καθιστώντας με αυτόν τον τρόπο την κοσμολογία αναπόσπαστο τμήμα της φιλοσοφίας.                                       
democretus_new_eP
Δημόκριτος ο Αβδηρίτης
Κοσμολογικές απόψεις των Ατομικών Φιλοσόφων (Α’)

Η κοσμολογική έρευνα των Ελλήνων φιλοσόφων αποσκοπούσε στον προσδιορισμό της πρωταρχικής ουσίας από την οποία δημιουργήθηκε ο κόσμος. Στο πλαίσιο αυτό υπήρξαν φιλόσοφοι που έκαναν λόγο για μία αρχή, όπως ο Θαλής ο Μιλήσιος, καθορίζοντας ως πρωταρχική ουσία το ύδωρ, ο Αναξίμανδρος αντιστοίχως  το άπειρον, ενώ ο Αναξιμένης τον αέρα.

Υπήρξαν μάλιστα και φιλοσοφικές διδασκαλίες που έκαναν λόγο και για περισσότερες αρχές, όπως του Αναξαγόρα για τον Νου και τα ομοιομερή, αλλά και των Πυθαγορείων περί της μονάδος και της δυάδος.

Στην προσπάθεια αυτή καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος των Ατομικών φιλοσόφων του 5ου π.Χ. αιώνα, του Λευκίππου και του Δημοκρίτου, η διδασκαλία των οποίων περί της υπάρξεως των ατόμων ως βασικών δομικών λίθων του κόσμου έθεσε όχι μόνο τα θεμέλια της σύγχρονης Ατομικής θεωρίας, αλλά συνέβαλε καθοριστικά και στην ανάπτυξη της Κοσμολογίας. Στόχος επομένως της παρούσης εργασία είναι αφενός η μελέτη των απόψεων του Λευκίππου και του Δημοκρίτου αναφορικά με τα άτομα και το κενό και αφετέρου η δημιουργία των κόσμων, η οποία βασίζεται σε αυτά τα αρχικά δομικά στοιχεία.

Ο Λεύκιππος και ο Δημόκριτος καινοτόμησαν εν σχέσει προς τους άλλους Προσωκρατικούς φιλοσόφους, καθώς αντί να αναζητήσουν την πρωταρχική ουσία του κόσμου σε κάποιο από τα γνωστά στοιχεία (πύρ, αήρ, ύδωρ, γη), πρότειναν μία νέα θεωρία, κατά την οποία στοιχεία είναι το πλήρες και το κενόν, τα οποία αποκαλούν (οι Λεύκιππος και Δημόκριτος) ον και μη ον.

Το ον είναι γεμάτο και στερεό, το μη ον άδειο και αραιό. Επειδή όπως λένε, το κενό υπάρχει όσο και το σώμα, γι’αυτό το μη ον υπάρχει όσο και το ον. Αυτά τα δυο μαζί είναι οι υλικές αιτίες των πραγμάτων. (Αριστοτέλης, Μετά τα Φυσικά, 985, b 4-10 και DK 67 a, 6). Επιπλέον το κενό χαρακτηρίζεται και ως ουδέν ή μηδέν, με συνέπεια να μην είναι συμπαγές με αδιάσπαστα συνδεδεμένα τα μέρη του, δεδομένο ότι ως δεν ορίζεται το συμπαγές  (Δ., Μακρυγιάννη, 1999, σ. 15).

Εν αντιθέσει επομένως με τους Ελεάτες φιλοσόφους  που ταυτίζουν το μη ον με την ανυπαρξία, οι Ατομικοί φιλόσοφοι αναγνωρίζουν ότι στην πραγματικότητα το μη ον υπάρχει ως κενό και μάλιστα με διαφορετικό τρόπο από τα άτομα. Σύμφωνα μάλιστα με τον Θεόφιλο Βέϊκο, το κενό παρίσταται αρνητικά, καθώς υπάρχει εκεί όπου δεν υπάρχουν άτομα (Θ., Βέϊκου, 1985 σ.216). Στην πραγματικότητα μάλιστα το κενό χωρίζει τα άτομα, συμβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο στην διαρκή κίνησή τους. (Σιμπλικίου Εις Φυσικά,  28,4 κ.ε. βλ. και Λεύκ. Α8 και Δημόκρ. Α 38) και κατ’ επέκτασιν στην δημιουργία των κόσμων.

Περαιτέρω, ο Λεύκιππος με τον Δημόκριτο έλεγαν ότι οι πρώτες αρχές είναι άπειρες ως προς το πλήθος και θεωρούσαν ότι είναι άτομες, αδιαίρετες και απαθείς, εξαιτίας του ότι είναι συμπαγείς (ναστάς), ενώ δεν διαθέτουν κενό, καθώς η διαίρεση συμβαίνει εξαιτίας του κενού που υπάρχει στα σώματα (Σιμπλικίου, Εις Περί Ουρανού, 242, 18-21 και DK 67a, 14). Στην προκειμένη περίπτωση οι δυο σπουδαίοι φιλόσοφοι κάνουν σαφή λόγο για την ύπαρξη βασικών δομικών λίθων του σύμπαντος.

Η ιδέα τους είναι απλούστατη. Οποιοδήποτε ον είναι αδύνατον να διαιρείται επ’ άπειρον, καθώς πρέπει να υπάρχει ένα τελικό όριο στην διαίρεσή του, εξ’ ου και κάνουν λόγο περί α-τόμων (α στερητικό – τομή) που είναι συμπαγή και άπειρα ως προς τον αριθμό.

Περαιτέρω, τα άτομα διαθέτουν και μία ακόμη ιδιότητα, η οποία συνίσταται στην απάθεια, καθώς δεν δύνανται να υποστούν κάποια αλλοίωση από εκείνες που οι άνθρωποι θεωρούν ως πραγματικές, μαθημένοι από τις αισθήσεις. Κατά αυτόν τον τρόπο ούτε ξηραίνονται, ούτε υγραίνονται, πολλώ δε μάλλον δεν ασπρίζουν, δεν μαυρίζουν, ούτε επιδέχονται κάποια άλλη ποιότητα με οποιαδήποτε μεταβολή (Γαληνού, Περί των καθ’ Ιπποκράτην στοιχείων 419,1 κ.ε και Δημοκρ. Α 49).

Άρα η φύση στις θεμελιώδεις της μορφές αποτελείται από στοιχεία που δεν υφίστανται οποιαδήποτε εξωτερική επίδραση, παρά μόνο κινούνται χάρη στο κενό. Το γεγονός επομένως ότι τα άτομα είναι απαθή, αποτελεί και ένα σημαντικό επιχείρημα υπέρ της αιδιαιρετότητός τους.

Επιπλέον, τα άτομα σύμφωνα με τον Δημόκριτο είναι ομοφυή, (Σιμπλικίου, Εις Περί Ουρανού, 569, 5 και Δημόκρ. Α 61) καθώς έχουν κοινές ιδιότητες. Εντούτοις όμως παρουσιάζουν και διαφορές, που εντοπίζονται στο σχήμα, την τάξη και την θέση, διότι οι διαφορές των ατόμων είναι ο ρυσμός, η διαθιγή και η τροπή.

Από αυτά ο ρυσμός είναι το σχήμα, η δε διαθιγή είναι η τάξη και η τροπή είναι η θέση. Διαφέρει επομένως το Α από το Ν ως προς το σχήμα, το ΑΝ διαφέρει του ΝΑ ως προς την τάξη και το Z από  το Ν  ως προς την θέση (Αριστοτέλους, Μετά τα Φυσικά, 985 b13-17).

Από το απόσπασμα αυτό προκύπτει ότι οι μόνες διαφορές που παρατηρούνται στα άτομα εξαρτώνται από το σχήμα, την θέση και την διάταξή τους. Κατά συνέπεια, ακόμη και οι διαφορές των αντικειμένων που παρατηρούνται από τον άνθρωπο, στην πραγματικότητα είναι αποτελέσματα των διατάξεων που λαμβάνουν τα βασικά δομικά τους στοιχεία.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι Πλατωνικοί και οι Δημοκρίτειοι κατενόησαν ότι μόνο τα νοητά όντα είναι αληθινά. Ο μεν Δημόκριτος επειδή δεν υφίσταται κανένα φυσικό αισθητό πράγμα, καθώς τα άτομα που συγκροτούν όλα τα σώματα είναι γυμνά από κάθε αισθητή ποιότητα, ο δε Πλάτων επειδή τα αισθητά συνεχώς μεταβάλλονται (Σέξτου Εμπειρικού, Προς Λογικούς, 8,6,3 και Δημόκρ Α59 ). Στο απόσπασμα αυτό αναφέρεται με σαφήνεια, ότι στην  πραγματικότητα μόνο τα νοητά αντικείμενα έχουν αληθή ύπαρξη. Εφόσον λοιπόν τα άτομα δεν προσδιορίζονται ποιοτικώς, ενώ παραλλήλως έχουν αληθή ύπαρξη, τότε είναι προσιτά μόνο μέσω της νοήσεως και όχι μέσω των αισθήσεων.
Παρατήρηση: Το παρόν δημοσιεύθηκε αρχικά στο περιοδικό “Physics News” (www.physicsnews.gr) της Ένωσης Ελλήνων Φυσικών (www.eef.gr)
via

Το ον Σύμπαν - Αναξιμάνδρειον ή Ηρακλείτιον;

Θεοδώρου Π. Ματθαίου, συγγραφέα
Περίληψις:
Συζητείται η πιθανή εξέλιξις του Σύμπαντος λαμβανομένων υπ΄ όψιν των σημερινών μας γνώσεων ή υποθέσεων περί της δομής του και ερμηνεύοντας απόψεις των Αρχαίων Ελλήνων Φυσικών Φιλοσόφων (κυρίως των Αναξιμάνδρου και Ηρακλείτου).
Ως προϋποθέσεις τίθενται ότι:
  • οι εξισώσεις περί ισοδυναμίας μάζης και ενεργείας του A. Einstein έχουν ισχύ και στον χώρον του Όντος (όπως σ΄εκείνον του μη Όντος).
  • το Σύμπαν είναι ισότροπον καθ΄ όλα τα στάδια (ή φάσεις) της εξελίξεώς του.

 
Εδάφιο Α:
1. Το ωρισμένον της ταχύτητος διαδόσεως της πληροφορίας και η, αΐδιος κατά τον Αναξίμανδρον, κίνησις της ύλης στο νοητόν σώμα του Όντος παραμορφώνει τον, στην πραγματικότητα (αληθώς), Ευκλείδειο Χώρο σε ό,τι κατά μίαν λογικήν ερμηνεύθηκε ως κυρτός (Ρημάννειος) Τετραδιάστατος Χωρόχρονος.
Ως αυτονόητος συνέπεια τούτου προκύπτει ότι ό,τι γίνεται αντιληπτόν ως ο Φυσικός Κόσμος είναι φαινόμενον (εις αυτό ανεπιφυλάκτως συνηγορεί και ο Α. Einstein, μαζύ με σχεδόν όλους τους συγχρόνους σοφούς) και άρα μη πραγματικόν ή αλλιώς μη υπάρχον.
Ώστε, ως εχόντων σαφή γνώσιν των παραπάνω, μας δημιουργείται η βεβαιότης ότι το Σύμπαν (ως φυσική οντότης) μπορεί να θεωρείται και, κατ' επέκτασιν, νοείται υπό δύο υποστάσεις·
  • μίαν νοητήν, η οποία αναφέρθηκε πρώτη, οριζομένην ως Ον (πραγματικόν).
  • μίαν αισθητήν οριζομένην ως μη Ον (φαινόμενον - αισθητόν Σύμπαν).
2. Το συνεχώς περιωρισμένον του με ταχύτητα φωτός σφαιρικώς επεκτεινομένου αισθητού τομέως του Όντος, όπως γίνεται αισθητηριακώς αντιληπτός ως το μη Ον, του οποίου ο παρατηρητής είναι το κέντρον και χάρις στον οποίον υπάρχει (Ανθρωπική Αρχή), έχει δημιουργήσει, προς τούτοις, μίαν αρκετά εκτεταμμένην επιχειρηματολογίαν με στόχον την ερμηνείαν των φαινομένων του.
Όντως, όσα περιγράφονται ως Νόμοι ή Αρχές καθώς και τα φυσικά φαινόμενα αφορούν το αισθητόν (όπως ορίσθηκε). Το Ον είναι νοητόν· μη υποκείμενον εις άμεσον εξέτασιν προβάλλεται στο επίπεδο της ιδίας μας υπάρξεως ως μη Ον.
Η ιδιαιτερότης του αυτή έχει οδηγήσει σε πλήθος παρανοήσεων.
Έτσι, έχει χαρακτηρισθή ως θείον-μεταφυσικόν (ανήκον σε τόπον μη υλικόν κατά τον Πλάτωνα, τις σχετικές πεποιθήσεις ή εσωτερικές διδασκαλίες θρησκειών αλλά και τους περισσότερους επιστήμονες) ή ως το μαθηματικόν (κατά τους υλιστές, οι οποίοι το ταυτίζουν με το άϋλον σύνολο των μαθηματικών αντικειμένων ή, αλλιώς, τις προτυπώσεις, που οδηγούν στην γένεσιν των όσων αντιλαμβάνονται ως τα όντα).
Στα παραπάνω θα πρέπει να παρατεθούν, ως διαφοροποιήσεις, οι απόψεις των:
  1. Α. Einstein, ο οποίος ταυτίζει το Ον και το μη Ον.
  2. Αναξιμάνδρου, ο οποίος θεωρεί ως γεννήτορα του Όντος το Άπειρον1.
  3. Αναξαγόρου, ο οποίος διδάσκει ότι ο Νούς είναι η γενεσιουργός των «πάντων» (συνόλου της περιωρισμένης στον χώρο ποσότητος Ύλης-Ενέργειας) εκδήλωσις του Θείου.
  4. Ηρακλείτου (παρατίθεται τελευταία ως η προφανώς ορθή), που θεωρεί ότι δια ορισμών όπως Ον ή μη Ον περιγράφονται διακρίσεις του Υλικού (Φυσικού) Σύμπαντος.
Ο Ηράκλειτος και όλοι οι Ίωνες φιλόσοφοι (πλην, ίσως, του Αναξαγόρου) δεν ασχολούνται με το θείον ή τα πέραν του ό,τι μπορεί να γίνεται αντιληπτόν ως φυσικόν χωρίς, βεβαίως, να σημαίνει αυτό ότι ήσαν αθεϊστές.
Ενδεικτικό για αυτή τους την στάσι είναι το απόφθεγμα του Μελίσσου του Σαμίου.
«περ θεν... μή δεῖν ἀποφαίνεσθαι· μή γάρ εἶναι γνῶσιν αὐτῶν.» [για τους θεούς. δεν πρέπει να εκφέρεται γνώμη. διότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει γνώσις αυτών.]
3. Έχω την γνώμη ότι, μάλλον, θα πρέπει να συμφωνηθούν τα ακόλουθα.
  • διακριτές υποστάσεις του Υλικού Σύμπαντος είναι το Ον (πραγματικόν - νοητόν) και το μη Ον (φαινόμενον-αισθητόν).
  • Υπάρχει μία ουσία περιέχουσα το Ον και περιεχομένη, η οποία μπορεί να ορισθή ως ο γεννήτωρ του ή ως παραλλήλως υπάρχουσα, που, επίσης, έχει δράσιν ευοδωτικήν εις την διάδοσιν όλων των δυνάμεων (αλληλεπιδράσεων) της Ύλης.
Αυτή η ουσία νοείται ως εκτεινομένη αορίστως εκτός ορίων του Όντος και έχει περιγραφή από τους:
  • Αναξίμανδρον ως το Άπειρον.
  • Πλάτωνα ως το Ον.
Το Πλατωνικό Ον, όντας αγέννητον, ανώλεθρον, αθάνατον, απολύτως ομοιογενές, «κατά τά αὐτά ὂν» (αμετάβολον-ακίνητον) ταυτίζεται με το θείον. Για το Φυσικόν Σύμπαν δεν προτείνονται διακρίσεις.
Αυτή, ατυχώς, είναι η Παρμενίδιος επίδρασις στην σκέψι του μεγάλου κατά τ' άλλα φιλοσόφου.
  • Αριστοτέλην ως η Πέμπτη Ουσία.
  • Α. Einstein ως το Χωροχρονικόν Συνεχές.
Η επινόησις αυτή του Einstein είναι κατ' ουσίαν ένα μαθηματικό μοντέλο, το οποίον εφευρέθηκε για την περιγραφήν φαινομένων του μη Όντος· ως ανήκον σ' αυτό θα πρέπει να θεωρηθή ως μη Ον, επίσης.
-πολλούς ως το βασικόν υπόστρωμα του ό,τι μπορεί να νοηθεί ως το Συνεχές Διάμεσον.
4. Προτάχθηκαν αυτά, επειδή θεωρήθηκαν απαραίτητα για την κατανόησιν ζητημάτων και εννοιών, που θα προκύψουν κατά την ανάπτυξιν της ύλης, εν συνεχεί.
Εδάφιο Β:
1. α. Ως βασική προϋπόθεσις, των όσων ενδεχομένως θα προταθούν, τίθεται ότι:
  2.
[η ταχύτης του φωτός]
ότι δηλ. ο συγκεκριμμένος τύπος των Maxwell-Einstein έχει ισχύν καθ' όλην την εξέλιξιν του Όντος.
Πρέπει να διευκρινισθή, ωστόσο, ότι η παράστασις αναφέρεται στο μη Ον· ο ίδιος ο εισηγητής της επισημαίνει ότι ισχύει υπό την προϋπόθεσιν ότι το εν κινήσει (υπό παρατήρησιν) σώμα κινείται μαζύ με το σύστημα αναφοράς, στο οποίο περιγράφεται.
Η εμπειρία, όμως, η οποία προκύπτει από διατάξεις, όπως οι επιταχυντές, είναι ότι πράγματι η μάζα των σωμάτων αυξάνεται αναλόγως προς την κινητικήν τους κατάστασι· τούτο ερμηνεύεται ως ότι, και αντικειμενικώς, δια παν κινούμενον σώμα ισχύει (όχι μόνον φαινομένως) εν γνώσει του παρατηρητού ή και εν αγνοί του (ειδικώς, όταν αφορά τον ίδιο).
Αυτό το τελευταίο έδωσε το κίνητρο στο παρόν. να ελεγχθούν δηλ. οι πιθανές νοητικές προεκτάσεις της αποδοχής της ισχύος του Νόμου, ο οποίος τέθηκε ως βασική προϋπόθεσις, για το σύνολον του Υλικού Σύμπαντος (Όντος και μη Όντος).
β. Βάσει μιάς θεωρήσεως προκύπτει από τα προεκτεθέντα ότι:
[υ = η ταχύτης του συστήματος αναφοράς, στα πλαίσια του οποίου το υπό παρατήρησιν σώμα είναι ισοδυνάμως ακίνητον, πρακτικώς εκφράζει την δυνατότητα κινήσεως του συγκεκριμένου συστήματος στα πλαίσια του τομέως του Όντος, όπου ο παρατηρητής ανήκει.]
[VM = η θεωρητικώς μεγίστη ταχύτης, η οποία είναι δυνατόν να αναπτυχθή από το οποιοδήποτε υλικόν σώμα στα πλαίσια του τομέως του Όντος (ή του συστήματος αναφοράς), όπου εξετάζεται· αποδέχομαι την επικρατούσαν άποψιν, ότι VM=CL (ότι δηλ. η ταχύτης του φωτός είναι η, κατά τομείς, μεγίστη στον χώρο του Όντος).]
[ω = ο βαθμός ωριμάνσεως του τομέως του Όντος, εις τον οποίον αναφερόμαστε· λαμβάνει τιμές 0° - 90° (δηλ. 1≥ συνω≥0).]
γ.
[CΙ = η ανωτάτη (αντικειμενικώς απόλυτος) ταχύτης στο Ον (πραγματικόν-νοητόν) Σύμπαν.]
Η σχέσις εκφράζει την άποψιν (γενικώς αποδεκτή), ότι η ταχύτης του φωτός είναι ανώτατον όριο για το χώρο, όπου τα υλικά σώματα ανήκουν ή εξετάζονται, και, ακόμη, ότι η ιδία δεν είναι απόλυτος (επίσης αντικειμενικώς κρινομένη) αλλά μεταβάλλεται αναλόγως προς τον βαθμόν ωριμάνσεως του τομέως.
π.χ. για ω=0°, VM=CL =0
Υποκειμενικώς εκτιμωμένη (μετρωμένη στον χώρο του μη Όντος) η CL είναι, βεβαίως, σταθερά (απόλυτος) ίση προς ~300.000 km/sec, για τον λόγον ότι και τα μέτρα του υποκειμένου, όπως και το σώμα του, μεταβάλλονται αναλόγως (νοείται, εν προκειμένω, ως ο παρατηρητής). Δημιουργούνται συνθήκες κατά την εξέλιξιν του Όντος (π.χ. μελανές οπές), που αυτά τίθενται υπό αμφισβήτησιν3.
Τομείς εγγύς ορίων θα περιγραφούν, ειδικώτερα, παρακάτω.
2. Ως οριακές καταστάσεις νοούνται οι:
α. Της Υπερδιαστολής: Θα υπάρξει, όταν η ορμή της Εκρήξεως (big-bang) θα απορροφηθή πλήρως υπό της βαρύτητος και το Ον θα ακινητοποιηθή έχοντας καταλάβει άπειρον έκτασιν και εν ταυτώ αποκτήσει σχεδόν μηδενικήν πυκνότητα. Επί υπερδιαστολής ω=90° συνεπώς Όμως, αν ουδενός υλικού σώματος η κίνησις είναι δυνατή, ούτε του φωτός θα είναι (το φως διαθέτει μάζαν προστιθεμένην)· ούτε άλλης αλληλεπιδράσεως η διάδοσις θα είναι δυνατή (για τον ίδιο ακριβώς λόγο). Νοείται υπ' αυτήν την έννοιαν ότι η ενέργεια, που εγκλωβίζεται στο Ον, ούσα σταθερά αθροίζεται ως προστιθεμένη μάζα των φορέων της και εν τέλει των δομικών (στοιχειωδών) σωματίων της ύλης. Από της στιγμής που τα τελευταία θα πάψουν να αλληλεπιδρούν, θα έχουν μηδενισθή (εξαφανισθή) για τον χώρο του Όντος έχοντας επιστρέψει στην «πρώτην ή πέμπτην ουσία» (ή το άπειρον του Αναξιμάνδρου), εκ τής οποίας γεννήθηκαν κατά τον Αριστοτέλη, και μάλιστα «κατά τό χρεών». Υπάρχει, ωστόσο, και άλλη πιθανότης· προκύπτει εκ του VM=CL=CI(I-συνω) ότι, για ω=90°, VM=CL=CI Στην περίπτωσιν αυτή η ενέργεια του Όντος όλη διατηρείται στο σε κατάστασιν υπερδιαστολής Σύμπαν υπό μορφήν φωτός (ακτινοβολία Gamov)· το Ον άπτεται (εκπυρούται) κατά τον Ηράκλειτο.
β. Της Υπερκατακρημνίσεως. Αυτή είναι ευχερέστερα κατανοητή ως εκφράζουσα την κατάστασιν του νοητού Κοσμικού Αυγού, το οποίον έδωσε γένεσιν στο παρόν Σύμπαν κατά τους περισσοτέρους των σοφών, και οι σχετικές ερμηνείες πολύ ευκολώτερες. Επί υπερκατακρημνίσεως ω=0°· συνεπώς
υ/CL 1 υ CL
CL=CI(I-συνω) 0 και άρα υ 0, επίσης.
Πιστεύουμε, παρά ταύτα, ότι στο υπό κατακρήμνισιν Ον   (δηλ. το φώς δεσμεύεται), τηρουμένων των αναλογιών, αρκετά πριν ω=0°. Δεν υπάρχει δυνατότης αυτοβούλου κινήσεως επί Υπερκατα-κρημνίσεως (δηλ. στον νοητό χώρο του Κοσμικού Αυγού) και τούτο είναι και λογικόν και κατανοητόν. Φαίνεται ότι η διαστολή του Όντος έπεται (είναι, πιθανώς, η 2α φάσις της εξελίξεώς του) και ότι, εάν υπήρξαν άλλες πριν, εις το οποίον ο Ηράκλειτος δεν αντιλέγει, η 1η θα ήταν αυτή μιάς Μεγάλης Συνθλίψεως (κατακρημνίσεως). Τις απόψεις, σχετικώς, των Αναξιμάνδρου και Ηρακλείτου θα αντιπαραθέσω στην συνέχεια.
γ. Πρέπει, αν και εκ περισσού, να τονισθή εδώ ότι οι τιμές ω=0° και ω=90° απεικονίζουν όλως ακραίες καταστάσεις, που, λογικώς τουλάχιστον, δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν. Φρονώ ότι αυτό αδιαμφισβητήτως ισχύει για την περίπτωσι της υπερκατακρημνίσεως. Η περίπτωσις, όμως, της υπερδιαστολής θα συζητηθή· είναι, άλλωστε, το θέμα αυτής της δημοσιεύσεως. Κοινή πεποίθησις, πάντως, είναι ότι φως στο Κοσμικό Αυγό δεν υπήρχε αλλ' αποδεσμεύθηκε κατά την πληθωρισμικήν φάσιν (ειδικώς το μέρος της εκείνο, που έπεται του big-bang). Ως Κοσμικήν Έκρηξιν νοώ την κορύφωσιν αυτής της φάσεως, η οποία θεωρώ ότι εκδηλώθηκε στο προ αυτής χρονικόν διάστημα και συνεχίσθηκε για κάποιον χρόνο μετά · δεν αφορά, προφανώς, το σύνολον της μάζης του Όντος.
Εδάφιο Γ:
Στο εδάφιο αυτό θα καταχωρηθούν διασωθείσες γνώμες των Αναξιμάνδρου και Ηρακλείτου· όπως εξαγγέλθηκε. Θα καταγραφούν, όπως διατυπώθηκαν στα πρωτότυπα κείμενα, με απόλυτον αλφαβητικήν σειράν των συγγραφέων.
Είναι, όντως, συγκλονιστικόν το με πόσην σαφήνειαν και ακρίβεια περιγράφεται από τους συγκεκριμμένους φυσικούς φιλοσόφους η πιθανή εξέλιξις του Όντος καθώς και το πόσον σύγχρονες οι έννοιες, στις οποίες αναφέρονται, είναι:
1. Ο Αναξίμανδρος ο Μιλήσιος (6ος π.Χ. αιών - απέθανεν λίγο μετά την 58η Ολυμπιάδα), μαθητής του Θαλού, λέγει κατά τους:
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΝ - «εκ τοῦ ἑνός ἐνούσας τς ἐναντιότητας ἐγκρίνεσθαι.» [εκ του ενός, όπου συνυπάρχουν, τα αντίθετα προέρχονται.]
ΔΙΟΓΕΝΗΝ ΛΑΕΡΤΙΟΝ - «...ἀρχήν καί στοιχεῖον τὸ ἄπειρον...» [.αρχή και στοιχείον (πρωταρχική ύλη) είναι το άπειρον]
ΣΙΜΠΛΙΚΙΟΝ - «...τῶν δὲ ν καὶ κινούμενον καὶ ἄπειρον λεγόντων Ἀναξίμανδρος .ἀρχήν τε καὶ στοιχεῖον .τῶν ὄντων τὸ ἄπειρον .ἀποκρινομένων τῶν ἐναντίων διὰ τῆς ἀιδίου κινήσεως,...» [μεταξύ αυτών που λέγουν ότι υπάρχει αρχή, η οποία και κινείται και είναι άπειρος ο Αναξίμανδρος4...ότι αρχή και στοιχείον (δομική ύλη)... των όντων είναι το άπειρον ...διαχωριζομένων των αντιθέτων δια της αϊδίου κινήσεως.]
- «ἄνευ γὰρ κινήσεως οκ ἔστι γένεσις ἢ φθορὰ.» [.γιατί χωρίς κίνησιν δεν είναι δυνατόν να υπάρξει γένεσις η φθορά..]
- «.ἀρχν...(εἴρηκε) τῶν ὄντων τὸ ἄπειρον .ἐξ ὧν δὲ ἡ γένεσις ἐστ τοῖς οὖσι καὶ τὴν φθορὰν εἰς ταῦτα γίγνεσθαι κατὰ τὸ χρεὼν.» [.αρχήν.(έχει είπη) των όντων το άπειρον. εξ όσων δε η γένεσις στα όντα προκύπτει εις αυτά τα ίδια δια της φθοράς τους καταλήγουν (επιστρέφοντάς τα) ως χρέος τους.»
2. Ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος (ήκμασε περί το 500 π.Χ. 69η Ολυμπιάδα) λέγει κατά τους:
ΔΙΟΓΕΝΗΝ ΛΑΕΡΤΙΟΝ - «.πεπεράνθαι τε τὸ πᾶν καὶ ἕνα εἶναι κόσμον· γεννᾶσθαί τε αὐτὸν ἐκ πυρὸς καὶ πάλιν ἐκπυροῦσθαι κατά τινας περιόδους ἐναλλὰξ τὸν σύμπαντα αἰῶνα.» [..το παν (Σύμπαν) είναι πεπερασμένον και υπάρχει ένας κόσμος (μόνον)· γεννιέται δε αυτός από το πυρ και πάλιν εκπυρούται σε καθωρισμένα χρονικά διαστήματα που εναλλάσσονται αιωνίως.]
ΘΕΜΙΣΤΙΟΝ - «.φύσις δὲ (καθ' Ἡράκλειτον) κρύπτεσθαι φιλεῖ.» [.στην φύση (κατά τον Ηράκλειτον) αρέσει να μην αποκαλύπτεται.]
ΙΠΠΟΛΥΤΟΝ - «.αἰὼν παῖς ἐστ παίζων, πεσσεύων· παιδὸς ἡ βασιληίη5...» [.ο χρόνος είναι παιδί που παίζει, ρίχνοντας ζάρια· στο παιδί ανήκει η πρωτοκαθεδρία.]
Η εξέλιξις στο Ον είναι τυχαία (χαοτική).
- «.ἁρμονίη ἀφανὴς φανερῆς κρείτων.» [η κρυφή αρμονία είναι πολύ καλλιτέρα από την φανερή (αισθητή).]
- «ὁδὸς ἄνω κάτω μία καὶ ὡυτὴ.» [..ανήφορος ή κατήφορος είναι ο ίδιος δρόμος] [η οδός προς τα άνω (εκπύρωσις) και προς τα κάτω (σβέσις) είναι μία η ιδία]
Η φαινομένη εξέλιξις του Όντος είτε διαστέλλεται (εκπυρούται) είτε συστέλλεται είναι ομοία (η ιδία).
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΝ - «.κόσμον τόνδε, τὸν αὐτὸν ἁπάντων, οὔτε τις τῶν θεῶν οὔτε ἀνθρώπων ἐποίησεν, ἀλλ' ἦν ἀεὶ καὶ ἐστν καὶ ἔσται πῦρ ἀείζωον, ἁπτόμενον μέτρα καὶ ἀποσβεννύμενον μέτρα.» [..αυτόν τον Κόσμο, που είναι ο ίδιος για όλα τα όντα, ούτε κάποιος από τους Θεούς ούτε από τους ανθρώπους έπλασεν, αλλά ήταν πάντοτε και είναι και θα είναι πυρ αενάως αναγεννώμενον, που ανάβει και σβήνει συμφώνως με συγκεκριμμένους νόμους.]
ΣΕΞΤΟΝ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΝ - «(ὁ δὲ Ἡράκλειτος) .δυσν ὠργανῶσθαι ὁ ἄνθρωπος πρὸς τὴν τῆς ἀληθείας γνῶσιν· αἰσθήσει τε καὶ λόγῳ, τούτων δὲ τὴν αἴσθησιν . ἄπιστον εἶναι., τὸν δὲ λόγον ὑποτίθεται κριτήριον.» [(ο δε Ηράκλειτος)... ότι δύο όργανα διαθέτει ο άνθρωπος για να γνωρίσει την αλήθεια, την αίσθησιν και τον λόγον (νόησιν), από αυτά δε η αίσθησις .άπιστος (δεν πρέπει να τυγχάνει εμπιστοσύνης) ότι είναι και ότι κριτήριον (της αληθείας) υποτίθεται ο λόγος.]
ΨΕΥΔΟ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΝ.καὶ ἐκ πάντων ἕν καὶ ἐξ' ἑνὸς πᾶντα..» [και από όλα ένα και από ένα όλα..]
Εδάφιο Δ:
Είναι, λοιπόν, το Ον Αναξιμάνδρειον ή Ηρακλείτιον;
Αν, όντως, ο τύπος του Α. Einstein, ο οποίος τέθηκε ως βασική προϋπόθεσις, έχει ισχύν στο σύνολο του Όντος θα είναι, προφανώς, Αναξιμάνδρειον. Τούτο νοείται ευθέως αλλά και ως αντίστροφος διαδικασία της περιγραφείσης στο Εδάφ. Β΄(παραπάνω)· δηλ. όπως η ενέργεια όλη, μετατρεπόμενη σε προστιθεμένην μάζα, εξαφανίζεται από το σώμα του Όντος, όταν ακινητήσει η ιδία και συνεπακολούθως οι ταχύτητες διαδόσεως των αλληλεπιδράεων μηδενισθούν, διαχεομένη στην «πρώτην ουσίαν» (ή Άπειρον ) ομοίως, κατά τον ακριβώς αντίστροφο τρόπον, γεννιέται το Σύμπαν (ή ένα Σύμπαν) από τον ίδιο Χώρο (τον Θεόν ή, απλώς, εκείνον πέραν της Ύλης, του Θεού νοουμένου εφ' όλων αυτών).
Αυτά είναι, εκ πρώτης όψεως, πολύ ελκυστικά έως και αυτονόητα Ακριβώς έτσι προκύπτει και η αντίρρησις.
Φαίνονται αυτονόητα!! Δηλ. ο συγκεκριμμένος τύπος μπορεί κατά μίαν έννοιαν να επιβεβαιούται (πιθανώς και κατά μεγίστην προσέγγισιν) και για τον χώρο του Όντος (τον πραγματικό) αλλά δεν παύει να περιγράφει φαινόμενα του μη Όντος· τούτο σημαίνει ότι, πιθανώς, υπάρχουν παράγοντες, οι οποίοι δεν μας είναι γνωστοί και οι οποίοι, ενδεχομένως, θα εμπλέκοντο ( θα συνυπολογίζοντο) σ' έναν γενικώτερον τύπο· και, ακόμη, ότι δεν είμαστε σε θέσιν να γνωρίζουμε, αν συνεχίζει να έχει ισχύν επί οριακών καταστάσεων όπως π.χ. η Υπερδιαστολή ή η Μεγάλη Σύνθλιψις (και για τον προαναφερθέντα λόγον).
Πέραν τούτων, θα ήταν ανοήτως υπεροπτικό, να πιστεύσουμε ότι κατέχουμε την απόλυτον αλήθεια.
Έτσι, το θέμα τίθεται επί παραδοχών· όπως:
  • υπάρχει αρχή (χρόνος γεννήσεως)
  • όσα υπόκεινται εις γεννήσεις υπόκεινται και εις φθοράς (περατούνται - αποθνήσκουν)
  • το πέραν του Φυσικού δεν υπόκειται εις διερεύνησιν.
Είναι αληθές, πάντως, ότι η αισθητή τάσις στο Σύμπαν, σήμερα, είναι της επιταχύνσεως της διαστολής του· τούτο συνηγορεί εις την Αναξιμάνδρειον άποψιν αλλά έχει, οπωσδήποτε , και άλλην (ή άλλες) εξήγησιν.
Η Ηρακλείτιος άποψις εξετέθη και είναι αφ' εαυτής πολύ σαφής (δεν χρήζει ερμηνείας).
Το Ον είναι ένα, μοναδικόν, πεπερασμένον, παλλόμενον, πυρ αείζωον και για εμάς τους ανθρώπους το ίδιον και Θεός.6
Εδάφιο Ε:
Περαίνοντας, θα πρέπει να συμφωνήσουμε κατ' ελάχιστον στο ότι το Ον είναι εκδήλωσις της «πρώτης ουσίας», απερίγραπτος αλλ' όμως κατανοητή. Ως τοιούτον έχει, οπωσδήποτε, τέλος.7
Θα είναι για κάποιο διάστημα (πεπερασμένον) παλλόμενον· δεν διανύουμε δηλ. αναγκαστικώς την 1ην φάσιν του (αυτήν της συστολής-κατακρημνίσεως) ή την τελευταίαν (της διαστολής). Πιθανώς, φθίνει με κάθε παλμόν, ώστε κάποτε θα απωλέσει την ικανότητά του να εκρήγνυνται. Και το αντίθετον, ωστόσο, δεν είναι απίθανον· ούτως ή άλλως σε σχέσιν προς το άπειρον είναι μηδενικόν.
Άλλες εκδηλώσεις της πεμπτουσίας θα υπάρξουν ή και υπάρχουν έως και άπειρες.
Εδάφιο ΣΤ:
Ως τελικόν συμπέρασμα, από τα παραπάνω, εξάγεται, κατ' εμέ, ότι:
  1. Το Ον Σύμπαν έχει, κατά κάποιον τρόπο, αρχήν (εκ της «πρώτης ουσίας»). Ως προς αυτήν του την εξέλιξιν είναι, βεβαίως, Αναξιμάνδρειον. Επί αορίστως μακρόν χρονικόν διάστημα (οπωσδήποτε πεπερασμένον) θα είναι παλλόμενον, «πῦρ ἀείζωον ἁπτόμενον καὶ ἀποσβεννύμενον μέτρα»· δηλ. Ηρακλείτιον. Συνεχώς εξαντλείται· μέρος της μάζας του αποδίδεται εις το Άπειρον μετά κάθε νέαν εκρηκτικήν διαστολή τιθεμένην εκτός εμβελείας της δυνάμεως της βαρύτητος.8
  2. Η ισχύς του συγκεκριμμένου τύπου του Α. Einstein (τουλάχιστον επί υπερδιαστολής) είναι αβεβαία.
  3. Ο θάνατος θα επέλθη, όταν η μάζα, η οποία τελικώς θα συγκεντρωθή στο νοητόν του κέντρο, λόγ ποσότητος δεν θα έχει την δυνατότητα μιάς νέας εκρήξεως· δηλ. θα υπάρξει σώμα (υπόλειμμα)· δεν θα αποδοθή εις το Άπειρον κατά την Αναξιμάνδρειον αντίληψιν.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. Το Αναξιμάνδρειον «Άπειρον» μπορεί να ταυτισθή προς ό,τι νοείται ως η Αριστοτελική «πεμπτουσία». Η σύλληψις του Αναξογόρου, όπως εκτίθεται εν συνεχεία, αναφέρεται, προφανώς, σε μίαν από τις ιδιότητες του «Απείρου» ή «πέμπτης ουσίας», η τελευταία κατά τον Αριστοτέλη είναι πεπερασμένη (ομοίως νοείται και το «Άπειρον» του Αναξίμανδρου).
2.    · είναι η προστιθεμένη μάζα, η οποία αντιστοιχεί σε ενέργειαν
Εο (φως ή άλλης μορφής), που κατέχεται από το κινούμενον σώμα και αθροίζεται με την μάζαν του ηρεμίας ως αδρανειακή (κατά την γνώμη μου, και ως βαρεία).
3.  Η Γαλιλαϊκή Αρχή τίθεται υπό αμφισβήτησιν.
4.  Υπάρχουν άλλοι (π.χ. Πλάτων, Παρμενίδης κ.λ.) οι οποίοι θεωρούν το Ον Σύμπαν, κατ' αυτούς και Άπειρον, ως απολύτως ομοιογενές και ακίνητον, πολλαπλούν και Ένα.
5. Βασιληίη: η βασιλική οδός ή στοά μεταφορικώς, εδώ, ο κυρίαρχος τρόπος.
6.  Οι Ψυχές των ανθρώπων έχουν, κατά τον Ηράκλειτον υλικήν υπόστασιν διαχεόμενες μετά θάνατον στο Ον και ενσωματούμενες εις αυτό.
7.  Το εντυπωσιακό, όπως προκύπτει από τα γραφόμενα, είναι όχι, απλώς, ότι μάζα γεννιέται εκ της «πρώτης ουσίας» εισερχομένη εν συνεχεία εις τον εν δυνάμει αισθητόν χώρον του Όντος (όπως έχει υποστηριχθή προσφάτως) αλλά ότι το Ον γεννήθηκε εκ ταύτης· δηλ. η μάζα του ηρεμίας και μαζύ δεσμευμένες ως προστιθεμένη τοιαύτη οι δυνάμεις, προωρισμένες να ενεργοποιηθούν, όταν θα ήταν δυνατόν να υπάρξουν (η βαρύτης πρώτη και οι άλλες εν αναμονή προς αποδέσμευσιν κατά την ωρισμένην τάξιν δαπάναις της ιδίας μάζης, επίσης), γεννήθηκαν εκ του χώρου πέραν του ό,τι σήμερα νοείται ως ο φυσικός (ή όπως αλλιώς έχοντος ορισθή), όταν για λόγον και με τρόπον μη επιστητούς ένας σημαντικός τομεύς του τέθηκε σε κίνησιν.
Η κίνησης είναι καθ' αυτή η δωρεά, η θεία πνοή, η οποία γεννά την ύλην (ως συντεταγμένην τοιαύτη των στοιχειωδών σωματίων (Higg' s)) δανείζοντας, κατά τον Αναξίμανδρον, την αναγκαίαν ποσότητα, που εν καιρώ θα αποδεσμευθεί υπό την μορφήν των αλληλεπιδράσεων.
8.  Θα μπορούσε να ισχυρισθή κάποιος ότι οι τυχόν απώλειες αναπληρούνται εξελισσομένης της διαστολής, με τον τρόπο που περιγράφεται, ή και υπεραναπληρούνται, έως ότου υπάρξει μία Ηρακλείτιος ισορροπία (εν δυνάμει αθανασία).
Αυτό δυσκόλως γίνεται δεκτό γιατί αντίκειται στην παραπάνω αναφερθείσαν (ως δευτέραν) αρχήν-παραδοχήν, ότι:
- όσα υπόκεινται εις γεννήσεις υπόκεινται και εις φθοράς.

Βιβλιογραφία

1. H. DIELS - W. KRANZ «ΟΙ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΙ» Εκδόσεις Ν. ΠΑΠΑΔΗΜΑ Αθήναι 2005.

2. ΘΕΟΔΩΡΟΥ Π. ΜΑΤΘΑΙΟΥ «Η ΚΙΝΗΣΙΣ ΣΤΟ ΣΥΜΠΑΝ» Εκδόσεις ΒΕΡΕΤΤΑΣ Αθήνα 2008.
via

Feature (Side)

Πρόσφατα

Random

*

Archives

© 2013 Point of view. All rights resevered. Designed by | point me