Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

AD (728x90)

  • 2793 Pine St

  • 1100 Broderick St

  • 868 Turk St

  • 420 Fell St

«Διότι μέσα στην πολλή σοφία υπάρχει πολλή γνώση και όποιος προσθέτει γνώση, προσθέτει θλίψη.»

Feature Top (Full Width)

Feature Update

Latest Updates

Πολύ ζάχαρη πιπιλίζουμε με την καραμέλα της θετικότητας




Αυτή η καραμέλα περί θετικότητας θα μας χαλάσει τα δόντια στο τέλος. 

Πολύ ζάχαρη πιπιλίζουμε..



Σίγουρα χρειάζεται να βαδίζω στο δρόμο που οδηγεί στη θετικότητα, αυτός είναι ο σκοπός. 

Αρκεί να μην μου γίνει έμμονη ιδέα γιατί έτσι πολύ εύκολα μπορώ να αποκτήσω ψυχολογικά προβλήματα.


Αυτό το σλόγκαν κάνω παρέα μόνο με θετικούς ανθρώπους, πρώτον είναι λίγο ρατσιστικό και δεύτερον είναι λίγο άτοπο. 

Υπάρχει ο απόλυτα θετικός άνθρωπος; 

Τι σημαίνει θετικός άνθρωπος;


Μας λένε, κάνε παρέα μόνο με επιτυχημένους... 

Τι σημαίνει επιτυχημένος; 

Κάποιος που δημιούργησε περιουσία, που έγραψε ένα βιβλίο, που έφτιαξε μια όμορφη καριέρα αυτόματα θεωρείται επιτυχημένος; 


Και τι θα γίνουν αυτοί που δεν είχαν την ευκαιρία ή την δύναμη να διακριθούν σε κάτι;

 Θα τους βάλουμε στο περιθώριο ή θα τους πετάξουμε στον Καιάδα;

Μήπως ο ορισμός του θετικού ανθρώπου είναι ένα πρότυπο που μας έχουν περάσει ώστε να μας κάνουν ακόμα πιο αδύναμους; 


Όπως συμβαίνει με κάθε κοινωνικό πρότυπο, π.χ λένε το ιδανικό σώμα είναι έτσι...

 Τα ιδανικά κιλά είναι τόσα...

Όταν εγώ δεν ανταποκρίνομαι στο ιδανικό πρότυπο, κοιτάζοντας τον εαυτό μου στον καθρέφτη βιώνω θλίψη και μελαγχολώ...

Νιώθω ανήμπορος, νιώθω πως δεν είμαι αρκετά ικανός..

 Όταν εγώ δεν είμαι ο τέλειος, επιτυχημένος, δυνατός, όμορφος άνθρωπος μπαίνω στο περιθώριο, κινδυνεύω να μείνω μόνος γιατί κάποιοι θέλουν να συναναστρέφονται μόνο επτυχημένους...


Το ίδιο ισχύει και για το πρότυπο του θετικού ανθρώπου.


Πολλές φορές φορώ τη μάσκα του θετικού ανθρώπου ώστε να γίνω αποδεκτός στους κύκλους αυτών που υποστηρίζουν τη θετικότητα. 


Είναι στη μόδα πλέον να είσαι θετικός.

 Όπως στη φετεινή σεζόν είναι in το μαύρο χρώμα, το κοντό μαλλί οι μελί ανταύγειες έτσι και στην εποχή μας είναι μόδα να είσαι θετικός... 


Στην ανθρώπινη φύση μας συνυπάρχουν το καλό και το κακό, το θετικό και το αρνητικό, ζούμε σε έναν κόσμο γεμάτο αντιθέσεις και σκοπός μας είναι η υγιή μας εξέλιξη και η αυτοπραγμάτωση, αλλά τα πράγματα θέλουν το χρόνο τους για να συμβούν... 


Στην αιώνια μάχη του καλού με το κακό πραγματικά επιτυχημένος άνθρωπος θεωρείται αυτός που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε αυτούς τους δυο αντίθετους πόλους.


Αγαπώ, σέβομαι και αποδέχομαι τον εαυτό μου ακριβώς όπως είναι!


Αγαπώ, σέβομαι και αποδέχομαι τους άλλους ακριβώς όπως είναι!


Τώρα όσο γι' αυτούς που υποστηρίζουν ότι θέλουν να κάνουν παρέα μόνο με θετικούς ανθρώπους  θα τους πω το εξής:


Όταν είναι κάποιος ήρεμος και αρμονικός δεν έχει ανάγκη να κάνει παρέα με θετικούς ανθρώπους, γιατί η γαλήνη και η ηρεμία βρίσκονται στη φύση του... 

Αν δεν είναι ο ίδιος θετικός δεν θα γίνει θετικός γιατί συναναστρέφεται θετικούς ανθρώπους, όταν θα μένει μόνος θα έρχεται αντιμέτωπος με την εσωτερική του αρνητικότητα και τις εσωτερικές του συγκρούσεις τις οποίες καμιά θετική συναναστροφή δεν θα τις επιλύσει.














Το «λάθος» που γίνεται «σωστό»





Πριν από πολλά χρόνια, όταν ήμουν ακόμη σχετικά νέος στη δημοσιογραφία, ο διευθυντής της εφημερίδας που δούλευα με επέπληξε μια μέρα, με αστική ευγένεια είναι αλήθεια, για το γεγονός ότι είχε διαφύγει της προσοχής μου συντακτικό λάθος σε τίτλο κειμένου. Παρ’ ότι ήμουν αρκετά καλός γνώστης και χρήστης της ελληνικής, δεν υπήρξα ποτέ φανατικός καθαρολόγος, είτε της λαϊκότροπης είτε της λογίας εκδοχής. Και σε κάθε περίπτωση δεν ήμουν πιστός στους κανόνες των γλωσσικών εγχειριδίων, για τον απλούστατο λόγο ότι, όπως όλοι της γενιάς μου, έζησα την ραγδαία μετάβαση από την κυριαρχία της απλής καθαρεύουσας του επίσημου λόγου στον θρίαμβο της απλής δημοτικής, που καθιστούσε «ορθά» και απολύτως αποδεκτά χιλιάδες «λάθη» της παλαιάς γλώσσας.


«Μετά από…». Αυτό ήταν το λάθος που προκάλεσε την παρατήρηση του διευθυντή μου. «Κλασικό λάθος, δυο προθέσεις, η μια μετά την άλλη δεν πάνε ποτέ», είπε για να τεκμηριώσει την παρατήρηση. Ακριβής παρατήρηση, σύμφωνα με τους κανόνες της αρχαΐζουσας, της απλής καθαρεύουσας ή της λόγιας δημοτικής που επιχείρησαν να επιβάλουν οι εφημερίδες τις προηγούμενες δεκαετίες, αλλά τόσο ασύμβατη με τη ζωντανή πραγματικότητα της γλώσσας. Στα περισσότερα επίσημα κείμενα, στα σχολικά βιβλία, στα δικόγραφα, τις δικαστικές αποφάσεις, τα ΦΕΚ ή τα επίσημα κείμενα της Ευρωπαϊκής Ένωσης το λάθος «μετά από» είναι πια το νέο σωστό. Η πλειοψηφία των «ασυντάκτων» επέβαλε τον νέο κανόνα της στους καθαρολόγους της συντακτικής ακαμψίας. Οι γλώσσες είναι ζωντανοί οργανισμοί γιατί τις μιλούν ζωντανοί άνθρωποι, κι αν αυτοί συμφωνήσουν ότι με το «λάθος» τους εννοούν το ίδιο «σωστό» πράγμα, τότε το λάθος γίνεται σωστό. Εκ των πραγμάτων, το λάθος είναι ο πρόγονος του σωστού.


Μού ξανασυνέβη αυτό πρόσφατα, όταν αναζητούσα την οδό «Πεύκων» στο Ηράκλειο, αλλά όλοι όσους ρώτησα να με προσανατολίσουν με διόρθωναν, άλλος αυστηρά, άλλος αυθόρμητα: «Πευκών»! Τα πεύκα των πεύκων, ή τα πεύκα των πευκών; Με έκανε να αναρωτιέμαι η βεβαιότητα με την οποία με διόρθωναν, έκλινα όσα δευτερόκλιτα ουδέτερα μου έρχονταν στο μυαλό, «τα δένδρα των δένδρων, όχι των δενδρών, τα δώρα των δώρων, όχι των δωρών, δεν μπορεί να κάνω λάθος», αλλά ο αταλάντευτος τονισμός των κατοίκων με κάνει να πιστεύω ότι, τελικά, ο οδογράφος του εγγύς μέλλοντος θα προσαρμοστεί και θα κατεβάσει τον τόνο. Ή το πολύ πολύ θα κρύψει την πάλη ανάμεσα στο «λάθος» και το «σωστό» πίσω από έξι κεφαλαία γράμματα: ΠΕΥΚΩΝ. Κι όλοι θα ‘ναι ευχαριστημένοι.



***

Η γλώσσα είναι ένα σχετικά ανώδυνο πεδίο αυτού του κανόνα, ότι το σωστό είναι πρόγονος του λάθους. Κανείς δεν έπαθε τίποτα επειδή μια πρόθεση χρησιμοποιείται πια σαν σύνδεσμος, κανείς δεν έπαθε τίποτα επειδή ένας τόνος κατεβαίνει ή ανεβαίνει λάθος, κανείς δεν διανοήθηκε ποτέ να διορθώσει τη λάθος προστακτική «επέστρεφε» στο ποίημα του Καβάφη, κι αν αποφάσιζε κανείς να διορθώσει ριζικά όλες τις παραφθορές στις λέξεις που γεννούν νέες λέξεις, στο τέλος θα κατέληγε σε ένα ιδίωμα που δεν θα καταλάβαινε κανείς. Ο κανόνας είναι απλούστατος: ανεξαρτήτως τόνου, ορθογραφίας, σύνταξης όλοι ή οι περισσότεροι να εννοούμε το ίδιο πράγμα και με το σωστό και με το λάθος που κυριαρχεί ως σωστό. 





Τα πράγματα δυσκολεύουν όταν βγούμε πέρα από το λεκτικό σύμπαν, όταν περάσουμε στο πεδίο της χειροπιαστής πραγματικότητας, αυτής που ρυθμίζει τις ζωές μας και καθορίζει την επιβίωσή μας σε ένα περιβάλλον εξ ορισμού επικίνδυνο, ενίοτε και εχθρικό προς τη φύση μας. Ένας πυρήνας αδιαπραγμάτευτης ορθότητας πρέπει να υπάρχει, δεν μπορεί. Ίσως είναι ανεκτό να γίνει «λάθος» το «ορθό» «ου μοιχεύσεις», ίσως υπό συγκεκριμένες συνθήκες το «ου κλέψεις» είναι λάθος, αφού εξαρτάται από το ποιος κλέβει ποιον- έτσι κι αλλιώς είναι «σωστό» ο πλούσιος να κλέβει τον φτωχό, πώς αλλιώς θα υπήρχαν πλούσιοι και φτωχοί, είναι «σωστό» το κράτος να κλέβει τους πάντες, αλλιώς πώς θα υπήρχε κράτος-. Αλλά όταν φτάνεις στο «ου φονεύσεις» τα πράγματα αλλάζουν, ο «σωστός» φόνος είναι η απόκλιση –άμυνα, πόλεμος-, το ου φονεύσεις δεν θα γίνει ποτέ «λάθος», εκτός αν αποφασίσουμε ή αποφασίσουν άλλοι για μας να αφανιστούμε ως είδος.



***

Αυτά φαίνονται κι ακούγονται αυτονόητα, υποτίθεται ότι όλοι μας έχουμε εμπεδωμένο έναν αδιαπραγμάτευτο πυρήνα ορθότητας, η ίδια η κοινωνική δομή, όσο εκμεταλλευτική και καταπιεστική κι αν είναι, το ίδιο το σύστημα διακυβέρνησης, όσο αυταρχικό, ψευδοδημοκρατικό ή απάνθρωπο κι αν είναι, έχουν τον δικό τους πυρήνα ορθολογισμού, έστω ως κώδικα αυτοσυντήρησης, που δεν τους επιτρέπει να βαφτίζουν κάθε τι «λάθος» σε «σωστό» κι αντίστροφα. 


Κι όμως, πολλά συνηγορούν ότι το καπιταλιστικό μας σύμπαν γοργά εγκαταλείπει κι αυτόν τον ελάχιστο πυρήνα ορθολογισμού. Η Δύση, με το δεξιό αλλά και με το αριστερό προφίλ της, παρακολουθεί με αποτροπιασμό και συντάσσεται με σπάνια ομοθυμία στη εξόντωση του ανορθολογικού Ισλαμικού Κράτους στη Συρία, που ισοπεδώνει κάθε κώδικα σωστού και λάθους. Αλλά την ίδια στιγμή σαρώνει στο έδαφός της ό,τι έχει απομείνει από την παράδοση Διαφωτισμού και Ορθολογισμού που τη γέννησε. Υποτίθεται ότι ο ανταγωνισμός- ανάμεσα σε έθνη, κράτη, πολιτισμούς, τάξεις, άτομα- αναγνωρίστηκε ως πηγή φθοράς και αυτοκαταστροφής και το «σωστό» ήταν η αυστηρή οριοθέτησή του. Τώρα, η ανταγωνιστικότητα προβάλλεται ως όρος ύπαρξης και αναπαραγωγής υπερεθνικών ενώσεων, κρατών, τάξεων και ατόμων. Ναι, ακόμη και τάξεων, αφού η κυρίαρχη οικονομική ελίτ έχει κάνει τα πάντα για να «καταργήσει» την πάλη των τάξεων, αλλά ταυτόχρονα έχει κηρύξει έναν ανελέητο πόλεμο εξόντωσης των υποτελών τάξεων.





Το χειρότερο σύμπτωμα αυτής της αλλαγής είναι η ευκολία προσαρμογής των υποτελών στρωμάτων στη νέα κλίμακα «ορθού και λάθους» που επιβάλλει η οικονομική και πολιτική ελίτ του κόσμου. Ανεπαισθήτως, προσχωρούμε στο «λάθος» που γίνεται «σωστό». Μεσολάβησαν χιλιετίες για να αποκτήσουν οι κοινωνίες και να θεσπίσουν τα κράτη μιαν ελάχιστη αλληλεγγύη γενεών- δεν θανατώνουμε τους γέρους στον Καιάδα, δεν εγκαταλείπουμε τους ανάπηρους, δεν απομονώνουμε τους παραβάτες, δεν εκθέτουμε τα παιδιά σε κίνδυνο-. Αυτό το ελάχιστο, που ονομάστηκε βαρύγδουπα «κοινωνικό κράτος», αντιμετωπίζεται σήμερα σαν ένα παράλογο εμπόδιο της «προόδου», ένα εμπόδιο που πρέπει να απαλειφθεί ή να εκμηδενιστεί ως κόστος.

Μεσολάβησαν αιώνες μέχρι να εξοικειωθεί το «σύστημα» με την ιδέα ότι υπάρχει ένα απαραβίαστο όριο στο πόση φτώχεια ή πείνα αντέχουν τα ανδράποδα της μισθωτής εργασίας, για να μπορούν να ξαναπάνε την άλλη μέρα στη δουλειά, ή πόσες ώρες δουλειάς σηκώνουν τα χέρια και το μυαλό τους. Κι όμως, τώρα, αυτό το «απαραβίαστο όριο» εξαφανίζεται ραγδαία από το νομοθετικό εποικοδόμημα των καπιταλιστικών κοινωνιών. 

Μεσολάβησαν ποταμοί αίματος και αιώνες κοινωνικών συγκρούσεων μέχρι να συμβιβαστούν οι ιθύνουσες τάξεις με την ιδέα ότι κάποιας μορφής κοινωνική διαπραγμάτευση είναι αναπόφευκτη, ένας βαθμός αναδιανομής του πλούτου, έστω για να κλείνουν στόματα και να εξασφαλίζεται ταξική ειρήνη, είναι αναγκαίος. Τώρα, δεν υπάρχει όριο στο πόσο πλούτο χρειάζεται να συσσωρεύσει το 0,1% της ανθρωπότητας που ζει εις βάρος του 99,9%. Η απληστία είναι η μόνη πηγή πλούτου, η εργασία ένα περιττό βάρος. 

Δεν είναι κάτι πρωτοφανές για τα ιερατεία της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας η προσχώρηση στον (αυτό)καταστροφικό ανορθολογισμό. Πρωτοφανής είναι η ταχύτητα και βιαιότητα με την οποία διεισδύει στα μυαλά των υποτελών. Ό,τι ήταν κραυγαλέα λάθος πριν από είκοσι χρόνια, σήμερα έχει γίνει το αυτονόητα σωστό. Ό,τι ήταν οπισθοδρόμηση χαρακτηρίζεται πρόοδος. Ο αδιανόητος αποκεφαλισμός ξεκίνησε από το ανώδυνο λεκτικό παιχνίδι, κατέλαβε κάθε περιοχή νοήματος και τώρα επιβάλλει μια καθημερινότητα βαναυσότητας και καχεξίας. Οικονομικής και διανοητικής. Δεν υπάρχει καμιά αντίφαση πια ανάμεσα στις λέξεις κι αυτό που νοηματοδοτούν. Το λάθος κατακλύζει την ενδοχώρα του σωστού.


via

Η αθλιότητα της φιλανθρωπίας





Στη λέξη φιλανθρωπία υπάρχει μια βαθιά αντίφαση, στα όρια του οξύμωρου. Ο άνθρωπος είναι απλώς άνθρωπος, δεν μπορεί να είναι φιλάνθρωπος. Όπως ο λύκος δεν μπορεί να είναι φιλόλυκος, ούτε η κότα φιλόκοτα και ο σκύλος φιλόσκυλος. Ο σκύλος, ναι, μπορεί να είναι φιλάνθρωπος, ως το κατεξοχήν κατοικίδιο που έχει μια σχεδόν αυτοκαταστροφική προσκόλληση στο είδος μας. Η κότα δεν θα μπορούσε να είναι ποτέ φιλάνθρωπη, αν είχε μια ελάχιστη επίγνωση του προορισμού της ως σούπας ή κοκκινιστής. Η γάτα, αν και εξίσου προσκολλημένη στον άνθρωπο και τα ενδιαιτήματά του, δεν είναι φιλάνθρωπη. Είναι απλώς φίλαυτη. Κι επειδή αγαπάει τον εαυτό της περισσότερο από οτιδήποτε άλλο- αν μπορεί να αποκληθεί αγάπη το ένστικτο αυτοσυντήρησης που έχει κάθε ον-, συμβιβάζεται με την αναγκαστική συνύπαρξή της με τον άνθρωπο. Είναι μια κατεξοχήν φιλόγατα που συνδέεται με μνημόνιο κατανόησης με τον άνθρωπο, αν υποθέσουμε ότι η βάση της συνύπαρξής της μ’ αυτόν είναι να πιάνει ποντίκια ή να προσφέρει το σώμα της στην ανθρώπινη ανάγκη για τρυφερότητα και χάδι.


Ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι φιλάνθρωπος. Μπορεί να είναι φιλόζωος ή ζωόφιλος – ας μην μπλέξουμε με την αυθεντική έννοια των δυο ταυτόσημων λέξεων, ποια σημαίνει την αγάπη για τη ζωή και ποια για τα ζώα. Φιλάνθρωπος μπορεί να είναι μόνον ο άνθρωπος που θεωρεί πως μόνος αυτός -άντε, και μερικοί ακόμη φίλοι, συγγενείς, άτομα της τάξης του, της αισθητικής του, της ιδεολογίας του- έχει ξεφύγει από την κατάσταση του ζώου και αντιμετωπίζει τους άλλους του είδους του ως ζώα, που έχουν την ανάγκη της φιλανθρωπίας του (ή της ζωοφιλίας του) και του οφείλουν ευγνωμοσύνη γι’ αυτήν.



Ακόμη κι αν αποδεχθεί κανείς τη χριστιανική αντίληψη της φιλανθρωπίας, πρέπει να εκκινήσει από τη βάση της, που είναι η φιλαυτία. «Αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν», λέει το ευαγγελικό πρόταγμα.



Αλλά αυτό προϋποθέτει, πρώτον, να αγαπάς τον εαυτό σου. Δεύτερον, να αντιλαμβάνεσαι τον εαυτό σου σε μια κατάσταση ισότητας με τον πλησίον. Τρίτον, να νιώθεις ότι βρίσκεσαι σε μια ενότητα με τον πλησίον. Δηλαδή, να αντιλαμβάνεσαι την ανθρώπινη φύση σου, έτσι όπως την αντιλαμβανόταν ο Hobbes στον «Λεβιάθαν» του: «Η φύση έχει κάνει σε τέτοιο βαθμό τους ανθρώπους ίσους ως προς τις ικανότητες του σώματος και του νου, ώστε (…) η διαφορά των ανθρώπων δεν είναι τόσο αξιοσημείωτη που να μπορεί κανείς να αξιώνει για τον εαυτό του οποιοδήποτε ωφέλημα το οποίο κάποιος άλλος να μη μπορεί εξίσου καλά να το αξιώσει».



Η φιλανθρωπία είναι η άλλη όψη της έκπτωσης από τη φυσική κατάσταση ισότητας. Πριν γίνουμε «φιλάνθρωποι», έχουμε αποδεχθεί το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι είναι κατώτεροι από μας, έχουν χάσει ωφελήματα που για μας είναι αυτονόητα ή φυσικά: το σπίτι τους, μια πατρίδα, ένα αξιοπρεπές εισόδημα, μια δουλειά. Έχουμε, δηλαδή, αποδεχθεί μια αφύσικη κατάσταση ανισότητας. Στην οποία μπορεί και να έχουμε συμβάλει. Με την απληστία μας, την ανοχή μας ή τη σιωπή μας.



Σιχαίνομαι τη φιλανθρωπία. Έστω κι αν σπάνια αντιστέκομαι στον πειρασμό ν’ αγοράσω ένα πακέτο χαρτομάντιλα από τα φανάρια, να υποστώ το καθάρισμα του παρμπρίζ του αυτοκινήτου ή να δώσω στο αποστεωμένο «τζάνκι» το ευρώ με το οποίο υποτίθεται θα αγοράσει τυρόπιτα και δεν θα τσοντάρει για την επόμενη δόση του. Εξαγοράζω τις τύψεις μου για το γεγονός ότι εγώ ακόμη είμαι «εντός», όταν τόσοι άλλοι είναι «εκτός», όπως οι χριστιανοί με τον οβολό τους θαρρούν ότι διαγράφουν μια από τις αμαρτίες τους και κερδίζουν ένα μέτρο στον μαραθώνιο προς τον παράδεισο. Είναι μια μορφή ψυχοθεραπείας. Διόλου αθώα και ανιδιοτελής, πρέπει να ομολογήσω.



Αλλά η οργανωμένη βιομηχανία φιλανθρωπίας, στην οποία συνωθούνται θύτες και θύματα, μου είναι απεχθής. Είναι μια κολοσσιαία απάτη. Ανοίγεις το ραδιόφωνο, την τηλεόραση, την εφημερίδα κι είσαι μπροστά σε μια παρέλαση δημίων που περιθάλπουν τα θύματά τους λίγο πριν τα καρατομήσουν. Ή και έπειτα απ’ αυτό. Άλλος μαζεύει ρούχα, άλλος λεφτά, άλλος φάρμακα, άλλος τρόφιμα, αφού πρώτα έγδυσε, ξάφρισε, αρρώστησε και άφησε νηστικό τον αποδέκτη της αλληλεγγύης του. «Όλοι μαζί μπορούμε», «κανείς μόνος του στην κρίση». Γιατί δεν επεδείκνυαν προληπτικά την αλληλεγγύη τους, πριν η κρίση ξεβράσει τα θύματά της στο περιθώριο; Τι είπαν και τι έκαναν όταν περικόπτονταν οι μισθοί, όταν οι συντάξεις έπεφταν στα όρια της πείνας, όταν θερίζονταν τα προνοιακά επιδόματα, και μάλιστα με το ανάθεμα της επαίσχυντης εύνοιας σε «κηφήνες», όταν το ΕΣΥ και τα Ταμεία λεηλατούνταν, όταν η τρόικα πετσόκοβε το ανάπηρο κοινωνικό κράτος κι όταν η μνημονιακή ύφεση πλημμύριζε με λουκέτα και ανέργους τα οικονομικά ερείπια; Σε ποιο μέτρο κοινωνικής καταστροφής λένε «όχι» ακόμη και σήμερα οι πρωταθλητές της φιλανθρωπίας; Το αντίθετο ακριβώς συνέβη και συμβαίνει. Οι φανατικότεροι φιλάνθρωποι είναι οι κάτοχοι του μνημονιακού πρωταθλήματος. Αυτό θα μπορούσε λαϊκά να εκφραστεί και ως εξής: «Να σε κάψω, Γιάννη, να σ’ αλείψω λάδι». Ή «πρώτα μας χέζουν και μετά μας σκουπίζουν».



Σας ακούγεται χυδαίο; Όμως, δεν είναι πιο χυδαίο να απαιτούν την αναδιανομή της δυστυχίας των θυμάτων επειδή τους είναι αδιανόητη η αναδιανομή του πλούτου των θυτών; Δεν είναι πιο χυδαίο να απαιτούν να οικοδομηθεί στα ερείπια του κοινωνικού κράτους που οι ίδιοι κατεδάφισαν ένα εθελοντικό υποκατάστατό του; Δεν είναι πιο χυδαίο οι χρυσοδάκτυλοι της διαπλοκής και του πλιάτσικου στον κοινωνικό πλούτο να διαγκωνίζονται σε «μαραθώνιους της αλληλεγγύης»;



Η κοινωνία δεν χρειάζεται «ανιματέρ» του ανθρωπισμού, ούτε «σελέμπριτι» του πλούτου και της «γκλαμουριάς» για να αφυπνιστούν τα ανθρωπιστικά ανακλαστικά της. Χρειάζεται μηχανισμούς εξάλειψης της φτώχειας, της ανισότητας και της περιθωριοποίησης. Συζητάει κανείς γι’ αυτό; Όχι. Αλλά, όταν θεωρείται αδιανόητο να μείνει ανεξόφλητος ο ομολογιούχος -κατά κανόνα μέλος του πλουσιότερου 1% του παγκόσμιου πληθυσμού που ευθύνεται για την εξαθλίωση του φτωχότερου 30%- και αυτονόητο να «κουρευτεί» ο συνταξιούχος των 600 ευρώ, το αποτέλεσμα είναι θα είναι αυξάνονται επικίνδυνα οι επαίτες και αποδέκτες της φιλανθρωπίας. Κι είναι μάλλον απίθανο να εξαγοραστούν η επικινδυνότητα και η σιωπή τους με τα ψίχουλα της επαιτείας.



Αλλά η βιομηχανία της φιλανθρωπίας προτιμά ακριβώς αυτό: να καταστήσει τους ανθρώπους, ακόμη και τους φτωχότερους και δυστυχέστερους, συνενόχους της φτώχειας και της δυστυχίας τους. Να τους πείσει ότι οι αναξιοπαθούντες πλησίον τους είναι θύματα μιας «φυσικής ανισότητας», εξίσου ακατανίκητης με τις θεομηνίες ή τις φυσικές καταστροφές. Έτσι, δεν αγαπούν τον πλησίον τους ως σεαυτόν. Απλώς, τον οικτίρουν και τον απομακρύνουν σε απόσταση ασφαλείας. Τον αντιμετωπίζουν ως απειλή που πρέπει να εξευμενιστεί. Κατ’ ουσίαν τον μισούν γιατί υπάρχει, παρ’ ότι η εξαθλίωση του άλλου είναι προϋπόθεση της δικής τους -υπαρκτής ή φανταστικής- ευδαιμονίας, καθιστώντας τη φιλανθρωπία μια αυθεντική μισανθρωπία.



Να μια ακραία αλλά αυθεντική εκδοχή της μισάνθρωπης φιλανθρωπίας: ο Τζορτζ Σόρος, από τους πλουσιότερους και πιο αδίστακτους κερδοσκόπους στον κόσμο, άμεσα υπεύθυνος εκτεταμένων ανθρωπιστικών καταστροφών που προκάλεσε το παιχνίδι του με τα νομίσματα, τις μετοχές ή τα εμπορεύματα, είναι και «ιδιοκτήτης» ενός από τα μεγαλύτερα δίκτυα «φιλανθρωπίας» στον κόσμο. Αν κάθε χρόνο εκπονεί και κάποιου είδους ισολογισμό των αλληλοαναιρούμενων δράσεών του, με τη φιλοδοξία να ισοσκελίσει τα μεγέθη της καταστροφής και της σωτηρίας, υποθέτω ότι θα τρομάζει κι ο ίδιος με το τερατώδες έλλειμμα στο ισοζύγιο του οίκτου του.




ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ



ΠΗΤΣΑΜ: Λαμβάνω την τιμή να συστηθώ: Ιερεμίας Ιωνάθαν Πήτσαμ, της Α. Ε. Πήτσαμ Κόμπανυ. Δουλειά της εταιρείας είναι να ξυπνά στους ανθρώπους τη λύπηση για τον άνθρωπο. Και το δηλώνω ξεκάθαρα… Η επιχείρηση πάει κατά διαόλου. Και σας το λέω εγώ, ο Ιερεμίας Πήτσαμ, που ελέγχω τα δύο τρίτα των ζητιάνων του Λονδίνου και κάτι ξέρω από ανθρώπινο οίκτο. Τι συγκινεί λοιπόν σήμερα τον άνθρωπο; Τίποτα. Γιατί και το πιο μαύρο χάλι, άντε και το συνηθίσει ο άλλος, δεν του λέει τίποτε. Κανένας δεν λυπάται κανέναν. Γίναμε αναίσθητοι και, μη σας κακοφανεί, γίναμε και γουρούνια. Βλέπεις στη γωνία έναν ωραίο γερό άνδρα με στρατιωτικό αμπέχονο και κομμένο το δεξί του χέρι, τρομάζεις, σαστίζεις, βγάζεις και του δίνεις τρία σελίνια. Τη δεύτερη φορά να σου πάλι ο κουλός στη γωνία του δρόμου, βγάζεις και του ακουμπάς δύο σελίνια. Άντε και βρεθεί ο κουλός μπροστά σου για τρίτη φορά, σου τη δίνει και τον καρφώνεις στον μπασκίνα της γειτονιάς. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ταμπέλες (πιάνει από το ράφι μια ταμπέλα και τη δείχνει στο κοινό). ΕΣΥ ΕΧΕΙΣ, ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΧΩ. Ωραία κουβέντα, ωραία ταμπέλα, τι να την κάνεις που ξέφτισε σε δύο βδομάδες. Άλλη ταμπέλα: ΑΓΑΠΑ ΜΕ, ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΕΣΥ. Καλό, ε; Δύσκολο να το πιάσεις, αλλά όμορφο. Δούλεψε πάνω από δύο μήνες, αλλά πάει κι αυτό, ξέφτισε… Τελειώνουνε κι οι όμορφες κουβέντες, τι νομίζεις; Ο κόσμος άλλαξε, θέλει καινούργια πράγματα.




Μπέρτολντ Μπρεχτ, «Η όπερα της πεντάρας»
via

Η τραγωδία των χαζοχαρούμενων της κωμωδίας

Cimon and Pero: "Roman Charity"*




Η ζωή κάθε ατόμου, όταν τη δούμε γενικά και στο σύνολό της, απομονώνοντας τα πιο σημαντικά στοιχεία της, είναι ουσιαστικά πάντα μια τραγωδία, αν όμως τη διατρέξουμε λεπτομερειακά, αποκτά το χαρακτήρα της κωμωδίας. 

Γιατί το μαγκανοπήγαδο και τις αγωνίες της ημέρας, την ασταμάτητη ειρωνεία της κάθε στιγμής, τις επιθυμίες και τους φόβους της εβδομάδας, τις αστοχίες κάθε ώρας, όλα αυτά τα προκαλεί η τύχη, η οποία πάντα έχει το μυαλό της στις κακόβουλες φάρσες` δεν είναι παρά σκηνές μιας κωμωδίας.






Όμως οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες, οι ατελέσφορες προσπάθειες, οι ελπίδες που διαψεύδονται ανελέητα από τη μοίρα, οι αστοχίες ολόκληρης της ζωής, με τα όλο και περισσότερα βάσανά της και το θάνατο στο τέλος, όλα αυτά συνιστούν μια τραγωδία.


Έτσι, σαν να ήθελε η μοίρα να προσθέσει την ειρωνεία στην αθλιότητα της ύπαρξής μας, η ζωή μας πρέπει να περιέχει όλα τα πάθη της τραγωδίας, ενώ εμείς δεν μπορούμε να εξασφαλίσουμε την αξιοπρέπεια των τραγικών χαρακτήρων, αλλά στην ευρύτερη εξέλιξη της ζωής γινόμαστε οι χαζοχαρούμενοι χαρακτήρες μιας κωμωδίας.





*Ρωμαϊκή φιλανθρωπία

Ανιχνεύοντας την προέλευση και τον συμβολισμό της εικόνα της "Caritas Romana" (ρωμαϊκή φιλανθρωπία) μεταφέρθηκα πίσω στη ρωμαϊκή ιστορία του φυλακισμένου Cimon, καταδικασμένου σε θάνατο από ασιτία που σωθηκε από την κόρη του Pero, η οποίa τον θηλάζει κρυφά. Στην έρευνα που ανέλαβα, παρακολούθησα την "Caritas Romana" πίσω στην ρωμαϊκή εποχή του πρώτου αιώνα του Valerius Maximus, του οποίου η αφήγηση εκδόθηκε από τον Πλίνιο (23-79) την ακόλουθη έκδοση:




«Μία πληβεία γυναίκα χαμηλής θέσης, που είχε μόλις γεννήσει ένα παιδί, είχε άδεια να επισκεφτεί τη μητέρα της, η οποία είχε εγκλειστεί στη φυλακή ως τιμωρία, αφού προηγουμένως οι φύλακες την έλεγχαν εξονυχιστικά εκ των προτέρων, προτού διαβεί την πύλη ώστε να εμποδίσουν κάθε απόπειρα λαθραίας εισαγωγής οποιασδήποτε τροφής. Ανακαλύφθηκε όμως ότι έδινε στη μητέρα της τροφή από το στήθος της. Ως συνέπεια αυτού του γεγονότος, η ευσεβής αγάπη της κόρης ανταμείφθηκε από τους δικαστές που έλαβαν γνώση με την απελευθέρωση της μητέρας και απονεμήθηκε και στις δύο χάρη να συνεχίσουν ελεύθερες τη ζωή τους».




Αργότερα, το θέμα αυτό συνδέθηκε με τη χριστιανική αρετή φιλανθρωπίας (Κατά Ματθαίον 25. 35-36 Γιατί πείνασα, και μου δώσατε να φάω, δίψασα, και μου δώσατε να πιω, ξένος ήμουν, και με περιμαζέψατε, 36 γυμνός ήμουν, και με ντύσατε, αρρώστησα, και με επισκεφτήκατε, στη φυλακή ήμουν, και ήρθατε κοντά μου.) και απεικονίστηκε σε διάφορα αναγεννησιακά και μπαρόκ έργα τέχνης, τα οποία άλλαξαν το φύλο του γονέα από μητέρα σε πατέρα. Για παράδειγμα, το ανάγλυφο του Jean Goujon στα μέσα του 16ου αιώνα που κρέμεται στο Λούβρο είναι ένα εντυπωσιακό παράδειγμα αυτής της γονικής αλλαγής σεξουαλικής επαφής, παρουσιάζοντάς το έτσι με αιμομιξία.






Η ΤΕΧΝΗ ΝΑ ΕΠΙΒΙΩΝΕΙΣ


Arthur Schopenhauer
via

Feature (Side)

Πρόσφατα

Random

*

Archives

© 2013 Point of view. All rights resevered. Designed by | point me